400/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/1/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated400/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 400 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 400/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ - ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ.-Χ. του Γ., 2) Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., 3) Ν. Κ.-Ν. του Α., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/1/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 4/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .../3-4-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων …, κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του παρόντος δικαστηρίου περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-11-2013 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητης, οι οποίες όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσαν σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης. Επομένως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να συζητηθεί σαν και αυτές να ήσαν παρούσες (αρθρ. 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίο υφίσταται όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε ολικώς ή μερικώς με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων που νίκησαν στη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι επί της από 12-12-2007 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων των αναιρεσιβλήτων, η δεύτερη εξ αυτών Ε. Κ. δεν άσκησε κάποια αξίωση κατά του αναιρεσείοντος-ενάγοντος με αποτέλεσμα στην μεν πρωτόδικη υπ' αριθμ. 175/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων το μη περιληφθέν στο διατακτικό της επιβαρυντική διάταξη κατά του αναιρεσείοντος, ενώ με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 215/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ν' απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, αφ' ενός λόγω της ανυπαρξίας αξιώσεώς της κατ' αυτήν και αφ' ετέρου μη συνδεόμενης με αναγκαστική ομοδικία με τις λοιπές αναιρεσίβλητες. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 244 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου εκκρεμεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: ότι η πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας και τοποθετήθηκε στις 13-10-1994 στην Παιδόπολη Ιωαννίνων "Αγία Ελένη" και με την υπ' αριθμ. 43/7328/20-4-2005 απόφαση του Διοικητή της ΔΥΠΕ Ηπείρου αποσπάσθηκε στο 'Ιδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας "Ο Νεομάρτυς Γεώργιος" από 28-2-2005 και για χρονικό διάστημα δύο ετών όπου υπηρετεί μέχρι και σήμερα. 'Ότι η τρίτη ενάγουσα (τρίτη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας και τοποθετήθηκε στις 13-10-1994 στην Παιδόπολη Ιωαννίνων "Αγία Ελένη" και με την υπ' αριθμ. 43/7368/20-4-2005 απόφαση του Διοικητή της ΔΥΠΕ Ηπείρου αποσπάσθηκε στο 'Ιδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας "Ο Νεομάρτυς Γεώργιος" από 26-9-2005. 'Ότι οι αναιρεσίβλητες υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 και εντεύθεν με τον 2470/1997 και από 1-1-2004 μέχρι σήμερα με το ν.3205/2003, δικαιούμενες όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εξ αυτών παροχές, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας των δικαιολογημένα λαμβάνουν. 'Ότι κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας (αρθ. 491 Συντ.) δικαιούνται την ειδική μηνιαία παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, που με μεγάλο αριθμό Κ.Υ.Α., εκδοθεισών κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1,2 του ν.3106/2002, χορηγήθηκε σε υπαλλήλους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ως γενική προσαύξηση μισθού και χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη.
Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας επεδίκασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από 1-4-2006 έως 31-12-2006 το ποσό των 1584 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη, αφού εξαφάνισε ως προς αυτήν την πρωτόδικη απόφαση κρίνοντας ως παραγεγραμμένες τις ένδικες αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 18-2-2005, το ποσό των 2170,67 Ευρώ για το χρονικό διάστημα 19-2-2005 - 31-12-2006.
Την ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον με τους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν.3016/2002 και 28 του ν. 3205/2003. Προκύπτει, όμως, ότι η ευδοκίμηση ή μη των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισονομίας (αρθ. 4 παρ. 1 Συντάγματος), της χορήγησης της μηνιαίας ειδικής παροχής των 176 Ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ για τους οποίους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002.
Το ζήτημα αυτό, ως αναφερόμενο σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων και, εντεύθεν, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2333/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος αυτού, που ήταν γνωστή στο παρόν Β2 Τμήμα όταν άρχισε η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. 'Ηδη, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό, η παραπεμφθείσα υπόθεση εκκρεμεί προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια κατά τη δικάσιμο της 10ης Απριλίου 2014.
Επομένως για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, ως προς την πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 215/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Αναβάλλει τη συζήτηση της αίτησης ως προς την πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως, που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