Supreme Court dismisses appeal on grounds that appellate court did not award more land than requested by the plaintiff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Minister of Finance's appeal against a lower court's property judgment. The appellant argued the appellate court erred by awarding two separate land parcels totaling 113 hectares, which exceeded the 160-hectare claim in the original lawsuit. The court rejected this claim, ruling that the awarded parcels were entirely contained within the boundaries of the plaintiff's original request and did not constitute an award of additional property.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 176 of the Code of Civil Procedure; An appellate court's decision awarding property within the specific boundaries and total area requested in the plaintiff's claim does not constitute a procedural error under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 400 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 400/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, , Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Υπουργού Οικονομικών, υπό την ιδιότητα του ως εποπτεύοντος τις υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταλειπόμενες περιουσίες κατ' άρθρο 126 α.ν. 2039/1939 και ήδη άρθρου 69 του Ν. 4182/2013 και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του ..., που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. Β., κατοίκου ..., ως κυρίου διαδίκου (ενάγοντα) στην δεύτερη δίκη και προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του αρχικού διαδίκου Σ. Γ. Β. (ανακόπτοντα και συνακόλουθα των κληρονόμων του) στην πρώτη δίκη, 2) Των κληρονόμων του αρχικού ανακόπτοντος Σ. Γ. Β., ήτοι: α) Μ. Σ. Β. , παρισταμένης τόσο ατομικά όσο και ως κληρονόμου της Σ., χήρας Σ. Β., κατοίκου ..., ..., β) Ε. Χ. του Θ., χήρας Δ. Β. του Σ., παρισταμένης τόσο ατομικά όσο και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Σ. Β. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Νικόλαο Κανελλόπουλο και Αλέξανδρο Στρίμπερη, 3) Των καθών η ανακοπή του αρχικού διαδίκου Σ. Γ. Β. με την ιδιότητα των καθών η αναγκαστική εκτέλεση διαδίκων και ειδικότερα:
α) Των κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Κ. Σ. Μ. και Π. συζύγου Κ. Μ., ήτοι:
i) των κληρονόμων της Μ. συζύγου Π. Π., κατοίκου ...:
αα) Κ. Π. Π., κατοίκου ..., ββ) Θ. Π. Π., κατοίκου ..., ii) Β. συζύγου Κ. Α., κατοίκου ..., β) Σ. Δ. Μ., κατοίκου ....
γ) Των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Δ. Κ. Μ.. ήτοι:
ί) Α. χήρας Δ. Μ., κατοίκου ...
ii) Κ. Δ. Μ., κατοίκου ..., iii) Κ. Δ. Μ., κατοίκου ..., iv) Π. Δ. Μ., συζύγου Ε. Τ., κατοίκου ..., δ) του Γ. Β. Β., κατοίκου ..., ε) των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Ν. Β., ήτοι:
ί) του Ν. Β. Β., κατοίκου ..., ii) του Κ. Β. Β., κατοίκου ..., iii) του Γ. Β. Β., κατοίκου ..., ϊν) της Λ. Β. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο 4) Των κυρίως παρεμβάντων στη δεύτερη δίκη, ήτοι:
α) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., β) Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., αρ. 5 γ) Ε. Α. του Γ., σύζυγος Γ. Ξ., κατοίκου ... και δ) Δ. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Ο. ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΔΙΚΟΥΣ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΚΕΣ 1)Σ. Β. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Λάλα 2)Α. Β. Γ., σύζυγο Ε. Τ., κάτοικο ..., αμφοτέρων ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος και δεύτερου αρχικού καθού στην πρώτη δίκη Β. Σ. Γ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 3)του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α)με την από 31-12-1977 ανακοπή του Σ. Β., την από 7-9-2000 κλήση προς συζήτηση της ως άνω ανακοπής που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν με τις από 3-4-2001 κύρια παρέμβαση του Ι. Γ.Α. κλπ και την από 6-2-1979 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, β) την από 3-2-1984 αγωγή του Χ. Β. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν αντίστοιχα α) οι αποφάσεις: 108/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 913/2003 του Εφετείου Πατρών. Ακολούθως με την από 1-10-2003 κλήση επανήλθε προς μετ' απόδειξη συζήτηση η από 31-12-1977 ανακοπή, εκδόθηκε η 39/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, β) εκδόθηκε η 21/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και η 15/2003 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, 73/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-1-2018 (αρ.κατ. 5/1.2.2018) αίτηση αναίρεσης του Υπουργού των Οικονομικών, προσβάλλεται η 73/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκαση, επί δύο συναφών δικών που ήχθησαν ενώπιον του και αποτελεί κατάληξη, κατά τα όσα ενδιαφέρουν, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή ( άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων Ι.I.
Με την από 31-12-1977 (αρ.κατ. 1/1978) διεκδικητική ανακοπή του αρχικού διαδίκου Σ. Γ. Β. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στρεφόμενη κατά Α. των επισπευδόντων δανειστών 1) του εδρεύοντος στο …. ... 2) του Β. Σ. Γ.υ και Β. των καθ' ων η εκτέλεση 1) Κ. Σ.Μ. κλπ, σε σύνολο έξι προσώπων, ο πρώτος (Σ. Γ. Β.) [ζήτησε την ακύρωση της 647/1977 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου του αναφερόμενου δικαστικού επιμελητή , δια της οποίας αποβλήθηκε από εδαφική έκταση 200 στρεμμάτων, κυριότητάς του, καθώς και την αναγνώριση της κυριότητάς του επί της εδαφικής αυτής έκτασης και την απόδοσή της σε αυτόν.
Επί της ανακοπής αυτής, και μετά τον επελθόντα θάνατο του αρχικού ανακόπτοντος, καθώς και του υπό στοιχείο Α2 των καθ'ων η ανακοπή, εκδόθηκε τελικά η 39/2004 απόφαση του άνω δικαστηρίου, το οποίο συνεκδικάζοντας την ανακοπή (αφού η δίκη ως προς τους αποβιώσαντες συνεχίστηκε με τους κληρονόμους τους), με την ασκηθείσα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών υπέρ του υπό στοιχείο ΑΙ των καθ'ων η ανακοπή (...), δέχθηκε την διεκδικητική ανακοπή, καθόλα τα παραπάνω αιτήματά της.
Κατά της απόφασης αυτής , άσκησε, μεταξύ άλλων, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, την από 4-5-2007 (αρ.κατ. 53/2007) έφεσή του ο Υπουργός των Οικονομικών ως προσθέτως παρεμβάς στην πρωτοβάθμια δίκη . II. Με την από 3-9-1984 (αρ.κατ. 49/1985) διεκδικητική αγωγή του Χ. Δ.Β. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στρεφομένη κατά 1) του εδρεύοντος στο …. ...
και 2) των αναφερόμενων νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Β. Γ., ο ενάγων ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί των αναφερόμενων ακινήτων , συνολικής έκτασης 160 στρεμμάτων, από τα οποία αποβλήθηκε από τους εναγόμενους σε εκτέλεση της ίδιας ως άνω 647/1977 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου του αναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, και την απόδοσή τους σε αυτόν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 15/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, (μετά την παραπομπή της αγωγής σε αυτό ως καθ'υλην αρμοδίου), το οποίο συνεκδικάζοντας την αγωγή, με την επίσης ασκηθείσα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών υπέρ του πρώτου εναγομένου ..., καθώς και την κύρια παρέμβαση των Ι.
