Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding the principle of dispositio in labor compensation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the First Instance Court erred in awarding only 50% compensation instead of 40%, claiming this worsened his position without a counter-appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the claim for 50% was an autonomous request made by the plaintiff, and the appellate court correctly dismissed it based on the principle of dispositio.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 536 of the Code of Civil Procedure; The principle of dispositio requires that a court cannot grant relief beyond the specific autonomous requests made by the parties, and an appeal cannot challenge a judgment that correctly dismissed a claim not supported by the plaintiff's original request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 400 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 400/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 10 Mαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Α., κατοίκου … Λέσβου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γραμμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μολιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.10.2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2248/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 01.07.2019 (Γ.Α.Κ. 6484 / Ε.Α.Κ. 638 / 15.07.2019 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Π. Τ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, που νομίμως εκπροσωπείται. Προσβάλλεται η 2248/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 22.04.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 29.03.2017 εφέσεως της εκκαλούσης–ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εφεσίβλητου–ήδη αναιρεσείοντος. Εκκαλούμενη ήταν η 392/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε την 08.02.2016 αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 15.10.2010 αγωγής του ενάγοντος–ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης–ήδη αναιρεσίβλητης και αφορά, η αγωγή, χρηματική απαίτηση του ενάγοντος έναντι της εναγομένης από παροχή εξηρτημένης εργασίας.
Με την 392/2016 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία• ενώ, με την 2248/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία και, εν τέλει, η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της κατ’ ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87 / 23.07.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 15.07.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στην προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 22.04.2019 (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144 παρ.1, 145 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 2248/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των δύο (2) συνολικά λόγων της (άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).
(I).– Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ. Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ’ όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του• ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών• δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία.
Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ) να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται, και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια• επίσης να εκτίθενται πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές – πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 28/1998).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ). «Πράγματα» είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση• ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που –υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ)– συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν «πράγματα» και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ’ όψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013).
Ειδικότερα, με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και το εφετείο κρίνει, αν το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθώς ή όχι με βάση τους λόγους –κύριους και (τυχόν) πρόσθετους– εφέσεως (άρθρα 520, 522 ΚΠολΔ).
Διασφαλίζεται, έτσι, ειδικώς σε σχέση με την έφεση, η ως άνω αρχή της συζητήσεως, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. Οι πλημμέλειες που ο εκκαλών αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση, συνιστούν τη νομική βάση της εφέσεως, ενώ το αίτημα καθώς και οι λόγοι της εφέσεως, που στηρίζουν το αίτημα, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα.
Οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως. Το εφετείο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση (άρθρο 523 ΚΠολΔ), εκτός αν μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσία (άρθρο 536 ΚΠολΔ).
«Κεφάλαιο» είναι η οριστική διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως, που αποφαίνεται για το παραδεκτό ή/και τη βασιμότητα αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας, δηλ. αιτήσεως που εμφανίζεται με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση. Η παραδοχή από το εφετείο ανυπάρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στο λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 781/2017).
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 106, 111 παρ.2, 216 παρ.1, 335, 337 και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών, που ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή προς θεμελίωσή της δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας διότι το δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο, προσδίδει στα πραγματικά περιστατικά, που ο ενάγων επικαλείται για τη θεμελίωση της αγωγής, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή, αφού λάβει υπ’ όψη την ιστορική βάση και το αίτημά της, στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας, αφού λάβει υπ’ όψη τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής ως άνω, τα υπάγει σε διαφορετική νομική διάταξη, από εκείνη, που ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή (ΑΠ 1468/2005).
Δημιουργείται, όμως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εφαρμόσει τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέος σε έννομη σχέση ευθέως ή αναλογικώς μετά τον αυτεπάγγελτο νομικό χαρακτηρισμό της αν και τα πραγματικά περιστατικά –που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί– περιλαμβάνονται, παρά τον δοθέντα διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, στην έννομη σχέση που συνδέει τα μέρη και, τόσο με το νομικό χαρακτηρισμό του ενάγοντος όσο και με τον αυτεπάγγελτο νομικό χαρακτηρισμό, δικαιολογεί και στις δύο περιπτώσεις ως έννομη συνέπεια, με την προσήκουσα υπαγωγή στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εκείνη που αναφέρεται στο αίτημα της αγωγής (ΑΠ 881/2010).
