Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and lack of evidence grounds in Greek civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision dismissing his claim against OTE. The appellant argued he was unaware of colleagues' promotions until after the relevant administrative council decisions, claiming this prevented him from filing suit in time. The court found the statute of limitations had expired and that the lower court correctly established the appellant's knowledge based on documentary evidence. Consequently, the appeal was dismissed as the appellant failed to prove the lower court erred in applying the law regarding the limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 et seq. of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The statute of limitations for damages begins when the employee becomes aware of the omission and the resulting harm; courts may reject claims based on expiration without requiring proof of ignorance if facts demonstrate knowledge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 401 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 401/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 572/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6202/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΕΚΑΠ-ΟΤΕ), που εγκρίθηκε με τη 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν.301/1968, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β', 568/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΟΤΕ και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του προσωπικού του (άρθρο 1 παρ. 1).
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1,3, 4, 7, 8, 9 παρ. 7, 22 και 51 του εν λόγω Κανονισμού, τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του Υποδιευθυντή, ενεργεί το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός σε συνδυασμό με τα τυπικά προσόντα, μετά από έλεγχο όλων αυτών, το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, των φύλλων ποιότητας και των φύλλων προαγωγής του κρινομένου.
Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων - που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ - ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητά της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ. Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων914 επ.
ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. 'Ετσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής, εάν οι επιζήμιες συνέπειες μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν κατά το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.
Περαιτέρω, κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην ανωτέρω πενταετία παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφότου δηλαδή έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αφού όλες οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράνομη παράλειψη του εργαζομένου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη "ΟΤΕ Α.Ε." την ......, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, κατατάχθηκε στον βαθμό ΔΕΠ5 και στη συνέχεια εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι τον βαθμό ΤΟΜ/Δ, τον οποίο κατέχει από 17-4-1990.
Είναι πτυχιούχος Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και Μέσης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής ΟΤΕ. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993, για την κάλυψη 20 κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντών, το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης με τις ....., ..... και ...... αποφάσεις του προήγαγε ισάριθμους συναδέλφους του αναιρεσείοντος και παρέλειψε αυτόν.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1994 και 1995 το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης με την ........ απόφασή του προήγαγε 30 και 6, αντίστοιχα, συναδέλφους του αναιρεσείοντος για την κάλυψη ισάριθμων κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή, ενώ παρέλειψε και πάλι να προαγάγει τον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι υπερείχε καταφανώς από τους προαναφερόμενους συναδέλφους του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα.
Επίσης ισχυρίζεται ότι η παράλειψή του κατά τις παραπάνω προαγωγικές κρίσεις έγινε παράνομα (καταχρηστικά) και υπαίτια και είχε ως συνέπεια να ματαιωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων για την τοποθέτησή του σε μία από τις αντίστοιχες κενές θέσεις Υποδιευθυντών και να πάθει αυτός ζημία ισόποση με τη διαφορά του επιδόματος θέσης ευθύνης τομεάρχη και Υποδιευθυντή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-5-1995 και ζημία ισόποση με τα έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένου, που θα λάμβανε από 1-6-1995 έως 31-12-1996, καθώς και ηθική βλάβη λόγω της ατομικής και επαγγελματικής μείωσής του στο προσωπικό και κοινωνικό του περιβάλλον.
Πρόκειται για αξιώσεις από αδικοπραξία του αρμόδιου οργάνου της αναιρεσίβλητης, που υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, η οποία αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των διαδοχικών παραλείψεών του και της προαγωγής των προτεινόμενων προς σύγκριση συναδέλφων του, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, κατά τους χρόνους που εκδόθηκαν οι σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης, δηλαδή κατά τις ημεροχρονολογίες 4-5-1993, 18-1-1994 και 28-3-1995, αντίστοιχα. Επίσης ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της εκδήλωσης των πρώτων επιζήμιων γι' αυτόν συνεπειών κάθε μερικότερης παράλειψης μετά την πάροδο του πρώτου μήνα από την αντίστοιχη παράλειψη, οπότε ήταν καταβλητέα η ζητούμενη διαφορά επιδόματος ευθύνης της θέσης τομεάρχη που κατείχε και της θέσης Υποδιευθυντή που θα καταλάμβανε από τότε, αν δεν παραλειπόταν.