Γ.Α. κλπ., δέχθηκε κατά ένα μέρος την διεκδικητική αγωγή (για συνολική έκταση 132 στρεμμάτων), ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησε μεταξύ άλλων, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, την από 18-3-2003 (αρ.κατ. 24/2003) εφεσή του, ο Υπουργός των Οικονομικών, ως προσθέτως παρεμβάς στην πρωτοβάθμια δίκη.
Επί των παραπάνω εφέσεων του Υπουργού των Οικονομικών , και των άλλων, εκδόθηκε τελικά η προσβαλλόμενη 73/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Με αυτήν το δικαστήριο συνεκδίκασε, όλες τις εφέσεις, με τους πρόσθετους λόγους, μεταξύ των αρχικών διαδίκων ή των νομίμων κληρονόμων τους, που υπεισήλθαν στη δίκη, καθώς και την από 2-1-2013 (αρ.κατ. 4/2013) πρόσθετη παρέμβαση, που απευθύνθηκε ενώπιον του, του Χ.
Δ.Β. (ενάγοντος στη δεύτερη δίκη), υπέρ των αρχικών εφεσιβλήτων ή των κληρονόμων τους στην έφεση του Υπουργού των Οικονομικών που αφορά την πρώτη δίκη, ήτοι υπέρ των κληρονόμων του αρχικού ανακόπτοντος Σ. Γ.Β., λόγω της στο μεταξύ ειδικής διαδοχής, συνεπεία πώλησης από τον ανακόπτοντα σε αυτόν (παρεμβάντα) του επίδικου ακινήτου, στρεφομένη κατά του εκκαλούντος Υπουργού των Οικονομικών και καθόλων των αρχικών επισπευδόντων δανειστών και των αρχικών καθών η εκτέλεση ή των κληρονόμων τους, ερήμην των τελευταίων, και αντιμωλία των λοιπών.
Ακολούθως, καθόσον αφορά στην πρώτη δίκη, αφού όρισε παράβολο για τους ερημοδικασθέντες, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια (39/2004) απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης του Υπουργού των Οικονομικών, και στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή κατά το περί ακύρωσης της έκθεσης βίαιης αποβολής αίτημά της, ενώ δέχθηκε την ενωμένη σε αυτήν (όπως κρίθηκε) διεκδικητική αγωγή και αναγνώρισε τον αρχικό ανακόπτοντα Σ.
Γ.Β. κύριο της αναφερόμενης εδαφικής έκτασης 200 στρεμμάτων και διέταξε την απόδοσή της στους κληρονόμους του, καθόσον δε αφορά στη δεύτερη δίκη, αφού εξαφάνισε επίσης την πρωτοβάθμια (15/2003) απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης του Υπουργού των Οικονομικών , αλλά και των άλλων, στη συνέχεια απέρριψε την κύρια παρέμβαση, ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την διεκδικητική αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα Χ.
Δ.Β. κύριο συνολικής έκτασης 113.241,49 τμ και διέταξε την απόδοσή της σε αυτόν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 β, 577, 309 εδ 1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β Κ.Πολ,Δ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1, 2 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ,Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη προτού, δηλαδή, γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας , η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο) όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας ως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει, παρεμπιπτόντως;
ο Αρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001).Στην προκειμένη περίπτωση,όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης του Υπουργού των Οικονομικών απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (73/2017) εκδόθηκε ερήμην των αναφερόμενων αρχικών καθ' ων η εκτέλεση ή των κληρονόμων τους στην πρώτη δίκη που αφορούσε τη διεκδικητική ανακοπή και ήδη των με αριθμό (3.
α....κ.λ.π.) των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι απολίπονταν και κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς η απόφαση, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τους παραπάνω ερημοδικασθέντες, ως προς τους οποίους ορίσθηκε, όπως προεκτέθηκε και παράβολο ερημοδικίας. Πλην όμως δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στους ίδιους διαδίκους, ή στους κληρονόμους τους, ώστε να αρχίσει γι' αυτούς η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, αφού δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης, ούτε προκύπτει από επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης αυτής, ούτε αποδεικνύεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και η απόρριψη αυτής με άλλη απόφαση.
Δεν αποδεικνύεται.δηλαδή/ότι οι ερήμην ως άνω δικασθέντες διάδικοι, οι οποίοι πλέον είναι απλοί ομόδικοι των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης που αφορά μόνο την κυριότητα επί του επίδικου (διεκδικητική αγωγή), μετά την απόρριψη, όπως προεκτέθηκε της διεκδικητικής ανακοπής κατά το περί ακύρωσης της έκθεσης βίαιης αποβολής αίτημα, απώλεσαν το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη ή έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος.
Επομένως, η αναίρεση ως προς τους παραπάνω με αριθμό (3 α.....κ.λ.π) αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους δεν προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά την παρ.3 εδ.β' του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας οι με αριθμό (4α....κ.λ.π.) των αναιρεσιβλήτων, ως κυρίως παρεμβάντων στη δεύτερη δίκη ήτοι των Ι. Α. κλπ σε σύνολο τέσσερα (4) φυσικά πρόσωπα, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ.
Ο., ο οποίος όμως δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει ρητή προς τούτον πληρεξουσιότητα από τους εν λόγω διαδίκους. Επομένως, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν παρίστανται νόμιμα, ώστε πρέπει να ερευνηθεί αν κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αναίρεσης και παραστάντες με αριθμούς (1) και (2.α και β) των αναιρεσιβλήτων, …57Β/18-7-2018, …82Δ/19-7-2018, …87Δ/19-7-2018, και …86Δ/19-7-2018, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών, του Εφετείου Δυτ.Στερεάς Ελλάδος, Σ.
Σ., η πρώτη, και του Εφετείου Αθηνών, Ν. Φ., οι λοιπές, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με τις κάτω από αυτή πράξεις, με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε σε καθένα των παραπάνω διαδίκων , νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης , ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες . Περαιτέρω, προκύπτει ότι και οι αναφερόμενοι με αριθμ. 1 και 2 (προς τους οποίους κοινοποιείται η αναίρεση) Σ. Β.Γ. και Α. Β.Γ., ως κληρονόμοι του αρχικού Β. Γ., εκ των οποίων ο πρώτος παραστάθηκε μεν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Λάλα, χωρίς όμως αυτός να επικαλείται, ούτε να προσκομίζει ρητή προς αυτόν πληρεξουσιότητα, η δε δεύτερη ουδόλως εμφανίσθηκε , ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους ίδιους παραπάνω επισπεύδοντες τη συζήτηση της αναίρεσης και παραστάντες αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις …83Δ/19-7- 2018 και …84Δ/19-7-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Φ.. Εξάλλου, το αναφερόμενο με αριθ. 3 (προς το οποίο κοινοποιείται η αναίρεση), ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", υπέρ του οποίου ασκήθηκαν από τον 'ήδη αναιρεσείοντα οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις στις πρωτοβάθμιες δίκες, και μετά του οποίου έτσι ο αναιρεσείων τελεί σε (επιγενόμενη) αναγκαστική ομοδικία (ΑΠ 177/2017), παρέστη νομότυπα και κατέθεσε και προτάσεις.