Τέτοια περίπτωση, πάντως, δεν συντρέχει όταν επί διαφορετικών αξιώσεων –ακόμη και της αυτής φύσεως, συμπληρωματικής η μία της άλλης– που πληρούν το πραγματικό όλων των σχετικών διατάξεων, ο ενάγων κατά τρόπο σαφή δηλώνει στην αγωγή του ότι ασκεί μόνο την αξίωση, που πηγάζει από μία από αυτές τις διατάξεις, έστω και αν στο οικείο δικόγραφο της αγωγής περιέχονται και πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την άλλη, συμπληρωματική της προηγούμενης, αξίωση• και αυτό γιατί το αντικείμενο της δίκης, το οποίο ανοίγεται με την αγωγή, περιορίζεται μόνο στην αξίωση που ο ενάγων επικαλείται και πηγάζει από τη συγκεκριμένη διάταξη, ενώ είναι αδιάφορο εάν οι διαφορετικές και συμπληρωματικές μεταξύ τους διατάξεις καθώς και οι προϋποθέσεις που τις θεμελιώνουν, περιέχονται στον ίδιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεδομένου ότι τότε δεν τίθεται ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού, αλλά ζήτημα εφαρμογής της αρχής της διαθέσεως, που, επίσης, καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, κατά την αρχή της διαθέσεως η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο εφ’ όσον ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφ’ όσον εξακολουθεί να ζητείται. Πράγματι, ο ενάγων, επιλέγοντας μία από τις ως άνω αξιώσεις, περιορίζει αυτοβούλως την έκταση της δικαστικής προστασίας που αιτείται, έτσι ώστε να μη ληφθούν υπ’ όψη τα πραγματικά περιστατικά, αν και περιέχονται στην αγωγή, που δεν ανήκουν στην αξίωση που επιλέγει, αφού, κατά την αρχή της διαθέσεως, το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται από τον ενάγοντα (ΑΠ 1181/2017).
(II).– Κατά το άρθρο 8 εδ. (α) ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α’ 98/23.04.1955), όπως ίσχυσε, την 30.04.2010, εργαζόμενος-υπάλληλος, που συνδέεται με σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφ’ όσον συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη [άρθρο 6 παρ.1 Ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α’ 67/18.03.1920)] ή το όριο ηλικίας κατά τον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό και σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65° έτος της ηλικίας του, αποχωρήσει δε από την υπηρεσία με την «συγκατάθεση» του εργοδότη, δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως [άρθρα 3 Ν. 2112/1920, 5 Ν. 3198/1955] επί απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 8 εδ. (β) του ιδίου Ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ.1 Ν. 435/1976 (ΦΕΚ Α’ 251/20-09-1976) και ίσχυσε την 30.4.2010, εργαζόμενος-υπάλληλος εν γένει, που υπάγεται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού Οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφ’ όσον συμπλήρωσε ή συμπληρώνει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορεί να αποχωρήσει της εργασίας του ή να απομακρύνεται αυτής από τον εργοδότη και να λάβει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις εάν δεν είναι επικουρικώς ασφαλισμένος το 50% και, εάν είναι επικουρικώς ασφαλισμένος, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής συντάξεως, το 40% της αποζημιώσεως επί απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας [άρθρα 3 Ν. 2112/1920, 5 Ν. 3198/1955, 16 Ν. 1539/1985 (ΦΕΚ Α.’ 64/05.04.1985)].
Οι ρυθμίσεις αυτές στον ίδιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποσκοπούν στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων υπαλλήλων. Η εφαρμογή του εδαφίου (α) του άρθρου 8 Ν. 3198/1955 προϋποθέτει υπάλληλο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου (όχι ορισμένου) χρόνου και ο υπάλληλος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας (κατά τον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό και, ελλείψει τέτοιου ορίου, του 65ου έτους)• ακόμη, προϋποθέτει την «συγκατάθεση» του εργοδότη για την αποχώρηση του υπαλλήλου.
Η διάταξη του εδαφίου (β) του άρθρου 8 Ν. 3198/1955 έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή σε υπάλληλο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 30/2009) και προϋποθέτει τη συμπλήρωση των όρων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος.
Σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό ή Οργανισμό του εργοδότη για τους εργαζομένους του (προσωπικό) με ισχύ ουσιαστικού νόμου, προβλέπει δε, ο Κανονισμός ή Οργανισμός, την αποχώρηση εργαζομένου-υπαλλήλου μετά τη συμπλήρωση προκαθορισμένου χρόνου (ορίου ηλικίας) είναι ορισμένου χρόνου (άρθρα 361, 648, 649, 669, 670, 672 ΑΚ).
Αν, όμως, με τον Κανονισμό ή Οργανισμό έχουν παραλλήλως προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως εργασίας, μονομερώς είτε από μέρους του υπαλλήλου είτε από μέρους του εργοδότη, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση (άρθρο 202 ΑΚ) και, αν η αίρεση πληρωθεί, δηλ. επέλθει η λύση της συμβάσεως, πριν από τη συμπλήρωση του προκαθορισμένου χρόνου, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 42/2002).
