Legislator Case Law & Legislation
400/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decisions and dismisses lawsuit due to lack of civil court jurisdiction over administrative acts.

Case Number 400/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final appeal judgment and the first-instance decision, dismissing the plaintiff's lawsuit entirely. The court found that the port authority's actions constituted administrative acts of public power rather than torts, thereby falling outside the jurisdiction of civil courts. Consequently, the lower courts erred in treating the matter as a civil dispute, warranting the annulment of their rulings and the rejection of the underlying claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 1, 2 of the Constitution; Articles 1, 3 of Law 2881/2001; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a public entity's acts are administrative acts of public power rather than torts, civil courts lack jurisdiction, and the Supreme Court must annul the lower court decisions and dismiss the lawsuit.

Keywords

AI generated
lack of civil jurisdiction administrative acts of public power port authority liability annulment of final judgment dismissal of lawsuit

Cited Legislation

AI generated
Article 495, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 21 paragraph 3 of Law 2932/2001
Article 1 paragraph 2 of Law 2881/2001
Article 3 of Law 2881/2001
Article 94 paragraph 1 and 2 of the Constitution
Article 1 of Law 1406/1983
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 21 paragraph 7 of Law 2932/2001

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 400 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 400/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΒΟΛΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκαλίμη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/4/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 1-4-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 527/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ηττηθείσα εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Βόλου ΑΕ", καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 8-11-2021 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας την 1-4-2022 (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 21 παρ. 3 ν. 2932/2001 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Λιμενικό Ταμείο Βόλου, μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία κοινής ωφελείας με τις επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Βόλου Ανώνυμη Εταιρεία", το οποίο, κατά την παρ.5 του ανωτέρω άρθρου, έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, του β.δ. 14/19.1.1939 και του α.ν.2344/1940, όπως κάθε φορά αυτές ισχύουν.

Περαιτέρω, ο ν. 2881/2001 "Ρύθμιση θεμάτων ανέλκυσης ναυαγίων και άλλες διατάξεις" (Α' 16) ορίζει τα εξής: α) Στο άρθρο 1: "Με τον όρο "Οργανισμός" στις επόμενες διατάξεις νοείται το κατά περίπτωση αρμόδιο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα ή η δημόσια υπηρεσία, που ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση λιμένα, διώρυγας ή διαύλου" (άρθρο 1 παρ. 2).

Β) Στο άρθρο 3: "Επικίνδυνα και επιβλαβή πλοία σε λιμένες, διώρυγες, διαύλους. 1. Ο κύριος ή ο εφοπλιστής πλοίου, το οποίο παραμένει στην περιοχή λιμένα, διώρυγας ή διαύλου και η όλη κατάστασή του δημιουργεί κίνδυνο βύθισής του ή κίνδυνο στη ναυσιπλοΐα ή προσβάλλει ή απειλεί να προσβάλει το περιβάλλον, υποχρεούται να το απομακρύνει εκτός λιμένα, διώρυγας ή διαύλου ή, αν επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να το εξουδετερώσει με οποιονδήποτε τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 2.

Ο Οργανισμός προσκαλεί εγγράφως τον κύριο ή και τον εφοπλιστή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ορίζοντας εύλογη αρχική προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τους δύο (2) μήνες και δηλώνοντας συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αναλάβει να προβεί στην απομάκρυνση ή εξουδετέρωση του πλοίου με ευθύνη και δαπάνες τους, οι οποίες, σε περίπτωση μη άμεσης καταβολής, καταλογίζονται σε βάρος τους και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης δημοσίων εσόδων. 3.

Η πρόσκληση του Οργανισμού επιδίδεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του προηγούμενου άρθρου στον κύριο ή στον εφοπλιστή ή στον αντιπρόσωπό τους ή στον πλοίαρχο ή στον πράκτορα του πλοίου, εφόσον υπάρχουν, και στους δανειστές που αναφέρονται στην παράγραφο αυτήν. 4. ...5. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου".