Α. Ως προς τους λόγους αναίρεσης που αφορούν τη διεκδικητική ανακοπή του Σ. Γ.Β..
Κατά το άρθρο 936 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και, ιδίως, δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.
Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 936 ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του καθού η εκτέλεση, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 2154/2014). Με τη διάταξη αυτή παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα (ανακοπή) στον τρίτο, δηλαδή σε πρόσωπο έξω από τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς προστασία δικαιώματος του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, που είναι επικρατέστερο εν όλω ή εν μέρει έναντι του επικαλουμένου δικαιώματος του καθού η εκτέλεση.
Η ανακοπή δε τρίτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (έμμεσης εκτέλεσης), αλλά και σε οποιοδήποτε είδος αναγκαστικής εκτέλεσης και, επομένως, και επί άμεσης εκτέλεσης (ΑΠ 639/2014). Η άσκηση της ανακοπής αυτής δεν υπόκειται ευθέως από το νόμο σε χρονική οριοθέτηση, όμως είναι δυνατόν να ασκηθεί κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση έως και την κύρια διαδικασία, ιδίως μάλιστα με αφορμή τις περιπτώσεις της άμεσης εκτέλεσης, όπου η κύρια διαδικασία εντοπίζεται σε μια πράξη (ΑΠ 639/2014).
Στην περίπτωση αυτή, της άμεσης εκτέλεσης, όπως είναι και εκείνη της απόδοσης ακινήτου (άρθρα 943 παρ. 1 ΚΠολΔ), μετά την εγκατάσταση του υπέρ ου η εκτέλεση ο τρίτος προστατεύεται μόνο με τις αγωγές του κοινού δικαίου για την προστασία της ιδιοκτησίας του, όπως είναι η διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, κατά τα άρθρα 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ (ΑΠ 2154/2014, ΑΠ 1705/2009), και όχι κατά το άρθρο 1020 ΚΠολΔ, το οποίο δεν έχει εφαρμογή στην άμεση εκτέλεση.
Περαιτέρω, παραδεκτά σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοπή τρίτου η διεκδικητική ή η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας κινητού ή ακινήτου που έχει εκπλειστηριαστεί, ή επισπεύθηκε κατ' αυτού άμεση εκτέλεση, οπότε μαζί με την ανακοπή εξετάζεται και η αγωγή (ΑΠ 1705/2009, ΑΠ 927/2002,ΑΠ 434/1995).
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου της Αρεοπαγίτη Παρασκευής Καλαϊτζή, αν ασκηθεί διεκδικητική ανακοπή τρίτου, που αφορά ακίνητο, μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή ή μετά την συντέλεση της άμεσης εκτέλεσης με την αποβολή των καθών η ανακοπή και η εκτέλεση - εναγομένων και την εγκατάσταση του καθού η ανακοπή επισπεύδοντος- ενάγοντος σε αυτό, η εν λόγω ανακοπή είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στο ίδιο δικόγραφο σωρεύεται διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου και να ερευνηθεί ως τέτοια, ούτε το δικόγραφο της διεκδικητικής ανακοπής μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διεκδικητική αγωγή και αν ακόμη περιέχει τα στοιχεία αυτής, όταν μάλιστα αφορά άμεση εκτέλεση, όπου δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1020 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικώς στις δικονομικές ακυρότητες, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1709/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αρχικός ανακόπτων - ενάγων Σ. Β. του Γ. με την από 31-12-1997 διεκδικητική ανακοπή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσσολογγίου, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας την οποία χαρακτηρίζει ως ανακοπή, εξέθετε τα πιο κάτω πραγματικά περιστατικά: Με αγορά από τον αληθή κύριο Χ.
Θ. Α., που πραγματοποιήθηκε με το ….79/11.9.1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του περιγραφόμενου κατά θέση έκταση και όρια ακινήτου (λειβαδίου). εκτάσεως 200 στρεμμάτων. Το ίδιο ακίνητο απέκτησε και κατά πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, διότι ο ίδιος από το χρόνο κατάρτισης του άνω συμβολαίου έως το 1977 και ο δικαιοπάροχος του από το έτος 1949 έως το έτος 1960, ασκούσαν τις περιγραφόμενες στην ανακοπή πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 και 20 ετών αντιστοίχως.
Ωστόσο, οι καθών η άνω ανακοπή, ήτοι το εδρεύον στο …. "..." και ο Β. Γ. του Σ., δηλαδή οι επισπεύδοντες την εκτέλεση της 21/1976 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε επί της από 21-4-1973 αγωγής αυτών κατά των αναφερομένων σ' αυτήν εναγομένων και καθών η εκτέλεση, με την …47/1977 έκθεση "βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου", που συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Β., προέβησαν παρανόμως και κακοπίστως στην αποβολή τόσο του ίδιου (ανακόπτοντος) όσο και των άνω εναγομένων και καθών η εκτέλεση προσώπων από το ανωτέρω ακίνητο της ιδιοκτησίας του και στην κατάληψη αυτού, εφόσον δυνάμει της άνω πράξεως αναγκαστικής εκτέλεσης εγκαταστάθηκαν σ' αυτό και μάλιστα το πρώτο ενάγον και επισπεύδον την εκτέλεση "..." σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτού (ακινήτου) και ο Β.
Σ. Γ. στο υπόλοιπο από 3/4 εξ αδιαιρέτου και εξακολουθούν να κατέχουν μέχρι την άσκηση της ανακοπής ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο ο ανακόπτων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, να αναγνωρισθεί ως άκυρη η αναγκαστική εκτέλεση που ενεργήθηκε επ' αυτού δυνάμει της άνω έκθεσης "βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου" και να υποχρεωθούν οι καθών η ανακοπή να του αποδώσουν το ανωτέρω ακίνητο με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε τελικά η 39/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δέχθηκε τη διεκδικητική ανακοπή κατά τα παραπάνω κύρια αιτήματα, και ακολούθως, μετά την έκδοση άλλων παρεμπιπτουσών αποφάσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 73/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία, κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, όπως προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, αφού εξαφάνισε την εκκαλσύμενη, στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή κατά το περί ακύρωσης της έκθεσης βίαιης αποβολής αίτημά της , δεχόμενο ότι η ανακοπή αυτή και κατά το παραπάνω αίτημά της εκ του άρθρου 936 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι από τους περιεχόμενους στο δικόγραφο αυτής ισχυρισμούς του ανακόπτοντος προέκυπτε ότι είχε συντελεσθεί η αναγκαστική εκτέλεση με την αποβολή των καθών η ανακοπή και η εκτέλεση εναγομένων και την εγκατάσταση των επισπευδόντων την εκτέλεση εναγόντων στο διεκδικούμενο ακίνητο.