Υπό την έννοια αυτή, ως λόγος λύσεως της εργασιακής συμβάσεως μπορεί να προβλέπεται και η παραίτηση, με μονομερή δήλωση του υπαλλήλου, που διαφέρει από την καταγγελία για σπουδαίο λόγο (ΟλΑΠ 6/1989). Συνεπώς, εάν ο υπάλληλος παραιτήθηκε, προώρως ως άνω, μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται την μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955, εφ’ όσον υπάρχει και η «συγκατάθεση» του εργοδότη.
Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να δοθεί εκ των προτέρων, με σαφή δήλωση βουλήσεως του εργοδότη σε Κανονισμό ή Οργανισμό Προσωπικού του, έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου, αφού οι όροι τέτοιου Κανονισμού ή Οργανισμού αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου, ο οποίος προσχωρεί στον Κανονισμό ή Οργανισμό [άρθρα 1 παρ.2 Ν.Δ. 3789/1957 (ΦΕΚ Α’ 210/12.10.1957), 12 παρ.4 Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ Α’ 63/06.04.1988), 8 παρ.3 Ν. 2224/1994 (ΦΕΚ Α’ 112/06.07.1994)].
Το ποσό της αποζημιώσεως, που ως άνω οφείλεται εκάστοτε στον αποχωρούντα υπάλληλο, καθορίζεται από το δικαστήριο ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον ερνοδότη του και υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου κατά το τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (άρθρα 1, 3 Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 Ν. 3198/1955).
Κατά την τελολογική ερμηνεία των προηγουμένων διατάξεων του άρθρου 8 εδάφια (α) και (β) Ν. 3198/1955, που αφορούν σε διαφορετικές αξιώσεις μειωμένης αποζημιώσεως επί αποχωρήσεως υπαλλήλου από την εργασία του, η του εδαφίου (α) διάταξη είναι συμπληρωματική της του εδαφίου (β) διατάξεως (ΑΠ 229/2019) και συνεπώς εφαρμόζεται όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εδ. (β), ήτοι όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης.
Επίσης η διάταξη του εδαφίου (α), σε σχέση με τη διάταξη του εδαφίου (β), δεν είναι «ευνοϊκότερη», κατά το άρθρο 5 παρ.3 του ως άνω Ν. 435/1976 διότι το τελευταίο (άρθρο 5 παρ.3 Ν. 435/1976) αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτή του εδαφίου (β) καθώς και σε Σ.Σ.Ε., ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς, διαφορετικά, η ρύθμιση της του εδαφίου (β) διατάξεως δεν θα είχε νόημα υπάρξεως (ΑΠ 1692/2014).
Περαιτέρω, η από 01.12.1977 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας / Ειδική Σ.Σ.Ε. περιλαμβάνει τον «Οργανισμό Προσωπικού» της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία «ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. / Ι.Λ.Τ.Ε.» (Πρακτικό Καταθέσεως στο Υπουργείο Εργασίας 1846/01.12.1977)• καταρτίσθηκε δε, αυτή (Ειδική Σ.Σ.Ε.) κατά το Ν. 3239/1955 (ΦΕΚ Α’ 125/20.05.1955), σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.2 Συντάγματος, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 49468/10730 /07.12.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 1315/29.12.1977), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/ 10.07.1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 446/27.07.1981) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 256/2016). Το άρθρο 31 αυτού του Οργανισμού ορίζει (και) ότι:
«1.- Η μεταξύ της Τραπέζης και του Προσωπικού αυτής σύμβασις εργασίας λύεται, άμα τη συμπληρώσει του 62ου έτους της ηλικίας δια τους άνδρας και του 57ου έτους της ηλικίας δια τας γυναίκας υπαλλήλους.
2.- Οι κατά την διάρκειαν του ημερολογιακού έτους συμπληρούντες το ως άνω όριον ηλικίας αποχωρούν, αυτοδικαίως, την 1ην Ιανουαρίου του επομένου έτους [...].
3.- Η ως άνω σύμβασις εργασίας λύεται και προ της συμπληρώσεως του ανωτέρω ορίου ηλικίας εις τας εξής περιπτώσεις:
α.- Ένεκα θανάτου του μισθωτού,
β.- Ένεκα αδικαιολογήτου, συνεχούς απουσίας του μισθωτού επί τριάκοντα εργασίμους ημέρας, θεωρουμένης ως οικειοθελούς αποχωρήσεως,
γ.- Ένεκα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δια σπουδαίον λόγον (άρθρο 672 ΑΚ),
δ.- Συντρεχουσών των προϋποθέσεων, κατά τα υπό του άρθρου 5 του νόμου 2112/1920 οριζόμενα, ως ούτος ετροποποιήθη».
