Legislator Case Law & Legislation
401/2016 AI generated

401/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 401/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 401 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

401/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 401 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
expired residence permit previous legal status retroactive revocation of permit outstanding copyright royalties expired building permit exhaustion of administrative remedies
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 401 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 401/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Καστανά, Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Προϊσταμένη αυτής, κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2009 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 26-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως, προκύπτει ότι, το ένδικο αυτό μέσο, ασκούμενο κατά αποφάσεως του Εφετείου από πρόσωπο που δεν υπήρξε διάδικος στην ενώπιόν του δίκη κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα (Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας), η οποία δεν υπήρξε διάδικος, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον, υπ’ αριθμ. ...24-8-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, Ν. Δ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την ανωτέρω δικάσιμο και κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρα 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 8-7-2004 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ζήτησε την ακύρωση του υπ’ αριθμ. ...27-9-2002 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση τμήματος αιγιαλού, στην περιοχή ... Ποταμού Κερκύρας. Η ανακοπή έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 274/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και ακυρώθηκε το εκδοθέν πρωτόκολλο, η έφεση δε που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, απορρίφθηκε με την απόφαση. Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38, 19 α.ν. 1919/39, 2 α.ν. 1925/51 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968 "σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ. 1). Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημιώσεως, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση. Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημιώσεως, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτελέσεως κατά τον νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2)". Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ., "στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ’ αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κ.Πολ.Δ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά". Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδ. ε’ και στ’ και 4 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ., κατά τις οποίες "καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κ.Πολ.Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού, ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων", προκύπτει ότι από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας, αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση των ως άνω διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημιώσεως που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος, είναι αποκλειστικά το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (Α.Π.1408/2012). Η σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, υπόκειται στα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως (Ολ.Α.Π.21-22/2002). Ανεξαρτήτως δε του ότι η απόφαση που εκδίδεται στις διαφορές αυτές τέμνει οριστικώς την υπόθεση και δεν έχει τον χαρακτήρα ασφαλιστικού μέτρου, λόγω της εφαρμογής της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για το σκοπό της ταχυτέρας εκδικάσεώς της, δεν απαιτείται να τηρηθούν οι εγγυήσεις της τακτικής διαδικασίας, αλλά εφαρμόζονται ειδικά οι διατάξεις της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα εκείνη του άρθρου 690 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) αρκείται σε πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 612/90).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την κατά πιθανολόγηση κρίση της, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 690 Κ.Πολ.Δ., έκρινε με πιθανολόγηση των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών και όχι με πλήρη απόδειξη , υποπίπτοντας έτσι στις με αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος κατά μεν την πρώτη αιτίαση του ως απαράδεκτος, καθόσον αφορά παραβίαση δικονομικού και όχι ουσιαστικού κανόνος δικαίου, κατά δε την δευτέρα ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, το Εφετείο ορθώς έκρινε, κατά πιθανολόγηση, αφού δεν πρόκειται για αγωγή αναγνωριστική ανυπαρξίας του δικαιώματος του Δημοσίου προς αποζημίωση.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 967 του Α.