γ) Στο άρθρο 2: "1...3. Η πρόσκληση επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή στον κύριο ή στον αντιπρόσωπό του, στους δανειστές που αναγράφονται στο ναυτικό υποθηκολόγιο ή στο βιβλίο κατασχέσεων του λιμένα νηολόγησης και, αν πρόκειται για ναυάγιο αλλοδαπού πλοίου, στους δανειστές που αναγράφονται στο βιβλίο της Λιμενικής Αρχής του λιμένα, όπου βρίσκεται το ναυάγιο...4.

Αν ο κύριος δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ο Οργανισμός μπορεί, ως νόμιμος εντολοδόχος του, να εκτελέσει τις πράξεις που αναγράφονται στην πρόσκληση είτε με ίδια αυτού μέσα και προσωπικό είτε με ανάθεση των σχετικών εργασιών σε τρίτο. 5. Αν η εκτέλεση των πράξεων αυτών από τον Οργανισμό κρίνεται, λόγω των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδύνατη ή απρόσφορη ή ασύμφορη, ο Οργανισμός μπορεί να εκποιήσει το ναυάγιο ή τμήματα αυτού, με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό. .... 8.

Ο κύριος, ο δανειστής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 και όποιος έχει έννομο συμφέρον για το ναυάγιο, δικαιούται να δηλώσει σε οποιοδήποτε στάδιο των ανωτέρω διαδικασιών και μέχρι την κατακύρωση ότι αναλαμβάνει να εκτελέσει ό,τι ορίζεται στην πρόσκληση καταθέτοντας επαρκή εγγύηση για την κάλυψη των δαπανών που έγιναν από τον Οργανισμό, καθώς και των δαπανών που απαιτούνται για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών στην καθοριζόμενη...

προθεσμία. Η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Οργανισμού, αν ο κύριος, ο δανειστής ή ο τρίτος δεν εκτελέσει τις καθορισμένες στην πρόσκληση εργασίες...". Και δ) στο άρθρο 9, όπως η παράγραφος 2 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθ. 30 παρ. 2 του ν.3153/2003: " 1. .... 2. Κατάσχεση, δήμευση, πλειστηριασμός, μεσεγγύηση, διαταγή μη μεταβολής της κατάστασης, υποθήκη, ενέχυρο, προνόμιο ή άλλο δικαίωμα δεν εμποδίζει τον κύριο ή άλλο κατά περίπτωση υπόχρεο να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν, ούτε τον Οργανισμό να ενεργήσει ό,τι προβλέπεται στο νόμο αυτόν... 7.

Για τα θέματα ανέλκυσης, απομάκρυνσης, ή εξουδετέρωσης ναυαγίων ή πλοίων, ο Οργανισμός ή η Λιμενική Αρχή, ανάλογα, ενεργεί μετά από γνώμη Επιτροπής...". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο κύριος ή ο εφοπλιστής πλοίου, το οποίο παραμένει στην περιοχή λιμένα και έχει χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνο και επιβλαβές κατά το άρθρο 3 του ν.2881/2001 δηλαδή πλοίου, του οποίου η όλη κατάσταση δημιουργεί κίνδυνο βύθισης αυτού ή κίνδυνο στη ναυσιπλοΐα ή προσβάλλει ή απειλεί να προσβάλει το περιβάλλον, οφείλει να το απομακρύνει εκτός του λιμένα στον οποίο βρίσκεται, εκτελώντας τις αναγκαίες για το σκοπό αυτόν ενέργειες, όπως έχουν καθορισθεί με την έγγραφη πρόσκληση του οικείου Οργανισμού προς τους ως άνω υποχρέους ή και με οποιαδήποτε άλλη συναφή πράξη του ίδιου Οργανισμού, η οποία εκδίδεται για τον ίδιο σκοπό και καθορίζει το περιεχόμενο των επιτρεπτών ενεργειών απομάκρυνσης του πλοίου.