Περαιτέρω, δεχόμενο ότι στην ανακοπή αυτή επιτρεπτά σωρεύεται αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητας του ανακόπτοντος-ενάγοντος στο διεκδικούμενο ακίνητο και απόδοσής του , που περιέχει τα στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής εκ του άρθρου 1094 ΑΚ, καθόλα ορισμένης και νόμιμης , έκανε δεκτή στη συνέχεια αυτήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε τον παραπάνω αρχικό ανακόπτοντα-ενάγοντα κύριο του διεκδικούμενου ακινήτου των 200 στρεμμάτων και διέταξε την απόδοσή του στους ήδη κληρονόμους του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη διεκδικητική αγωγή ακινήτου, η οποία, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, επιτρεπτά σωρεύεται στην εν λόγω ανακοπή, έχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία αυτής και ερευνάται αυτοτελώς μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης της ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου στο σύνολο της, της ένδικης ανακοπής-αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά πλειοψηφία.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα ττρόχαση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
"Από την εκτίμηση ... αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του ….79/11.09.1960 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ….. στον τόμο ….2 και με αριθμό ….99, ο Σ. Β. του Γ., αγόρασε από τον αληθινό κύριο Χ. Θ. Α., το αναφερόμενο στο συμβόλαιο αυτό αγροτικό ακίνητο, ήτοι ένα λιβάδι μαζί με όλα τα συστατικά του, το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., εκτάσεως 200 περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με βράχο και γούβα, δυτικά με λιβάδι πρώην Β.
Β. και ήδη προικώο Σ. Γ., με όμοιο κληρονόμων Σ. και με όμοιο Χ. Β. και εκείθεν με ρεύμα, βόρεια με βράχο Β. και νότιο, με κτήματα κληρονόμων Ρ.. Το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε αδιατίμητη προίκα που παρεχώρησε στον άνω πωλητή ο πατέρας της συζύγου του Γ. ή Φ., δηλαδή ο δικηγόρος Μεσολογγίου Χ. Β. του Δημητρίου με το …65/08/06/1949 προικοσυμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου … στο τόμο ….5 και αριθμό …01, η πώληση δε αυτού (ακινήτου) στο Σ.
Β. επιτράπηκε με την 415/1960 απόφαση, του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Τόσο ο Σ. Β. του Γ. από το έτος 1960 ως το έτος 1977, όσο και ο δικαιοπάροχος αυτού, δηλαδή ο Χ. Α., από το έτος 1949 έως την κατάρτιση του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου με την ιδιότητα του επικαρπωτή και η σύζυγος αυτού Γ. Φ. με την ιδιότητα της ψιλής κυρίας, ασκούσαν συνεχώς και αδιατάρακτα στο ανωτέρω ακίνητο όλες τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις κυριότητας, νομής και κατοχής με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου.
Δηλαδή, προέβαιναν σε πράξεις αυτού κατά τον προορισμό του, ήτοι έβοσκαν τα ποίμνιά τους, εκμίσθωναν ή παραχωρούσαν τη χρήση του σε τρίτους, εισέπρατταν μισθώματα, ενεργούσαν διάφορες καλλιέργειες, λάμβαναν μέτρα προστασίας και φύλαξης αυτού και απαγόρευσης από κάθε προσβολή των δικαιωμάτων τους κ. α.
Τις ίδιες πράξεις κυριότητας, νομής και κατοχής ενεργούσε με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριος και ο προαναφερόμενος προικοδότης τουλάχιστον από το έτος 1910 έως την κατάρτιση του ανωτέρω προικοσυμβολαίου κατά το έτος 1949. Για τις ανωτέρω ενέργειες του Σ. Β. και των δικαιοπαρόχων του αναφέρουν με λεπτομερή πραγματικά χαρακτηριστικό, περιστατικά, σαφήνεια και άμεση γνώση στις καταθέσεις τους που περιέχονται στην ανωτέρω εισηγητική έκθεση οι μάρτυρες απόδειξης Τ.
Π. και Α. Τ., τις οποίες (καταθέσεις) το παρόν δικαστήριο θεωρεί ως αξιόπιστες και ως πλησιέστερες στην αλήθεια και στην πραγματική κατάσταση που επικράτησε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα στην επίδικη έκταση. Ειδικότερα ο Τ. Π., που γεννήθηκε κατά το έτος 1927 και είναι μόνιμος κάτοικος ..., αναφέρει ότι: "...
Ο ειρημένος Χ. Α.ς ήτο υπάλληλος της ... και δεν υπηρετούσε εδώ στο … αλλά σε άλλα μέρη. Το επίδικο από τότε που το πήρε προίκα μέχρι τότε που το πούλησε στον Σ. Β. το είχε νοικιασμένο στον Σ. Β., ο οποίος το βοσκούσε και το εξεμεταλεύετο όλον αυτόν τον χρόνο σαν ενοικιαστής. Από τότε δε που το αγόρασε ο ανακόπτων έπαυσε να το εκμεταλλεύεται ως μισθωτής και το ενέμετο πλέον ως ιδιοκτήτης.
Πριν το δώσει προίκα στον Α. ο Χ. Δ. Β. αυτό το κτήμα το εξεμεταλεύετο και το ενέμετο επί πάρα πολλά χρόνια ο ίδιος. Εγώ τουλάχιστον αυτόν τον δικηγόρο Χ. Δ. Β. θυμάμαι να εκμεταλλεύεται το επίδικο αυτό τότε που κατόλ.αβα τον εαυτό μου αλλά και πριν ο ίδιος το εξεμεταλεύετο όπως προκύπτει και από συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο ειρημένος Χ.
Β. του έχει νοικιάσει αυτό το κτήμα και στον πατέρα μου ...Το κτήμα αυτό των 200 στρεμμάτων το είχε νοικιάσει ο πατέρας μου Κ. Π. από το δικηγόρο Χ. Β. με συμβόλαιο που είχε συνταγεί αν θυμάμαι καλό. το 1911 ..." (4 και 7 σελίδες της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης), ενώ ο Α. Τ., που είναι επίσης κάτοικος ... και γεννήθηκε κατά το έτος 1935, αναφέρει ότι: "...
Το επίδικο αυτό ανήκει εις τον ανακόπτοντα, από το έτος 1961 όταν το αγόρασε από τον 1 ... Όπως ξέρω ο Χ. Α.ς το είχε πάρει με προίκα από τον τότε δικηγόρο Χ. Δ. Β. ...Το επίδικο από τότε που το πήρε προίκα ο Α. και μέχρι που το πούλησε ο Σ. Β.ς το είχε νοικιασμένο στον ίδιο τον ανακόπτοντα, ο οποίος το βοσκούσε και το εκμεταλεύετο σαν νοικιαστής, δηλαδή μέσο.
στο επίδικο βοσκούσε τα γιδοπρόβατά του καλλιεργούσε βρώμη για ζωοτροφές και μερικές φορές έφραζε μερικά κομμάτια μέσα στο επίδικο και έσπερνε σιτάρι. Πριν από τον Α. ο πεθερός του Β., ο οποίος είχε και άλλα στρέμματα εκτός από το επίδικο στην ίδια τοποθεσία και τα εκμεταλλευότανε ο ίδιος είτε δια καλλιέργειας είτε διαμισθώσεως, έχω δε ακούσει ότι πολύ παλαιότερα το είχε νοικιάσει για λιβάδι σε κάποιον Π.