Στην από 26.06.2003 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας / Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία καταρτίσθηκε, κατά το Ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α’ 27 /08.03.1990) σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.2 Συντάγματος, περιλαμβάνεται ο «Οργανισμός Προσωπικού» της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK» (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας 22/30.06.2003)• ανήκει δε ο «Οργανισμός Προσωπικού» στο κανονιστικό μέρος της από 26.06.2003 Ε.Σ.Σ.Ε. (άρθρα 2 παράγραφοι 1 και 6, άρθρο 7 παρ.1, άρθρο 8 παρ.3 Ν. 1876/1990), έτσι έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 256/2016).
Προηγουμένως, η «ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» απορροφήθηκε την 26.04.2000 από την ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.» [Κ2-5127/25.04.2000 απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 2945 και 2950/26.04.2000, τ. ΑΕ - ΕΠΕ και ΓΕ.ΜΗ.), οπότε η τελευταία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» κατέστη καθολική διάδοχος της πρώτης «ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» [άρθρα 68 παρ.2, 75, 78, 74 Κ.Ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α’ 144/30.06.1920), 16 Ν. 2515/1997 (ΦΕΚ Α’ 154/25.07.1997), 6 παρ.1 Ν. 2112/1920, 3 Π.Δ. 572/1988 (ΦΕΚ Α’ 269 /06.12.1988), 4 Π.Δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162 / 12.7.2002)]. Στη συνέχεια, η καθολική διάδοχος μετέβαλε την επωνυμία της σε ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ και τον διακριτικό της τίτλο σε ALPHA BANK [Κ2-5643/10.05.2000 απόφαση Υπουργού Ανάπτυξης / ΓΕ.ΜΗ. Κ2 - 5643/10.05.2000].
Μετά ταύτα, η από 01.12.1977 Ειδική Σ.Σ.Ε., που περιλαμβάνει τον «Οργανισμό Προσωπικού» της εταιρίας ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ως άνω και ίσχυε [άρθρο 29 παρ.2 Ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α’ 46/14.04.1983)], καταργήθηκε την 30.06.2003 με τη νεώτερη της αυτής ιεραρχικής βαθμίδος από 26.06.2003 Ε.Σ.Σ.Ε. (άρθρο 5 ν. 1876/1990), που ίσχυσε από την 30.06.2003 και περιλαμβάνει τον «Οργανισμό Προσωπικού» της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΑΠ 256/2016). Στο άρθρο 32 του Οργανισμού αυτού, ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο 30.04.2010, ορίζονται τα εξής:
«Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της Τραπέζης λύεται, αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών:
α.- Για το μέχρι σήμερα υπηρετούν προσωπικό, που, με τη συμπλήρωση των ως άνω ανωτάτων ορίων, δεν θεμελιώνει τις ελάχιστες προϋποθέσεις λήψεως συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, η λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται, αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση των ελαχίστων ορίων συνταξιοδοτήσεως από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα.
β.- Όσοι συμπληρώνουν τα ανωτέρω όρια ηλικίας, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν, αυτοδικαίως, από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους.
γ.- Οι σχετικές διατάξεις για τα όρια ηλικίας του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή, όταν πρόκειται για μέλη Γενικής Διευθύνσεως (δηλαδή τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τους Γενικές Διευθυντές και τους Εντεταλμένους Γενικούς Διευθυντές).
δ.- Σε όσους εκ του προσωπικού της πρώην Alpha Τραπέζης Πίστεως αποχωρούν, λόγω συνταξιοδοτήσεως, όπου ο νόμος το επιβάλλει, καταβάλλεται από την Τράπεζα η προβλεπόμενη αποζημίωση για την κατηγορία εκάστου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους νόμους 3789/1957, 435/1976 και 207/1974.
Αυτή η υποχρέωση της Τραπέζης παύει να υφίσταται, εάν για εισφορές, που βαρύνουν και την ίδια, αναληφθεί η υποχρέωση καταβολής της προκαθορισμένης αποζημιώσεως από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα. Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας, μόνο, στις εξής περιπτώσεις:
1.- Δια του θανάτου του μισθωτού.
2.- Στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου, πέραν του μηνός, η οποία θεωρείται, ως οικειοθελής αποχώρηση, επιφέρουσα, αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός, τη λύση της σχέσεως εργασίας.
3.- Για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα.
4.- Στην περίπτωση ποινικής διώξεως του υπαλλήλου εκ μέρους της Τραπέζης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων».