Κατά την έκδοση των πράξεων αυτών, οι οποίες αφορούν τη διοίκηση του λιμένα ως δημοσίου κοινοχρήστου πράγματος (άρθ. 967 και 968 του ΑΚ και 1 παρ. 7, 19 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2971/2001 περί αιγιαλού και παραλίας), ο αρμόδιος Οργανισμός ασκεί δημόσια εξουσία, ενεργεί δηλαδή, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή του, ως διοικητική αρχή (πρβλ.

ΟλΣτΕ 1211/2010, ΑΠ 259/2023, ΑΠ 96/2018), οι δε ως άνω πράξεις του έχουν χαρακτήρα ατομικών διοικητικών πράξεων, υπέρ των οποίων συντρέχει το τεκμήριο της νομιμότητας, εφ'όσον δεν ακυρωθούν ή δεν ανακληθούν (ΣτΕ 112/2013). Τέλος, με το άρθρο 22 του ν.2932/2001 εγκρίθηκε το καταστατικό των νεοϊδρυόμενων εταιριών των Οργανισμών Λιμένων, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας.

Έτσι, κατά το άρθρο 2 του καταστατικού, σκοπός της εταιρείας είναι η διοίκηση και η εκμετάλλευση των χώρων της Ζώνης Λιμένα δικαιοδοσίας της. Στο σκοπό της εταιρείας περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και η παροχή κάθε είδους λιμενικών υπηρεσιών προς τους χρήστες, η αναβάθμιση, η συντήρηση, η βελτίωση και η ανάπτυξη του λιμένα, και η παροχή υπηρεσιών ελλιμενισμού των πλοίων.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 του Συντάγματος και 2 παρ.1 και 2 του ν.1406/1983, προκύπτει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ' αυτή. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΟλΑΠ 20/2008).

Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, με τα άρθρα 104, 105 εδαφ.

α` του ΕισΝΑΚ και 914 του ΑΚ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα", "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχουν ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος" και "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνεπώς δε να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως, όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ` ευκαιρία της οποίας τελείται είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, το οποίο αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας.

Αντίθετα δε, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής του περιουσίας, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει είναι ιδιωτική (ΑΠ 599/2013).

Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, κοινοτήτων ή άλλων ν.π.δ.δ. από πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 599/2013). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκασή τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων είναι, κατά κύριο λόγο, εκείνες, που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον, δηλαδή, στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης αυτών, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες, που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή τελέστηκαν σε συνάρτηση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α.

ή των Ν.Π.Δ.Δ. ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που έχει ενεργήσει εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΟλΑΠ 3/1994, ΑΠ 283/2022, ΑΠ 1525/2010). Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθ. 562 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 4 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δικαιοδοσίας, την οποία είχε προβάλει και πρωτοδίκως, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παρότι με την ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος εισήγαγε προς κρίση διαφορά, η οποία δεν ανήκει στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 15-10-2014 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ'αυτήν τα εξής: Οτι είναι επαγγελματίας αλιέας και πλοιοκτήτης του σκάφους "…", με αριθμό νηολογίου Βόλου … . Ότι στις 27.9.2009 είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Βόλου, το οποίο εκμεταλλεύεται η εναγομένη και στην οποία καταβάλουν όλοι οι πλοιοκτήτες τέλη παραμονής και παρέμεινε προσδεδεμένο το σκάφος του στη δυτική προβλήτα, καθ'υπόδειξη της εναγόμενης/αναιρεσείουσας, δίπλα στο σκάφος "…", με αριθμό νηολογίου Πειραιά … .

Ότι στις 25.10.2009, το τελευταίο σκάφος, στο οποίο υπήρχε οπή και συχνά γινόταν από το μηχανοστάσιό του απάντληση υδάτων, βυθίστηκε με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει και το σκάφος του, προξενώντας σε αυτό τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην αγωγή ζημίες. Ότι το ζημιογόνο σκάφος βρισκόταν στη δυτική προβλήτα του ανωτέρω λιμένα επί τριετία περίπου και η εναγομένη γνώριζε την κατάστασή του και τον κίνδυνο βύθισής του, καθόσον το Λιμεναρχείο Βόλου στα από 14.10.2008 και 19.6.2009 έγγραφα, που είχε αποστείλει στην πλοιοκτήτρια του σκάφους "…" και είχε κοινοποιήσει στην εναγομένη, ανέφερε τον υφιστάμενο κίνδυνο πρόκλησης ναυαγίου και ζητούσε τη μετακίνηση του πιο πάνω σκάφους σε ασφαλές μέρος.