Επίσης ξέρω ότι ο ανακόπτων σαν ενοικιαστής του Α. το υπενοικίαζε κατά διαστήματα σαν λιβάδι σε έναν Χ. και σε έναν Δ., των οποίων τα μικρά ονόματα δεν θυμάμαι..." (24 και 25 σελίδες της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης). Αντίθετα, ο μοναδικός μάρτυρας ανταπόδειξης Ι. Α. του Χ., που γεννήθηκε κατά το έτος 1907, κάτοικος ..., πατέρας του Γ.
Α., ο οποίος διεκδικούσε τμήμα έκτασης 130 περίπου στρεμμάτων ευρισκόμενο εντός του επιδίκου ακινήτου, πέραν του ότι δεν είχε άμεση γνώση της περιοχής, εφόσον ο ίδιος, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του, από το έτος 1950 έως το έτος 1977 ουδέποτε επισκέφθηκε την περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο (18 σελίδα της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης) "...
Από το 1950 μέχρι το 1977 ουδέποτε μετέβην στην περιοχή ούτε εβόσκησα εκεί, αναφέρει επίσης ότι δεν γνωρίζει:... αν ο ανακόπτων αγόρασε 200 στρέμματα λιβάδι στη θέση ... από τον Χ. Α., ούτε γνώρισα ποτέ ποιος είναι αυτός που με ρωτάτε ο Χ. Α.ς" (19 σελίδα της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης), σε άλλο σημείο (στην ίδια σελίδα της ίδιας έκθεσης) αναφέρει ότι: "...
Τον Χ. Β. το δικηγόρο τον γνώριζα. Δεν γνωρίζω αν ο Χ. Β. στη θέση ... είχε ποτέ κτήμα - λιβάδι. Όλο το επίδικο μέχρι τη ... ο ανακόπτων Σ. Β.ς το βοσκούσε με τα γίδια και τα πρόβατά του και όλοι οι Β. το βόσκαγαν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι που το αγόρασε ο Γ....", με αποτέλεσμα, η αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει την κατάθεση του και η άγνοια της κατάστασης που επικρατούσε ως προς την κατοχή και εκμετάλλευση του επιδίκου κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, να οδηγεί το παρόν δικαστήριο στην άποψη ότι το μέγεθος της αξιοπιστίας αυτής (κατάθεσης) είναι μικρότερο από εκείνο που παρέχουν οι καταθέσεις των μαρτύρων του ανακόπτοντος.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι ο αρχικός ανακόπτων Σ. Β. του Γ. έως τον παρακάτω αναφερόμενο χρόνο της ένδικης προσβολής και έως τη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως του επιδίκου στον προσθέτως παρεμβαίνοντα Χ. Β. του Δ. με το …..5/27.07.1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου στον τόμο 250 και αριθμό 29442, ήταν κύριος της επίδικης έκτασης των 200.000 τ.μ.
και ότι το δικαίωμα κυριότητας αυτού απέκτησε τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή τόσο με αγορά και παράδοση της νομής του από τους αληθείς κυρίους, ήτοι τον Χ. Α. και τη σύζυγο αυτού Γ. Φ. θυγατέρα Χ. Β. του Δημητρίου, με τις ανωτέρω ιδιότητες εξ αυτών, ήτοι ο Χ. Α. ως επικαρπωτής και η σύζυγος του ως ασκούσα την ψιλή κυριότητα αυτού (ακινήτου), η οποία (απόκτηση κυριότητας με παράγωγο τρόπο πραγματοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, όσο και με τακτική και έκτακτη χρησιιαΐ]σία, στην οποία συνυπολογίζεται και ο χρόνος της νομής των δικαιοπαρόχων του (άρθρο 1051 Α.Κ.), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα προσόντα αυτής (χρησικτησίας) αντίστοιχα.
Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι καθών η ένδικη ανακοπή, δηλαδή οι εκπρόσωποι του ... και ο Βασίλειος Γ., αν και γνώριζαν ότι ο Σ. Β. του Γ. ήταν κύριος της επίδικης δίκης έκτασης, εν τούτοις κατά το χρονικό διάστημα από 17 έως 21 Δεκεμβρίου 1977 αλλά και (κυρίως) αργότερα προέβησαν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του Σ.
Β. στο επίδικο. Οι ανωτέρω ενάγοντες και επισπεύδοντες την εκτέλεση, ... και Βασίλειος Γ. αρχικά επιμελήθηκαν, με την ..47/17,19,20 και 21 Δεκεμβρίου 1977 "έκθεση βίαιας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ. Χ. Β., την αναγκαστική εκτέλεση της 21/1976 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε επί των α) από 21.04.1973 αγωγής τους κατά των Κ.
Σ. Μ., Π. Κ. Μ., Δ. Κ. Μ., Σ. Κ. Μ., Γ. Β. Β. και Β. Ν. Β. και β) από 04.09.1973 κύριας παρέμβασης της Κοινότητας ..., ερήμην των εναγομένων και αντιμωλία των άνω εναγόντων καθώς και της κυρίως παρεμβαίνουσας και κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της από 17.03.1976 έφεσης της ανωτέρω Κοινότητας ... με την 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, και στη συνέχεια με την εγκατάσταση των ίδιων ως άνω τότε εναγόντων κατά ποσοστό 1/4 ες αδιαιρέτου του πρώτου και 3/4 εξ αδιαιρέτου του δεύτερου από την εδαφική έκταση που περιγράφεται στην ανωτέρω έκθεση και στη συνέχεια με την εγκατάσταση των ίδιων ως άνω τότε εναγόντων με τα ανωτέρω ποσοστά στηv παραπάνω εδαφική έκταση, στην οποία ανήκει, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, και το επίδικο και άρχισαν να προβαίνουν σε διάφορες πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του Σ.
Β. του Γ. και αποβολή του τελευταίου από την ιδιοκτησία του και συγκεκριμένα, προέβησαν σε ισοπέδωση τμημάτων της επίδικης έκτασης με μηχανικά μέσα, δηλαδή με μπουλντόζες και σε τοποθέτηση οροσήμων, στη συνέχεια δε εκχέρσωσαν και φύτευσαν ελαιόδενδρα σε μεγάλα τμήματα αυτής. Η εδαφική έκταση, που ανήκει κατά.
τις ανωτέρου αποφάσεις 21/1976 και 568/1976 στους άνω ενάγοντες, οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 το πρώτο και 3/4 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σε αυτούς, τα ως άνω ποσοστό, του επιδίκου της τότε αγωγής ακινήτου, ήτοι "ενός αγροκτήματος, αγρολειβαδικής μορφής, εκτάσεως 638,08 στρεμμάτων, κείμενο εις θέσεις "...", "...", "...", "...", "..." και "..." και λοιπάς τοιαύτας και της γενικωτέρας θέσεως "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., τέως Δήμου … και συνορευόμενου ανατολικώς με θέση "..." και βραχώδεις πρόποδας όρους ..., δυτικώς με ιδιοκτησίας υιών Κ.