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, που είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης 392/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 2248/2019 απόφαση και κατά τις παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως το άρθρο 8 εδ. (α) ν. 3198/1955• ειδικότερα, παραβίασε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και ως ευνοϊκότερη της διατάξεως του άρθρου 8 εδ. (β) ν.3198/1995, έτσι, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία.
Αμφότεροι οι λόγοι είναι παραδεκτοί (ορισμένοι) και, περαιτέρω, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητάς τους, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, ήτοι (i).- την από 15.10.2010 [Γ.Α.Κ. 180601 / Α.Κ.Δ. 6128 / 15.10.2010] ένδικη αγωγή, (ii).- την 392/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (iii).- την από 29.3.2017 [Γ.Α.Κ. 522400 / Ε.Α.Κ. 501292 / 30.3.2017 - Πρωτοδικείο Αθηνών] ένδικη έφεση και (iv).- την 2248/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που ο Άρειος Πάγος, παραδεκτώς, επισκοπεί, κατά περιεχόμενο [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
(Α).- Με την από 15.10.2010 αγωγή, ο ενάγων - αναιρεσείων, υπάλληλος της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ο οποίος αποχώρησε την 30.04.2010, από την υπηρεσία του, με την «συγκατάθεση» της εναγομένης, άσκησε μόνο την αξίωση της μειωμένης αποζημιώσεως, που πηγάζει από το άρθρο 8 εδ. (α) ν. 3198/1955 και μόνο για την αιτία αυτή, ζήτησε την επιδίκαση του συνολικού ποσού των 68.762,40 ευρώ.
(Β).- Η 392/2016 πρωτόδικη απόφαση έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη στο άρθρο 8 εδ. (α) ν. 3198/1955 και, στη συνέχεια, τη δέχθηκε μερικώς βάσιμη στην ουσία. Ειδικότερα, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, απεφάνθη ότι (σελίδες 11, 10) «ο ενάγων δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν στο πρόσωπό του οι διαγραφόμενες σε αυτό (άρθρο) προϋποθέσεις», συγκεκριμένα, «ο ενάγων, με το από 20.04.2010 έγγραφό του, δήλωσε στην εναγομένη πως αποχωρεί από την υπηρεσία του, την 30.04.2010, λόγω συνταξιοδότησης», «η εναγομένη, με την από 23.04.2010 επιστολή της, που απηύθυνε προς τον ενάγοντα, αποδέχεται και συμφωνεί στην οικειοθελή αποχώρησή του» και «αποχώρησε ο ενάγων από την εργασία του, την 30.04.2010, με τη συμπλήρωση του 62ου έτους ηλικίας, έχοντας συμπληρώσει χρόνο συνεχούς υπηρεσίας στην εναγομένη πλέον της 15ετίας»• επιδίκασε δε, ως μειωμένη (50%) αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955, το συνολικό ποσό των (12.000 + 44.800 =) 56.800 ευρώ, ήτοι 12.000 ευρώ καταψηφιστικώς και 44.800 ευρώ αναγνωριστικώς.
(Γ).- Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της από 29.03.2017 εφέσεως οριοθετείται, στο δικόγραφό της, κατά τους λόγους της (δύο συνολικά) και το αίτημά της, όπως παρακάτω (σελίδες 46, 50): «Η 392/2016 εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει μερικώς δεκτή, ενώ, αν δεν είχε υποπέσει στα ανωτέρω ερμηνευτικά και υπαγωγικά σφάλματα και είχε αξιολογήσει και εκτιμήσει ορθώς το αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως, θα είχε ορθώς απορρίψει εν συνόλω την αγωγή» (πρώτος λόγος). «Δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση οι προϋποθέσεις του εδαφίου (α) του άρθρου 8 ν 3198/1955, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της ως άνω διατάξεως και να μην είναι αυτή η διάταξη εφαρμοστέα».
Συνεπώς, «η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εξαφανιστέα καθώς το Πρωτοδικείο όφειλε (α).- να είχε εξετάσει, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (β) άρθρου 8 ν. 3198/1955 και (β).- να έχει εφαρμόσει τη διάταξη αυτή και όχι τη διάταξη του εδαφίου (α), καθότι ο ενάγων πληρούσε τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, και να έχει επιδικάσει την προβλεπόμενη από το τελευταίο αποζημίωση, που είναι σημαντικά μικρότερη, ανερχόμενη σε ποσοστό 40% και όχι 50% της αποζημιώσεως απολύσεως» (δεύτερος λόγος). Ακολούθως, ζητείται να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 392/2016 απόφαση και η από 15.10.2010 αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της.