Ότι η εναγομένη/αναιρεσείουσα, στην οποία καταβάλει τέλη πρόσδεσης για τις υπηρεσίες και το χώρο που του παρείχε στο Λιμένα Βόλου, υποχρεούνταν να μεριμνά για την ασφαλή πρόσδεση και τον ελλιμενισμό των σκαφών που εισέρχονται στο λιμάνι και ευθύνεται για τη ζημία του διότι, ενώ είχε ενημερωθεί, κατά τα προεκτεθέντα, από το Λιμεναρχείο για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η παραμονή του σκάφους "…" στη δυτική προβλήτα, δεν έλαβε, δια των υπευθύνων της, τα απαραίτητα μέτρα για την απομάκρυνση του σκάφους αυτού από το συγκεκριμένο σημείο ούτε τον ενημέρωσε για τον κίνδυνο που διέτρεχε το σκάφος του λόγω της πρόσδεσης δίπλα στο σκάφος "…".

Ότι λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη τις στην αγωγή αναφερόμενες ζημίες. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ζήτησε, όπως το αίτημα της αγωγής του παραδεκτά τράπηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 245.095 ευρώ για τη θετική και αποθετική ζημία του και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Με το παραπάνω ιστορικό και αίτημα η αγωγή, με την οποία αποδίδεται στα αρμόδια όργανα της εναγομένης εταιρείας η παράλειψη οφειλόμενων των νόμιμων ενεργειών πράξεων, προκειμένου να απομακρυνθεί το ζημιογόνο σκάφος από την δυτική προβλήτα του λιμένα Βόλου και να αποφευχθεί η βύθισή του, η οποία παράλειψη τελεί σε συνάρτηση με την λειτουργία της εναγομένης ως εταιρίας κοινής ωφελείας, που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην προστασία της ναυσιπλοΐας και του θαλάσσιου περιβάλλοντος, εξαιτίας δε αυτής της παραλείψεως (οφειλόμενων νομίμων υλικών ενεργειών) η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα από τη βύθιση του σκάφους του, φέρει προς κρίση διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος δεν απορρέουν από την, εντός του πλαισίου της ασκούμενης από την εναγόμενη διοικήσεως του λιμένα Βόλου, έκδοση πράξεων (αποφάσεων) για την αναγκαστική απομάκρυνση και εκποίηση επικίνδυνου πλοίου, οι οποίες αποτελούν πράξεις ασκήσεως δημόσιας εξουσίας και ιδρύουν διοικητικές διαφορές, αλλά απορρέουν από την φερόμενη ως τελεσθείσα εκ μέρους της εναγομένης αδικοπραξία, και αφού απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έσφαλε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη ως προς την ερμηνεία των άρθρων 94 παρ.1 και 2 του Συντ, 1 και 2 ΚΠολΔ και 1 Ν.1406/1983.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 4 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα ν' ασχοληθούν με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή συναναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή (ΑΠ 283/2022, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 1562/2005).

Εν όψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 527/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, καθώς και η επικυρωθείσα απ' αυτήν υπ' αριθ. 45/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η από 15-10-2014 αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα για την παρούσα αναιρετική δίκη, καθώς και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 του ΚΠολΔ) λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ως προς το ζήτημα συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι η αναιρεσείουσα απαλλάσσεται, κατ' άρθ. 21 παρ. 7 του Ν. 2932/2001, από την καταβολή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 527/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, καθώς και την υπ' αριθ. 45/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Απορρίπτει την από 15-10-2014 αγωγή.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