Τ. και Σ. Β., αρκτικώς με ιδιοκτησίας κληρονόμων Χ. , Γ. Β., με αγρόκτημα Β. Β. και με "..." απόκρημνων βράχων και μεσημβρινώς με ιδιοκτησίες Π., Ι. Μ., Δ. Α., Νικολάου και Δ. Μ., Ε. Μ., Σ. Β. και δημοσίαν οδόν ...- ..., αποτέλεσε το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο στην εδαφική έκταση επί της οποίας διενεργήθηκε το έτος 1977 η αναγκαστική εκτέλεση, όπως οριοθετήθηκε από τον δικαστικό επιμελητή Φ.
Β. και αποδόθηκε στους ενάγοντες και επισπεύδοντες την εκτέλεση, ανήκει και το επίδικο της αγωγής του Σ. Β. του Γ.. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις από 29.02.2000 και 05.09.2012 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκαν από το Θ. Ζ. η πρώτη και από τους Η. Κ. και Ν. Π. η δεύτερη, σύμφωνα με την 3/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου η πρώτη και 368/2010 και 27/2012 η δεύτερη αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και του παρόντος δικαστηρίου αντίστοιχα η δεύτερη, στην εδαφική έκταση της αναγκαστικής εκτέλεσης των φερομένων ως παρανόμως κατεχόντων-εναγομένων, που ανήκει κατά τις ανωτέρω αποφάσεις 21/1976 και 568/1976 στους άνω ενάγοντες, με ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο πρώτο και 3/4 εξ αδιαιρέτου στο δεύτερο, εδαφική έκταση 638,08 στρεμμάτων περιλαμβάνεται και το επίδικο, όπως διατυπώνεται σε αυτές με τρόπο, που κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου παρέχει αξιοπιστία και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Μάλιστα, όπως προκύπτει από την ίδια την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης και δέχεται η 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ως προς το πραγματικό εμβαδό και όρια της επίδικης τότε έκτασης και τη μη ταύτισης αυτής με την περιγραφόμενη στο οπό 15.10.1975 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Π. έκταση εμβαδού 1.408,788 στρεμμάτων, ο συντάκτης αυτής Φ.
Β., από προφανή παραδρομή και έλλειψη εξιδιασμένης γνώσης, όπως εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, χωρίς να προσλάβει πρόσωπα αρμόδια να προβαίνουν στην εξεύρεση ακινήτων και στην οριοθέτηση αυτών, δηλαδή πολιτικούς μηχανικούς ή τοπογράφους κλπ., αντί κατά την άνω διαδικασία εκτέλεσης να εφαρμόσει το από 19.06.1975 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Β.
Π., νομομηχανικού στην 1η ΥΕΓΕ Πατρών, που διορίσθηκε με την 49.1974 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο (σχεδιάγραμμα) συνοδεύει την αναφερόμενη στις άνω δύο δικαστικές αποφάσεις από 24.06.1975 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και αναβιβάζει την έκταση στην οποία ορίζεται να γίνει εκτέλεση σε 638,08 στρέμματα και για την οποία (έκταση) έγινε εν μέρει δεκτή η από 21.04.1973 αγοιγή με όρια, ανατολικά με τη θέση ...
περιφέρειας ... κοινότητας ... και βραχώδεις πρόποδες ..., δυτικά με ιδιόκτητα κτήματα και τη θέση .... βόρεια με ιδιόκτητα κτήματα Β. και δασικών ή κοινοτικών περιφερειών ... και νότια με ιδιόκτητα κτήματα και δημόσια οδό ...-..., εφάρμοσε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο στην άνω δίκη από την ανωτέρω κυρίως παρεμβαίνουσα κοινότητα ...
από 15.10.1975 "οριζοντιογραφικόν διάγραμμα επιδίκου τμήματος κειμένου επό ν. δ. κλιτύος όρους ...", υπό κλίμακα 1:5000 που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός της Νομαρχίας ……Διεύθυνσης Εσωτερικών ΤΥΔΚ Χρ. Π.ς με υπόμνημα, , στο οποίο αναφέρεται ότι: "1.- Η αποτύπωσις εγένετο δια περιμετρικής οδεύσεως δια της μεθόδου της ταχυμετρίας, 2 - Η εμβαδομέτρησις εγένετο δι' εμβαδομέτρου εις 5 μετρήσεις, 3.- Εξαχθέν εμβαδόν 1.408,778 στρέμματα.
Παρατήρησις. Οι ιδιοκτήται και τα. όρια τον ιδιοκτησιών υπεδείχθη σαν επί τόπου υπό του Προέδρου της Κοινότητος ..., κοινοτικών συμβούλων, κατοίκων τίνων της κοινότητος και του αγροφύλακος. Σημειούται ότι εγένετο κατά το εφικτόν εφαρμογή των υπ' αριθμ. ….20/17.08.1970 και ….02/23.10.1970 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ε.
Π.. Κατά την σύνταξιν του παρόντος ελήφθη υπ' όψιν και το υπό του ορισθέντος πραγματογνώμονος Πολ Μηχ. Κ. Β. Π. συνταχθέν σχεδιάγραμμα μετά του οποίου το παρόν οριζοντιογραφικόν διάγραμμα αφίσταται κατά το Βόρειο και Δυτικόν τμήμα μόνον." Στη συνέχεια ο Δικαστικός Επιμελητής ως όργανο της εκτέλεσης των άνω δικαστικών αποφάσεων άρχισε χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων (δηλαδή των επισπευδόντων την εκτέλεση και των καθών η τελευταία.), την 17.12.1977 να.
ενεργεί την οριοθέτηση του περιγραφόμενου στο ανωτέρω οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χρ. Π. ακινήτου, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση κατά την οποία: "... Τα όρια της εν τη άνω αποφάσει αναφερομένης εκτάσεως λαμβάνονται βάσει του από 15.10.1975 οριζοντιογραφικού διαγράμματος του μηχανικού ΤΥΚΔ Χρ. Π. ..." από τη νότια πλευρά με την τοποθέτηση σιδηρών πασσάλωv "μέχρι του σημείου συναντήσεως του αγροκτήματος Σ.
Μ.", όπως αναφέρεται στην παραπάνω πράξη, χωρίς όμως να περιγράφεται το σημείο αφετηρίας της παραπάνω νότιας πλευράς του ακινήτου, στο οποίο έγινε η εγκατάσταση των άνω εναγόντων μετά τη φερόμενη αποβολή των άνω εναγομένων οπό αυτό, κατά την ως άνω έκθεση που περιγράφηκε την τελευταία ημέρα της εκτέλεσης, δηλαδή την 21η Δεκεμβρίου 1977, κατά την οποία: "Ούτω εξετέλεσα την άνω απόφασιν δια της αποβολής εκ της προπεριγραφομένης εκτάσεως των καθών αφενός και αφετέρου δια της οριοθετήσεως του όλου αγροκτήματος δι' εμπήξεως σιδηρών πασσάλων ως λεπτομερώς προανέφερα και εγκατέστησα εν αυτώ τους άνω ε-πισπεύδοντας κατά την αναλογούσα ενός εκάστου τούτων μερίδα οίτινες περέλαβον και ήρξαντο δια μηχανημάτων την εκχέρσωσιν τούτου προς δενδροφύτευσιν".
