Legislator Case Law & Legislation
401/2010 AI generated

401/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 401/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/1/2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

401/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, ορίστηκε, ότι ως παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Keywords

AI generated
power of eminent domain impropriation of public property abandonment of expropriation offences against public authority dismissal of traffic proceedings access road
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 401 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 401/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/1/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 27/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κ.λ.π ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων, νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών, ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι είκοσι μέτρων πλάτους αυτών προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεως εθνικών οδών, πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, ορίστηκε, ότι ως παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του, ως άνω, άρθρου παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/19977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ 53/1974., αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου και επομένως και της, ως άνω, διάταξης του Ν. 653/1977.

Κατά συνέπεια το ανωτέρω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Με την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, ορίστηκε ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. Κατά την παρ 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης, ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του Κτηματολογικού Πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Κατά την παρ 3 του ίδιου άρθρου η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της της προθεσμίας σε προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή. Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι η ισχύς του παρόντος νόμου α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεστεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι το χρόνο της έναρξης ισχύος του.

Δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες είχαν συντελεστεί κατά το χρόνο της έναρξης ισχύος του ίδιου ως άνω Ν (ΑΠ. 1056/200). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με τη 1133533/0522/0010/15-12-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 13Δ/25-1-1999, απαλλοτριώθηκε έκταση συνολικού εμβαδού 83.195 μ.

τ στο νομό Θεσπρωτίας για την κατασκευή της Εγνατίας οδού στο τμήμα .... Στην απαλλοτριωθείσα αυτή έκταση περιλαμβάνονταν και η ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου με αριθμ ΚΠ 57α. Με τις 303/1999 και 225/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και του Εφετείου Κέρκυρας, αντίστοιχα, έγινε ο προσωρινός και ο οριστικός καθορισμός της αποζημίωσης για το μέρος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος που απαλλοτριώθηκε.

Με την 61/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ο ενάγων αναγνωρίστηκε δικαιούχος της, ως άνω, αποζημίωσης. Το αναιρεσείον κατέθεσε στο Τ.Π..Κ.Δ. την αποζημίωση που είχε καθοριστεί προσωρινά μόνο για την έκταση που είχε απαλλοτριωθεί, ενώ για το τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση θεωρήθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 ωφελούμενος παρόδιος σε διανοιγόμενη Εθνική οδό και έγινε συμψηφισμός των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του.

Αποδείχτηκε, όμως, ότι για το τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος το οποίο απέμεινε μετά τη απαλλοτρίωση (δεν υπήρξε καμία ωφέλεια και για το λόγο αυτό ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση και για το τμήμα αυτό. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ότι το Πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο είχε δεχτεί αγωγή του αναιρεσίβλητου για την καταβολή αποζημιώσεως για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση δεν έσφαλε και απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της Πρωτόδικης απόφασης ως αβάσιμη στην ουσία.

Το αναιρεσείον κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο είχε ισχυριστεί ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου ήταν απαράδεκτη, διότι δεν είχε τηρηθεί η προδικασία και η κύρια διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος εφόσον η ως άνω απαλλοτρίωση είχε συντελεστεί πριν το χρόνο έναρξης ισχύος του ν 2971 72001 και κατά συνέπεια για την απαλλοτρίωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις του ν. 2971/2001 όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη Επομένως, το Εφετείο, το οποίο επίσης, απέρριψε τον, ως άνω, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δέχτηκε ότι η αγωγή είχε ασκηθεί παραδεκτά δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.

που αποδίδει το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 251/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