(Δ).- Η 2248/2019 απόφαση του εφετείου απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία, με τις παρακάτω επί της ουσίας, αλλά και νομικές παραδοχές, που περιλαμβάνονται στις επί της ουσίας παραδοχές (σελίδες 18 - 26):
«|Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 17.10.1973 ως υπάλληλος ενταχθείς στο Λογιστικό Κλάδο, στην υπηρεσία της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ι.Λ.Τ.Ε.) και με την ιδίας ως άνω ημερομηνίας σύμβασή του εξαρτημένης εργασίας, προσχώρησε στις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της (από 01.12.1977 Σ.Σ.Ε.), η οποία [...] είχε ισχύ νόμου.
Η Ι.Λ.Τ.Ε. συγχωνεύθηκε, δι’ απορροφήσεώς της, από την τράπεζα με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε., δυνάμει των από 11.04.2000 και 18.04.2000 αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεών τους, αντιστοίχως [...]. Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία εξομοιούται, μετά την ως άνω συγχώνευση, με καθολική διάδοχο της Ι.Λ.Τ.Ε., δυνάμει της από 28.03.2000 αποφάσεως της Γενικής της Συνελεύσεως, μετέβαλε την επωνυμία της από ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.
σε ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. και τον διακριτικό της τίτλο από ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε. σε ALPHA BANK [...]. Την 26.06.2003, υπεγράφη επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.), που προβλέπει ότι μετά τη συγχώνευση της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε. με την ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., δι’ απορροφήσεως της δευτέρας από την πρώτη, προς εξασφάλιση ενιαίων όρων εργασίας και πλήρους λειτουργικής συγχωνεύσεως, η Τράπεζα και η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων, δηλ.
ο «Σύλλογος Προσωπικού ALPHA BANK» διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις, με σκοπό την κατάρτιση, στο χώρο της ενιαίας επιχειρήσεως, ενιαίου Οργανισμού Προσωπικού. Ο νέος ενιαίος Οργανισμός Προσωπικού καθορίζει, εν όψει των νέων συνθηκών, την υπογραφή της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κατατέθηκε νομοτύπως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, την 30.06.2003 και έκτοτε ισχύει, δεσμεύουσα πλήρως τα συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή την Τράπεζα και τους υπαλλήλους της), κάθε εργαζόμενος στην Τράπεζα υπάγεται στον παρόντα Οργανισμό Προσωπικού, καταργουμένης κάθε άλλης προηγούμενης σχετικής διατάξεως, τους όρους, τις αρχές και τους κανόνες, που διέπουν τη σχέση εργασίας, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις της ενιαίας επιχειρήσεως, προς ενεργοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων του προσωπικού, στα πλαίσια των συγχρόνων εργασιακών τάσεων.
Το προσωπικό της απορροφηθείσης Ι.Λ.Τ.Ε., που διεπόταν από τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού, που είχε καταρτισθεί με την από 11.11.1977 Ε.Σ.Σ.Ε., βάσει των διατάξεων του ν. 3239/1955 και είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [...] μετά την παραπάνω συγχώνευση των δύο Τραπεζών και την κατάρτιση του νέου και ισχύοντος Οργανισμού του προσωπικού της εναγομένης, κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 26.6.2003 Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κατατέθηκε, την 30.06.2003, στην Επιθεώρηση Εργασίας και έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού [...].
Συνεπώς, ο ενάγων προσχώρησε, υποχρεωτικά, στις διατάξεις του νέου και νυν ισχύοντος οργανισμού του προσωπικού της εναγομένης. Και τούτο διότι οι όροι του εφαρμοζόμενου, με ισχύ νόμου, κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του κανονισμού [...] επιπρόσθετα δε, κατά τη διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η νεώτερη Σ.Σ.Ε. μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης Σ.Σ.Ε., τόσο υπέρ, όσο και σε βάρος των εργαζομένων [...].
Ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, την 17.10.1973, είχε προσληφθεί από την Ι.Λ.Τ.Ε., με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της και, στη συνέχεια, υπηρέτησε στην εναγομένη, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, συγχωνεύθηκε, δι’ απορροφήσεώς της από την τελευταία, η Ι.Λ.Τ.Ε., έχοντας υπεισέλθει (η εναγομένη), αυτοδικαίως, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις, τα οποία πήγαζαν από τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος μέχρι την 30.04.2010, οπότε έχοντας το βαθμό του Εντεταλμένου Διευθύνσεως με valeur βαθμού από 01.01.1998, αποχώρησε από την εργασία του, αφού προηγουμένως δια της από 20.04.2010 επιστολής του, που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη, δήλωσε σε αυτήν ότι από 30.04.2010 αποχωρεί από την Τράπεζα οικειοθελώς και βεβαιώνοντας ότι έως την ανωτέρω ημερομηνία αποχώρησής του (30.04.2010), θα έχει εξαντλήσει το υπόλοιπο της κανονικής του αδείας.