Στη συνέχεια την 19.12.1977 ο ίδιος δικαστικός επιμελητής χωρίς την παρουσία των ως άνω ενδιαφερομένων προσώπων εξακολούθησε την εκτέλεση οριοθετώντας το ακίνητο κατά την ανατολική του πλευρά, όπως εκτιμάται, με την τοποθέτηση πασάλων εκ σιδήρου εις το σημείο ..., όπως αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Όταν την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 20.12.1977 ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής επισκέφθηκε το ακίνητο στο οποίο διενεργούσε την αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς την παρουσία των ενδιαφερόμενων προσώπων, προκειμένου να εξακολουθήσει την οριοθέτηση αυτού κατά τα ανωτέρω και κατά την δυτική πλευρά του εν λόγω ακινήτου, εμφανίσθηκε ο Σ.
Β. του Γ., που ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη--ποιμένα και δήλωσε στον επιμελητή ότι ένα τμήμα του επιδίκου ακινήτου στη δίκη επί της άνω από 21.04.1973 αγωγής, τα οποίο είχε έκταση 40 περίπου στρεμμάτων και τμήμα αυτού ήταν καλλιεργημένο με βρώμη ανήκει στον ίδιο (Σ.. Β.), με αποτέλεσμα ο επιμελητής να εξαιρέσει όπως τουλάχιστον αναφέρεται στην ένδικη πράξη εκτέλεσης, τον εν λόγω καλλιεργημένο τμήμα και στην οριοθέτηση της δυτικής πλευράς του άνω επιδίκου να μη συμπεριλάβει και αυτό.
Την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 21.12.1977, κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση των άνω αποφάσεων με την αποβολή των εναγομένων από το ακίνητο και την εγκατάσταση σε αυτό των άνω εναγόντων, όπως προαναφέρθηκε, ο δικαστικός επιμελητής οριοθέτησε τη βόρεια πλευρά τον ακινήτου με την τοποθέτηση πασάλλων εκ σιδήρου ως εξής κατά τα αναφερόμενα, στην παραπάνω έκθεση: "Πρώτος πάσσαλος εις θέσιν ...
ένθα υπάρχει ένα τσουγκρί (πέτρες), δεύτερος πάσσαλος κατ' ευεθείαν περίπου προς ανατολάς δεύτερο τσουγκρί, τρίτος πάσσαλος εις θέσιν Α., βορείως κειμένης του υψώματος Π. και ο τέταρτος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπου οικιών Μ. με κατεύθυνσιν από Α. νοτιοανατολικήν, εκείθεν δε με ... και με νοητήν γραμμήν μέχρι συναντήσεως θέσεως ...".
Από την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης, το από 15.10.1975 οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χρ. Π., το από 19.06.1975 σχεδιάγραμμα του Β. Π., που συνοδεύει την από 24.06.1975 πραγματογνωμοσύνη αυτού, η οποία πραγματοποιήθηκε με την παρουσία του αρχικού εναγομένου Β. Σ. Γ., που συμφώνησε στα υποδειχθέντα από τον παριστάμενο επίσης Σ.
Γ. Β. όρια του επιδίκου, που επιδικάσθηκε στους ενάγοντες της από 21.04.1973 αγωγής ακινήτου συνολικής έκτασης 638,08 στρεμμάτων, το από 29.02.2000 διάγραμμα (τοπογραφική αποτύπωση) του Θ. Ζ., το από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του Η. Κ. και Ν. Π., σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα των από 29.02.2000 και 05.09.2012 εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, τις προαναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο των 200 στρεμμάτων που ανήκει κατά τα προαναφερόμενα στην κυριότητα του Σ.
Β. του Γ., αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής, δεδομένου ότι η τελ,ευταία οριοθέτησε το ακίνητο της δίκης, επί της άνω από 21.04.1973 αγωγής σύμφωνα με το οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χρ. Π., το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08 στρεμμάτων, κατά την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή και διατάχθηκε η αποβολή των εναγομένων και η εγκατάσταση των εναγόντων σε αυτή και στη συνέχεια καταλήφθηκε από τους επισπεύδοντες την εκτέλεση, οι οποίοι, με την ανωτέρω συμπεριφορά τους απέβαλον της νομής αυτού το Σ.
Β., νόμιμο κύριο της επίδικης έκτασης, προσβάλλοντας το δικαίωμα της κυριότητας αυτού και δικαιολογώντας την άσκηση της περιεχόμενης στην υπό κρίση ανακοπή διεκδικητικής αγωγής και την κατ' ουσία αποδοχή αυτής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Επομένως η εκκαλούμενη που έκρινε όμοια και δέχθηκε την ενωμένη στην υπό κρίση ανακοπή διεκδικητική αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία αναγνώρισε τον ανακόπτοντα ως κύριο του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την απόδοση αυτού στους κληρονόμους του ανωτέρω ανακόπτοντος, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ακολούθως ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, δεδομένου και ότι οι περιεχόμενοι στον ανωτέρω λόγο έφεσης ισχυρισμοί του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι ουσιαστικά το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου έχει κριθεί υπέρ των καθών η υπό κρίση ανακοπή-εναγομένων με τις 93/1978, 288/1978 και 568/1976 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και Εφετείου Πατρών, αντιστοίχως, εκ των οποίων οι δύο πρώτες εκδόθηκαν με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, είναι μη νόμιμοι και κρίνονται απορριπτέοι εφόσον οι δύο πρώτες αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι προσωρινής ισχύος και δεν επηρεάζουν την έκβαση της κύριας υπόθεσης αλλά παρήγαγαν αφού έγιναν τελεσίδικες προσωρινό μόνο δεδικασμένο που δεσμεύει το δικαστήριο μόνο όταν πρόκειται να δικάσει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και πάλα την ίδια υπόθεση μεταξύ των αυτών διαδίκων και ότι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η τρίτη απόφαση δεν υπήρξε διάδικος ο Σ.
Β. του Γ., ούτε οι κληρονόμοι του, με αποτέλεσμα την έλλειψη δέσμευσης του παρόντος δικαστηρίου από τις διατάξεις των ανωτέρω αποφάσεων σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις ανωτέρω υπό στοιχεία ΓI νομικές σκέψεις....".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τον αρχικό Σ.
Γ.Β. με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο , αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι τακτική και έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των επικαλούμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1033, 1041,1042 ,1045 ΑΚ., Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης και δη η από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια λόγω ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στο ίδιο λόγο αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, με την επίκληση ότι α) "στις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν γίνεται αναφορά για εφαρμογή τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου, που ανήκει στο ... στο έδαφος, καθώς και για τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την εφαρμογή αυτή.
