Legislator Case Law & Legislation
401/2009 AI generated

401/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 401/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

401/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 401 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 401/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τσέλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2000 μη οριστική, 62/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει ο λόγος να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αντιμετώπιζε άμεση οικονομικής και επιτακτική ανάγκη κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996, οπότε άρχισαν να κυκλοφορούν στην αγορά επιταγές του, συνολικού ποσού δρχ. 25.000.000 (73.368 ευρώ) και περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες γνώριζαν την άμεση οικονομική και επιτακτική ανάγκη του αντιδίκου τους, γι' αυτό και πέτυχαν την κατάρτιση της αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου με το ευτελές τίμημα των δρχ. 6.700.000, με το οποίο όμως, ως ευτελές, δεν καλύπτονται η άμεση και επιτακτική ανάγκη του αντιδίκου τους, με το να δεχθεί, επίσης, ότι το έτος 1997 ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου αντιλήφθηκε την άμεση και επιτακτική οικονομική ανάγκη του τελευταίου, οπότε και ανέλαβε το διακανονισμό των ακάλυπτων επιταγών, συνολικού ποσού δρχ. 25.000.000, οι οποίες αντικαταστάθηκαν με συναλλαγματικές, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς ο συγκεκριμένος μήνας του έτους 1997, που ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου αντιλήφθηκε τη δυσμενή κατάσταση του γιου του και, τέλος, με το να δεχθεί ότι η επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας είναι άκυρη ως αισχροκερδής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 178 και 180 ΑΚ, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω αντιφατικής, ανεπαρκούς και ελλιπούς αιτιολογίας ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν διαλαμβάνονται στον πρώτο μεν απ' αυτούς με πληρότητα παρά μόνο αποσπασματικά, στον τρίτο δε καθόλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο λόγο κατά το πιο πάνω μέρος του, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη κι έτσι ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται να προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του /άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 14/2005, Ολ.ΑΠ 9/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου από το οποίο προκύπτει, ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας ανερχόταν στο ποσό των δρχ. 1.500.000.

ενώ κατά την εκτίμηση της ΔΟΥ ... ανερχόταν στο ποσό των δρχ. 13.000.000, που ανταποκρινόταν, "λίγο πολύ" στην πραγματική αγοραία αξία του, το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι το πραγματικό τίμημα της επίμαχης αγοραπωλησίας, που υλοποιήθηκε το έτος 1996, ανερχόταν τότε στο ποσό των δρχ. 30.000.000, που καταβλήθηκε απ' αυτούς στον αντίδικό τους.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "απ' όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω συμβόλαιο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το συμβόλαιο αυτό, το οποίο μάλιστα μνημόνευσε ρητά.

Με το δεύτερο, επίσης, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, στο αναιρετήριο μνημονευμόμενα έγγραφα, δηλαδή : α) Το φύλλο της εφημερίδας "..." της 25-5-2008, στο οποίο υπάρχει δημοσίευμα με τίτλο "Κομπιναδόρος Ολκής, πωλούσε σε επιχειρηματίες φύκια μεταξωτές κορδέλες", β), το φύλλο της εφημερίδας "...", της 12-11-2002, στο οποίο υπάρχει δημοσίευμα ότι ο αναιρεσίβλητος απέσπασε επιταγές 200.000.000 δραχμών από επιχειρηματίες της ...

εμφανιζόμενος ως δήθεν εκπρόσωπος του Αμερικανικού Στόλου και της εταιρείας MC. DONALD' S, γ) την από 22-4-1999 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσιβλήτου με την οποία ομολογεί ότι έλαβε από το ΑΑ το ποσό των 24.000.000, δ) την από 22-6-1995 χειρόγραφη απόδειξη - δήλωση με την οποία ο αναιρεσίβλητος έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 15.300.000 δραχμών από τους ΑΑ και ΒΒ, προκειμένου να τους χορηγήσει το FRANCHISE της εταιρείας MC.

DONALD' S για την ..., ε) το από 22-5-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος έπεισε τους αμέσως πιο πάνω να αγοράσουν το σκάφος ... αντί του ποσού των δρχ. 10.000.000, προκειμένου αυτοί να μεταφέρουν τους ναύτες και αξιωματικούς του 6ου Αμερικανικού Στόλου, στ) την από 10-3-1995 απόδειξη από την οποία προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε από το ΒΒ το ποσό των δρχ. 20.000.000 για το "υποτιθέμενο" FRANCHISE της εταιρείας MC.

DONALD' S, ζ) την από 18-6-1997 πλαστή επιστολή της εταιρείας MC. DONALD' S, την οποία συνέταξε ο αναιρεσίβλητος, η) τις από ... και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσειόντων, θ) την από 3-12-1999 απόδειξη παραλαβής από τον αναιρεσίβλητο όλων των πλαστών επιστολών και πλαστών ιδιωτικών συμφωνητικών, με τα οποία παραπλάνησε ο αναιρεσίβλητος τους ΑΑ και ΒΒ και ι) την από 21-6-2002 μήνυση του ΓΓ κατά του αναιρεσιβλήτου για απάτη, αντίστοιχα, τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους γης συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι ο αντίδικός τους παραπλανούσε διάφορους επιχειρηματίες της ..., αποσπώντας απ' αυτούς διάφορα, χωρίς αντάλλαγμα, χρηματικά ποσά, με το επιχείρημα (ψευδές), ότι ήθελε να συγκεντρώσει χρήματα για να λάβει το Franchise των αντιπροσωπειών του 6ου Αμερικανικού Στόλου και της εταιρείας MC.

DONALD' S στη ... . Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς μεν το υπό στοιχείο α' έγγραφο, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έγινε σ' αυτές σαφής και ορισμένη επίκληση του εν λόγω εγγράφου από τους αναιρεσείοντες, ως προς δε τις υπό στοιχείο η' ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο στη τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που εκδίδει προδικαστική απόφαση (άρθρα 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδαφ.

β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 5 και 12, αντίστοιχα, του ν. 2915/2001) και, τέλος, ως προς τα λοιπά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από 22-4-1999 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, η οποία, ως δήλωση διαδίκου, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, καθώς και ολόκληρο το αιτιολογικό της τελευταίας, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Εξάλλου η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των προμηνευόμενων αποδεικτικών μέσων, καθώς και σε αντλούμενα απ' αυτά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-9-2007 αίτηση για αναίρεση της 215/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