Με δεδομένη τη συγκατάθεση της εναγομένης, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραίτησης του ενάγοντος από την εργασία του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραίτησης, η αποδοχή αυτής ή ρητή συγκατάθεση στην αποχώρηση του ενάγοντος, με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 και 202 ΑΚ, που ενυπάρχει στον Οργανισμό Προσωπικού της και η σύμβαση εργασίας του μετέπεσε εξ αρχής σε αορίστου χρόνου και δεδομένου ότι η δήλωση παραίτησης του ενάγοντος έγινε την 30.04.2010 ήτοι πριν την εφαρμογή του άρθρου 5 της Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου 6/28.02.2012, με το οποίο κατέστησαν από 14 Φεβρουαρίου 2012 αορίστου χρόνου κατά νομοθετικό ορισμό όλες οι συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης.
Επομένως, η κατά τον άνω τρόπο παραίτηση του ενάγοντος, με την αποδοχή της εναγομένης, θεωρείται, ως οικειοθελής αποχώρηση και επέφερε αυτοδικαίως τη λύση της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος από 01.05.2010. Πράγματι, ο ενάγων αποδείχθηκε ότι αποχώρησε από την εργασία του, την 30.04.2010, με τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του ως γεννηθείς την 28.7.1955 και έχοντας, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, συμπληρώσει 37 έτη υπηρεσίας και ασφάλισης στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, κατά το χρόνο αποχώρησής του από την εναγομένη, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος στον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, ήτοι στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στον οποίο υπάγονται ήδη όλοι οι κλάδοι σύνταξης των ασφαλιστικών ταμείων κύριας ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ν. 3371/2015, δεδομένου ότι κατά το χρόνο αποχώρησής του είχε συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία στην εναγομένη άνω των 35 ετών (και πριν την ισχύ του νόμου 3863/2010, με ημερομηνία ισχύος από 15.07.2010), με την υπ’ αριθμ. 1872/14.09.2010 απόφαση της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α., χορηγήθηκε σε αυτόν σύνταξη, λόγω γήρατος από 01.05.2010, το ποσό της οποίας υπολογίσθηκε, βάσει 35 ετών υπηρεσίας.
Συνεπώς, [...] συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για τη λήψη της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, κατ’ εφαρμογή, όμως, του εδαφίου (β') τούτου [...]. Πλην όμως, το αντικείμενο της αγωγής, όπως αυτό προσδιορίζεται από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και το αίτημα της αγωγής, που στηρίζεται στους εν λόγω ισχυρισμούς, είναι, μόνο, η επιδίκαση της από 50% μειωμένης αποζημίωσης του εδαφίου (α') του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 λόγω αποχώρησης και δεν υπάρχει, έστω και επικουρικά, αίτημα επιδίκασης της μειωμένης αποζημίωσης του εδαφίου (β') της πιο πάνω διάταξης και, κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται την οριζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. (α') του ν. 3198/1955 μειωμένη αποζημίωση και, στη συνέχεια, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 12.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 44.800 ευρώ, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην παραπάνω περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης έννομης σχέσης, διαφορετικού εκείνου στον οποίο είχε προβεί ο ενάγων, αλλά ζήτημα εφαρμογής της αρχής της διάθεσης [άρθρο 106 του ΚΠολΔ], εφ’ όσον, με την αγωγή του, ο ενάγων, εν προκειμένω, δήλωσε σαφώς ότι ασκεί την εκ του εδαφίου (α') του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 αξίωση λήψης της από 50% αποζημίωσης αποχώρησης αυτού, επικαλούμενος, μάλιστα, τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής και υποβάλλοντας αντίστοιχο αίτημα, είναι δε, αδιάφορο, αν στην ιστορική βάση της αγωγής περιέχονταν και οι προϋποθέσεις για τη λήψη της συμπληρωματικής της προηγουμένης αποζημίωσης (ύψους, κατά νόμο, 40%), κατά το εδάφιο (β') της διάταξης αυτής για την οποία δεν υπάρχει ούτε και επικουρικά σχετικό αίτημα.