Από το χρονικό δε σημείο αυτό, δηλαδή την πάροδο του πρώτου μήνα από κάθε παράλειψη, γεννήθηκε αγώγιμη αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία (και την μελλοντική αλλά προβλεπτή) υπέρ του αναιρεσείοντος, ο οποίος έλαβε από τότε γνώση των επιζήμιων συνεπειών της παράλειψης του. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε τα προσόντα των προαχθέντων συναδέλφων του για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του έτους 1997 (δηλαδή με καθυστέρηση 4 ετών και 7 μηνών από την πρώτη και 2 ετών και 9 μηνών από την τελευταία παράλειψή του, αντίστοιχα) μέσω του συνδικαλιστικού του σωματείου και ότι αυτός μέχρι τότε δεν μπορούσε να γνωρίζει αν υπερείχε καταφανώς από εκείνους και - ως εκ τούτου - δεν μπορούσε να γνωρίζει αν οι παραλείψεις του ήταν καταχρηστικές (παράνομες), ώστε να ασκήσει ενωρίτερα τις αγωγικές αξιώσεις του.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, ανεξάρτητα από την προφανή αντίθεσή του στα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο επίμαχο ζήτημα της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, καθόσον αναφέρεται σε περιστατικά αξιολόγησης του παράνομου χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξης (παράλειψης) του αδικοπρακτούντος, η γνώση του οποίου (παράνομου χαρακτήρα) δεν τάσσεται από τον νόμο ως στοιχείο αφετηρίασης της βραχύχρονης παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ.
Για την αφετηρίαση της παραγραφής αυτής απαιτείται και αρκεί ο θιγόμενος από αδικοπραξία να έλαβε γνώση της πράξης (ενέργειας ή παράλειψης) του αδικοπρακτούντος, του ζημιογόνου χαρακτήρα αυτής για τον ίδιο και της εκδήλωσης των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της, καθώς και γνώση του υπόχρεου σε αποζημίωση.
Ειδικότερα δε, για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, η οποία δεν έχει ως θεμελιωτικό στοιχείο της την ύπαρξη υλικής ζημίας, η σχετική παραγραφή αρχίζει από τότε που τελείται η αδικοπρακτική πράξη και συντελείται η ηθική βλάβη, οπότε γεννάται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη η σχετική αξίωση.
Με βάση τα παραπάνω, κατά τον χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής στις 120602001, όπως βάσιμα κατ' ένσταση προέβαλλε η αναιρεσίβλητη, είχαν παραγραφεί όλες οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος, αφού είχε ήδη συμπληρωθεί πενταετία τόσο από τον χρόνο που αυτός έλαβε γνώση των παραλείψεών του καθώς και της ζημίας και της ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε, όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Σημειώνεται εδώ, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων μπορούσε από τότε να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις, χωρίς να εμποδίζεται σ' αυτό από λόγους νομικούς. Η επικαλούμενη άγνοια από αυτόν των προσόντων των συναδέλφων του που προήχθησαν κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις δεν εμπόδιζε το αγώγιμο των αγωγικών αξιώσεων, αλλά συνδέεται με την ανάγκη επίκλησης των προσόντων αυτών στη σχετική αγωγή για να είναι ορισμένη, πράγμα που όμως μπορούσε ο αναιρεσείων να πετύχει έγκαιρα είτε ζητώντας τα στοιχεία αυτά με απλή αίτηση προς την αναιρεσίβλητη, είτε αξιώνοντας δικαστικά τη χορήγησή τους με αυτοτελή αίτηση κατά το άρθρο 232 παρ. 1 περ.
γ ΚΠολΔ. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ένδικη αναγνωριστική αγωγή απερρίφθη μια έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγω παραγραφής όλων των επίμαχων αξιώσεων του αναιρεσείοντος. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και ειδικότερα ως προς το ζήτημα του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των κριθεισών αξιώσεων του αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. απορρέοντες πρώτος, δεύτερος, κατά τα πρώτο και τρίτο μέρη του, και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Η πρώτη περίπτωση του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν συντρέχει όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των παραλείψεων προαγωγής του από το χρόνο εκδόσεως των σχετικών αποφάσεων του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι την αποδεικτική του κρίση για το ανωτέρω πραγματικό γεγονός το Εφετείο διαμόρφωσε όχι αυθαιρέτως, αλλά με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και 1753/2002 ένορκη βεβαίωση). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.1.2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 6202/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