Κ., μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός, είναι δε αιγιαλός, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. ΑΚ και διέπει ακόμη τις εκκρεμείς υποθέσεις, κατ’ άρθρο 34 παρ. 2 ν.. 2971/01, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων". Ο αιγιαλός κατά νομική επιταγή (άρθρα 968 Α.Κ. και 1 του α.ν. 2344/1940) ανήκει στο Δημόσιο, ως κοινόχρηστο πράγμα. Εξάλλου, μόνος ο, από την προβλεπομένη με τα άρθρα 2 και 3 του ανωτέρω α.ν. διοικητική επιτροπή, ορισμός των ορίων του αιγιαλού δεν είναι ικανός να προσδώσει σε τμήμα γης την ιδιότητα του αιγιαλού, την οποία δεν είχε προηγουμένως, ως στερούμενο των χαρακτηριστικών αυτού, ήτοι σε τμήμα γης που δεν βρέχεται από τα θαλάσσια κύματα, αφού σε αντίθετη περίπτωση ο κύριος του εδάφους που περιελήφθη στα όρια του αιγιαλού, χωρίς να είναι κατά τα φυσικά του όρια αιγιαλός, χάνει την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοικήσεως, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, ενόψει ακριβώς της οποίας προστασίας θεσπίσθηκαν όσα περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν., σύμφωνα με τα οποία τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, τα οποία από την επιτροπή χαρακτηρίσθηκαν ως ανήκοντα στον αιγιαλό, θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου για να περιληφθούν στον αιγιαλό, από την δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως της εκθέσεως της Επιτροπής και του διαγράμματος, διότι μόνον από αυτά μπορεί να προκύψει ο ακριβής προσδιορισμός των κατά τον τρόπο αυτόν αναγκαστικώς απαλλοτριουμένων εδαφικών τμημάτων και των ορίων τους, συνακολούθως δε παρέχεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότης να ασκήσουν τα τυχόν δικαιώματά τους, μη αρκούσης προς τούτο της δημοσιεύσεως μόνης της σχετικής επικυρωτικής αποφάσεως του Νομάρχου (Α.Π. 1522/2002, 481/2008). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως χρήσεως δημοσίου κτήματος είναι 1) η ύπαρξη δημοσίου κτήματος, δηλαδή κτήματος του οποίου κύριος είναι το Δημόσιο ή κτήματος του οποίου τη νομή ή τη χρήση έχει με οποιαδήποτε συμβατική σχέση το Δημόσιο, 2) ανυπαρξία οποιασδήποτε εννόμου σχέσεως μεταξύ ανακόπτοντος και Δημοσίου και 3) αυθαίρετη, δηλαδή χωρίς οποιαδήποτε συμβατική σχέση, κάρπωση ή χρησιμοποίηση αυτού του κτήματος από τρίτον. Υπόχρεος προς αποζημίωση είναι αυτός, που έχει επιληφθεί αυθαιρέτως του δημοσίου κτήματος. Η αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου κτήματος από το Δημόσιο, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, δεν αποτελεί και προϋπόθεση για την έκδοση πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως χρήσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται:"αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ. ΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005). Επίσης, με το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως "ζητήματα" δε, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως , η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως , όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κ.λ.π., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Ο ανακόπτων είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου..., εμβαδού 1.127,50 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση...Νομού Κέρκυρας και συνορεύει ολόγυρα με ακίνητο ιδιοκτησίας Β. Α., με την Ε.Ο. Κέρκυρας Παλαιοκαστρίτσας και με θάλασσα. Μέσα στο ακίνητο αυτό υπάρχει μια ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 90 τ.μ. περίπου και μια ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 20 τ.μ. περίπου. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ανακόπτοντα, λόγω δωρεάς, από τον πατέρα του... Στον δικαιοπάροχο του ... το...ακίνητο είχε περιέλθει από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του...μεταξύ αυτού και των αδελφών του, το έτος 1931. Στο ακίνητο αυτό, τόσο ο ανακόπτων, όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας του ασκούσαν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στη φύση του και ειδικότερα το επέβλεπαν και το καλλιεργούσαν, φυτεύοντας σε αυτό οπωροφόρα δένδρα. Το 1951 ο ... πατέρας του ανακόπτοντος το περιέφραξε με πασσάλους και συρματόπλεγμα και ανήγειρε σ’ αυτό, βάσει της...οικοδομικής αδείας, ισόγεια κατοικία, στην οποία διέμενε έκτοτε με την οικογένειά του. Ακόμη, ο ίδιος δικαιοπάροχος του ανακόπτοντος, βάσει της .../18.1.1978 οικοδομικής αδείας, προέβη σε επισκευή... στην ήδη υπάρχουσα οικία του. Στην ίδια οικία διαμένει και ο ανακόπτων από το χρόνο δωρεάς σ’ αυτόν του ακινήτου (1982), ο οποίος, βάσει της .../6.5.1994 αδείας, εγκατέστησε ικριώματα για την εκτέλεση εργασιών...επανατοποθέτησης των κεράμων της στέγης, επισκευής του σανιδώματος αυτής, επισκευής ... επιχρισμάτων, καθώς και διενέργειας υδροχρωματισμών. Στις 26.9.2002, μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας...διαπιστώθηκε, κατά τη συνταχθείσα συναφώς έκθεση ...ότι ο ανακόπτων κατέλαβε τμήμα της ζώνης του αιγιαλού, εκτάσεως 353,68 τ.