Εξ άλλου, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του εδαφίου (α') του άρθρου 8 του v. 3198/1955, ως ευνοϊκότερης, έναντι του εδ. (β') του ιδίου νόμου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, με την οποία ορίζεται ότι «τυχόν ευνοϊκότεροι δια τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος», καθ’ όσον ως «ευνοϊκότερη» διάταξη, σε σχέση με αυτήν του εδαφίου (β') του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, δεν εννοεί, προδήλως, ο νόμος αυτήν του εδ. (α') του ιδίου άρθρου, αφού, στην περίπτωση αυτή, η ρύθμιση του εδ. (β') δεν θα είχε νόημα υπάρξεως, αλλά αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτή του εδαφίου (β') καθώς και σε Σ.Σ.Ε., ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς.
Πρέπει, συνεπώς, δεκτού γενομένου εν μέρει του σχετικού λόγου έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης) και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη|».
Εν όψει των παραπάνω παραδοχών και κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, το εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 8 ΚΠολΔ και, ειδικότερα:
Ως προς το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, το εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955, που ο αναιρεσείων επικαλείται διότι δεν ήταν εφαρμοστέα και, ορθώς, δεν την εφήρμοσε, αφού, κατά τις παραδοχές, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για λήψη από τον αναιρεσείοντα της μειωμένης αποζημιώσεως 40% του άρθρου 8 εδ. (β) Ν. 3198/1955.
Εξ άλλου, κατά τα ήδη στη μείζονα σκέψη προεκτεθέντα η διάταξη του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955 δεν είναι ευνοϊκότερη εκείνης του άρθρου 8 εδ. (β) Ν. 3198/1955 ώστε να είναι εφαρμοστέα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως προς το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, το εφετείο έκρινε, ως άνω ότι ο αναιρεσείων (εφεσίβλητος - ενάγων) πληρούσε τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 8 εδ. (β) ν. 3198/1955.
Ακολούθως, κατά παραδοχή λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης (εκκαλούσης - εναγομένης), εξαφάνισε την 392/2016 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), που έκρινε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται τη μειωμένη (50%) αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955 και, εν τέλει, απέρριψε την αγωγή στην ουσία, με το σκεπτικό ότι το αντικείμενο της από 15.10.2010 ένδικης αγωγής, όπως είχε προσδιορισθεί, από όσα πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων εξέθετε και από το αίτημά της (αγωγής), που στηρίζεται στα πραγματικά αυτά περιστατικά, ήταν, μόνο, η επιδίκαση της μειωμένης (50%) αποζημιώσεως του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955• ενώ, δεν υπήρχε, έστω και επικουρικώς, αίτημα επιδικάσεως της μειωμένης (40%) αποζημιώσεως του άρθρου 8 εδ. (β) ν. 3198/1955.
Η αιτούμενη, με την αγωγή, κατά την αρχή της διαθέσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), μειωμένη αποζημίωση 50% του άρθρου 8 εδ. (α) ν. 3198/1955 και χωρίς να τίθεται ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης έννομης σχέσεως, είναι «εκκληθέν κεφάλαιο», αφού αποτελεί αίτηση δικαστικής προστασίας, που εμφανίζεται με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση.
Η 392/2016 πρωτόδικη απόφαση αποφάνθηκε, με διάταξη της ότι η συγκεκριμένη αίτηση είναι νόμιμη και μερικώς βάσιμη στην ουσία και η αναιρεσίβλητη, με λόγο της εφέσεώς της, παραπονείται γι' αυτή τη μειωμένη αποζημίωση. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όσα, περαιτέρω, ο αναιρεσείων επικαλείται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως (σελίδες 25, 26 της αιτήσεως αναιρέσεως) ότι το εφετείο «εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία και, έτσι, χειροτέρευσε τη θέση του, αν και ο ίδιος δεν άσκησε αντίθετη έφεση ή αντέφεση», πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, όπως εκτέθηκε στην (I) νομική σκέψη, κρίση του εφετείου επί της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επίσης, δεν γίνεται λόγος, στην προκειμένη περίπτωση, για "χειροτέρευση της θέσεως" του αναιρεσείοντος, ως εφεσίβλητου, «χωρίς να ασκήσει ο ίδιος αντίθετη έφεση ή αντέφεση», αφού το άρθρο 536 ΚΠολΔ, όπως εκτέθηκε στην (I) μείζονα σκέψη, αναφέρεται σε χειροτέρευση της θέσεως του εκκαλούντος, όχι του εφεσίβλητου• δηλ.
ότι το εφετείο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση, επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση (άρθρο 536 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός εάν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δικάζει κατ’ ουσία την υπόθεση, οπότε μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση (άρθρο 536 παρ.2 ΚΠολΔ).
Μετά ταύτα, εφ’ όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 2248/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 106, 179, 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01.07.2019 αίτηση για αναίρεση της 2248/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Σεπτεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα,την 29 Μαρτίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