Δεν αναφέρεται δηλαδή .... Αν οι τίτλοι των δύο ιδιοκτησιών αφορούν την ίδια εδαφική έκταση ή όχι, αν εφάπτονται, αν επικαλύπτονται και κατά ποιο συγκεκριμένο μέρος και επιφάνεια" β) αν και δέχεται η προσβαλλόμενη ότι οι δύο ιδιοκτησίες επικαλύπτονται, δεν διευκρινίζεται κατά ποιο τμήμα ταυτίζονται και για ποιο νομικό λόγο είναι επικρατέστερη η κυριότητα του ανακόπτοντος από την κυριότητα του ...
γ)αν η προσβαλλόμενη υπονοεί ότι η κυριότητα του Σ. καταλύθηκε με χρησικτησία του ανακόπτοντος, δεν αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση των 200 στρεμμάτων ανήκε αρχικώς στην ιδιοκτησία του εν λόγω κληροδοτήματος και ο ανακόπτων τη νεμόταν εις βάρος μας και κατέστη κύριος με χρησικτησία" και δ) " ότι η προσβαλλόμενη περιλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία σχετικά με το αν η ιδιοκτησία του ανακόπτοντος και αυτή του Σ.
ταυτίζονται και συγκεκριμένα, ενώ αποτελεί δεδομένο ότι με την αναγκαστική εκτέλεση αποδόθηκε στο Σ. τμήμα της ιδιοκτησίας των 638.08 τ.μ. (όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση) σε άλλο σημείο του κειμένου της δέχεται ότι "το επίδικο ακίνητο των 200 στρεμμάτων που ανήκει κατά τα προαναφερόμενα στην κυριότητα του Σ.
Β., αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής, δεδομένου ότι η τελευταία οριοθέτησε το ακίνητο της δίκης, επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής σύμφωνα με το οριζοντογραφικό διάγραμμα του Χ. Π., το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08 στρεμμάτων", είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις και προεκτέθηκε, διατυπώνεται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση ως προς την τελευταία αιτίαση δεν υφίσταται η επικαλούμενη αντιφατικότητα, καθόσον η προσβαλλόμενη δέχθηκε με σαφήνεια ότι η επίδικη έκταση των 200 στρεμμάτων περιλαμβάνεται στην έκταση των 638,08 στρεμμάτων που έγινε η εκτέλεση και αποδόθηκε στους επισπεύδοντες την εκτέλεση, με την αποβολή του ανακόπτοντος-ενάγοντος , η οποία όμως έκταση των 200 στρεμμάτων, δεν ταυτίζεται με την άνω έκταση των 638,08 στρεμμάτων στην οποία αναγνωρίστηκε η συγκυριότητα των επισπευδόντων την εκτέλεση από συνολική αιτούμενη έκταση 1408,78 στρεμμάτων, που περιγράφεται στο από 15-10-1975 σχεδιάγραμμα του Χρ.Π..
Β. Ως προς τους λόγους αναίρεσης που αφορούν τη διεκδικητική αγωγή του Χ.υ Δ. Β..
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο ( ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).Έτσι, η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου , για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.
Νόμιμα δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων αυτής (ΑΠ 475/2016). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τους αριθ,1,8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της νομικής, ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, συνιστάμενη, κατ' εκτίμηση στο ότι α) δεν γίνεται ακριβής περιγραφή του τρόπου περιέλευσης του επίδικων ακινήτων στους απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου με σειρά διαδοχής που να ανάγεται σε πρωτότυπο τρόπο, ενόψει της προβληθείσας από τον ήδη αναιρεσείοντα άρνησης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του β) δεν γίνεται ακριβής περιγραφή των επίδικων ακινήτων με προσδιορισμό τους κατά θέση, έκταση και όρια, ούτε προσδιορίζονται με σαφήνεια τα όρια και οι θέσεις των ακινήτων αυτών στην αγωγή με βάση τις διαθήκες,και ότι συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας της.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ναι μεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής στο δικαστήριο της ουσίας και δη, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο και ότι στο τελευταίο δικαστήριο επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης, όμως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της έφεσης, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - εκκαλών πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο έφεσης ενώ στην έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στο ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' και β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.
Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το Εφετείο εξαφανίσει απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο (ΑΠ 1415/2007) ή όταν επιδίκασε στον ενάγοντα κύριο μεγαλύτερη έκταση από αυτή που ζητούσε (ΑΠ 927/2018, ΑΠ 1380/1996), όχι όμως και όταν το επιδικασθέν σε αυτόν μεγαλύτερο ακίνητο είναι ακριβώς εκείνο που περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στην αγωγή όρια-πλευρικές διαστάσεις, αφού διεκδικούμενο είναι το τμήμα του ακινήτου που περιλαμβάνεται εντός των προσδιοριζόμενων αυτών ορίων και δεν υπάρχει επιδίκαση πέραν του αιτηθέντος, όταν διατάσσεται η απόδοση του συγκεκριμένου αυτού ακινήτου στον ενάγοντα, έστω και αν η περικλειόμενη από τα ανωτέρω όρια επιφάνεια είναι μεγαλύτερη (ΑΠ 927/2018,.ΑΠ 1456/2008).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνιστάμενη στο ότι, ενώ με την αγωγή του ο ενάγων ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση σε αυτόν των αναφερόμενων τριών αυτοτελών ακινήτων, από τα οποία αποβλήθηκε, ήτοι: 1) ενός λειβαδιού 80 στρεμμάτων, αποτελουμένου από δύο τεμάχια "αφιστάμενα αλλήλων", έκτασης 40 στρεμμάτων το καθένα, όπως αυτά οριοθετούνται και 2) ενός λειβαδιού 80 στρεμμάτων, όπως και το τελευταίο οριοθετείται,κείμενα όλα στην ίδια θέση, και συνολικής έκτασης 160 στρεμμάτων, με την προσβαλλόμενη επιδικάζονται δύο αυτοτελή τμήματα με διαφορετικές επιφάνειες που προσδιορίζονται στο αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα ως ΤΕΜΑΧΙΟ 1 εμβαδού 22.317,58 τμ και ως ΤΕΜΑΧΙΟ 3α εμβαδού 90.923,91 τμ, συνολικής έκτασης 113.241,29 τμ., χωρίς να γίνεται προσδιορισμός για ποιο από τα τμήματα έγινε δεκτή η αγωγή, ενώ ως προς το δεύτερο είναι μεγαλύτερο από εκείνο των 80 στρεμμάτων της αγωγής, ώστε έτσι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και επί πλέον του αιτηθέντος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, τα επιδικασθέντα τμήματα περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στην αγωγή όρια και δεν υπάρχει επιδίκαση διαφορετικού ακινήτου, ούτε πλέον του αιτηθέντος, δεδομένου ότι η συνολική ως άνω διεκδικούμενη έκταση ανερχόταν σε 160 στρέμματα, εκ των οποίων επιδικάστηκε συνολική έκταση πολύ μικρότερη, ήτοι 113.241.29 τμ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων , ως ηττηθείς διάδικος ,στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων με αριθμούς 1 και 2α,2β των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 τσυ Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2018 αίτηση του Υπουργού Οικονομικών για αναίρεση της 73/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, Χ. Δ.Β., Μ. Σ. Β., και Ε. Χ., την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