μ., ... που αποτελεί τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου, το οποίο οριοθετείται ανατολικά και βόρεια με ζώνη αιγιαλού, δυτικά με ιδιοκτησία ανακόπτοντος και νότια με το δημόσιο ακίνητο .... Με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο...καθορίστηκε αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού για τα έτη 1997 έως 2001, συνολικού ποσού 21.242,03 ευρώ. Από τα ίδια, όμως, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία πιθανολογήθηκε, ότι το επίδικο τμήμα του ακινήτου του ανακόπτοντος...ήταν ανέκαθεν τμήμα της ξηράς, που οριοθετείτο από τον αιγιαλό με τοιχίο ύψους ενός μέτρου, εντός αυτού ο ανακόπτων καλλιεργούσε διάφορα οπωροφόρα δένδρα και φύονται ευκάλυπτοι, ύψους άνω των 40 μέτρων. Επί πλέον, δεν αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού και του δημοσίου κτήματος που προέκυψε από τις επιχωματώσεις της θάλασσας στα πλαίσια των έργων διαπλάτυνσης της Ε.Ο. Κέρκυρας - Παλαιοκαστρίτσας...Για το λόγο αυτό, εξάλλου, και ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, που εκδόθηκε το 2002 από την Κτηματική Υπηρεσία του εκκαλούντος εις βάρος του εφεσιβλήτου...., δυνάμει της 292/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, η οποία ήδη κατέστη τελεσίδικη με την 245/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.

Συνεπώς, δεν πιθανολογήθηκε ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης ως αιγιαλού και συνακόλουθα η κυριότητα του εκκαλούντος. Ελληνικού Δημοσίου επ’ αυτής. Με βάση...τα πιο πάνω περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση πρωτοκόλλου προσδιορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση της επίδικης έκτασης από μέρους του εφεσιβλήτου, αφού δεν πιθανολογήθηκε κατάληψη και χρήση της από τον τελευταίο...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και κατά παραδοχή της ένδικης ανακοπής του αναιρεσιβλήτου ακύρωσε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 967 Α.Κ., 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" και 115 παρ. 1 και 2 του από 11/12-1-1929 Π.Δ./τος "Περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", όπως ισχύει, δεν στέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εκδόσεως του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως, αφού η έκταση την οποία αφορά ήταν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ανέκαθεν τμήμα της ξηράς, σαφώς οριοθετούμενο από τον αιγιαλό (υπό την αρχική και την μετ’ επιχωμάτωση μορφή τούτου), εντός δε της εκτάσεως ταύτης ο αναιρεσίβλητος καλλιεργούσε οπωροφόρα δένδρα και φύονται ευκάλυπτοι, ύψους άνω των 40 μέτρων, στοιχεία που αναιρούν, τον αποδιδόμενο με το πρωτόκολλο χαρακτήρα της ως αιγιαλού και δημοσίου κτήματος και την αυθαίρετη εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κατάληψη και χρήση αυτής. Με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως προσάπτονται επαλλήλως στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο με τις κρίσιμες, ως άνω, παραδοχές του κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων και με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι, η επίδικη έκταση δεν αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού και συνεπώς το Δημόσιο δεν είχε κυριότητα επ’ αυτής και εντεύθεν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του πρωτοκόλλου. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας τους, διότι δεν εξειδικεύονται σ’ αυτούς οι αναιρετικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και δη στον πρώτο εξ αυτών το υπαγωγικό σφάλμα της εν λόγω αποφάσεως, δηλαδή σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία των προειρημένων διατάξεων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, και στον δεύτερο οι ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες κατά το αναιρεσείον, περιέχονται στην απόφαση. Σε κάθε περίπτωση δε οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμελειών από τις ανωτέρω διατάξεις πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (άρθρ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Μη λήψη υπόψη δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το αντίστοιχο μέρος του λόγο, αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύοντα την βασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δη την έκθεση αυτοψίας του μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Σ. Π., το τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1988 και την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που προσεκόμισαν οι διάδικοι, και ιδιαιτέρως από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και κατά το μέρος που ασκείται από το πρώτο των αναιρεσειόντων. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, καθόσον, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και της Κτηματικής Υπηρεσίας Κερκύρας, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 53/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Φεβρουαρίου 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 25η Μαΐου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