Legislator Case Law & Legislation
400/2008 AI generated

400/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 400/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2757/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

400/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εχει δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Το από το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη, δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά.

Keywords

AI generated
telecommunications services provider misuse of a telecommunications installation breach of official duty violation of jurisdiction rules mobile antenna permit concept of contracting authority
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 400 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 400/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2757/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, κατά το άρθρο 652 ΑΚ, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Εχει δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Το από το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη, δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά.

Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησής του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και αυτό διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003 ΕΕργΔ 2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 10 της από 3.6.1998 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ), τροποποιήθηκε το άρθρο 10 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "1. Κατ' εξαίρεση των διατάξεων του ΓΚΠ-ΟΤΕ, η πλήρωση των θέσεων Προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργών στάθμης Διαμερίσματος ή Συγκροτήματος και άνω πραγματοποιείται:

α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων από το διευθύνοντα σύμβουλο, β) με βάση τα κατωτέρω κριτήρια αξιολόγησης, βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας, οι οποίοι προσδιορίζονται κατά περίπτωση, ανάλογα με την προς κατάληψη θέση: 1. γραμματικές γνώσεις, 2. ξένες γλώσσες, 3. προϋπηρεσία στον ΟΤΕ, 4. άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου, 5.

επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης. 6. ικανότητες διοίκησης και ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, 7) ικανότητες σχεδιασμού, οργάνωσης, προγραμματισμού και ελέγχου και 8) προσωπικότητα - κύρος - προσαρμοστικότητα - ευελιξία, γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών σχετικής αίτησης με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. 2... 3... 4... 5... 6.

Η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή που ορίζεται κάθε φορά από το διευθύνοντα σύμβουλο, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης από το Δ.Σ. του ΟΤΕ, η οποία θα εγγυάται το αδιάβλητο της όλης διαδικασίας, συγκροτούμενη, προκειμένου για προϊσταμένους Κεντρικών Διευθύνσεων και Τηλεπ. Περιφερειών, από δύο καθύλην αρμόδιους γενικούς διευθυντές, δύο ειδικούς συμβούλους από την ελεύθερη αγορά και δύο εκπροσώπους της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ως παρατηρητές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, που ορίζονται από αυτή. 7.

Η σειρά κατάταξης - αξιολόγησης των υποψηφίων, κατά τα ανωτέρω, είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τους καταταγέντες στον πίνακα επιλογής. 8. Η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού, που επιλέχθηκε, πραγματοποιείται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης από το Δ.Σ.

του ΟΤΕ. 17. Οι συντελεστές βαρύτητας για το καθένα από τα ανωτέρω κριτήρια αξιολόγησης αναφέρονται στο συνημμένο την παρούσα εσσε παράρτημα και είναι: 1. για τις γραμματικές γνώσεις 15%, με ανώτατο όριο μορίων 75,2. για τις ξένες γλώσσες 5%, με ανώτατο όριο μορίων 25. Το κριτήριο αυτό βαθμολογείται με συντελεστή 5% όταν η θέση απαιτεί τη γνώση δύο ξένων γλωσσών.

Ο συντελεστής αυτός μειώνεται σε 3% όταν η θέση απαιτεί τη γνώση μιας ξένης γλώσσας. 3. για την προϋπηρεσία στον ΟΤΕ 5% με ανώτατο όριο μορίων 25,4 για άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου 5%, με ανώτατο όριο μορίων 25,5. Για την επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης 10%, με ανώτατο όριο μορίων 100, 7.

για τις ικανότητες σχεδιασμού, οργάνωσης, προγραμματισμού και ελέγχου 20% με ανώτατο όριο μορίων 100, και 8. για την προσωπικότητα - κύρος - προσαρμοστικότητα - ευελιξία 20%, με ανώτατο όριο μορίων 100". Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΤΕ ΑΕ", με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το έτος ....... και έκτοτε εργάσθηκε σ' αυτή και διήλθε τους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας της, προαγόμενος διαδοχικά μέχρι του βαθμού του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατέλαβε από1-1-1993, προαχθείς δυνάμει της 6267/2001 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών).

Είναι πτυχιούχος του Φυσικού Τμήματος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών: 1) στην Ηλεκτρονική και Ραδιοηλεκτρολογία και 2) στον Ηλεκτρονικό Αυτοματισμό.

Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "Lower", το οποίο κατέχει, και τη γερμανική γλώσσα σε επίπεδο "Grundstufe", το οποίο επίσης κατέχει, και έχει παρακολουθήσει πολλά επιμορφωτικά σεμινάρια. Οι θέσεις στις οποίες εργάσθηκε στην αναιρεσίβλητη από της προσλήψεώς του είναι οι εξής: από το 1975-1977 στον τομέα Μεσαίων - Βραχέως Κυμάτων του ΣΕΑ/Τ.

Από το 1977 έως το 1980 στο Κέντρο Εκπομπής Σπάτων, ως προϊστάμενος. Από το 1980 έως το 1986 στο Τμήμα Μετρήσεων και Δρομολογήσεων και Μισθωμένων Κυκλωμάτων του Υποτομέα Φ/Σ του ΣΕΑ/Τ, ως προϊστάμενος. Προήχθη στο βαθμό του Τομεάρχη Τ-ΤΛ στις 29-6-1987. Από το 1987 μέχρι το 2000 ως προϊστάμενος στο Τ/Τ 'Αρτας. Επί ένα εξάμηνο το 1990 και επί ένα εξάμηνο το 1996 προσωρινά άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου στο τηλεοπτικό διαμέρισμα 'Αρτας, στο οποίο κατά τη διετία 2000-2002 άσκησε καθήκοντα (μόνιμα) προϊσταμένου.

Με την ......... απόφαση του Δ/ντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης, προκηρύχθηκαν, με βάση την από 3-6-1998 Ε.Σ.Σ.Ε., οκτώ (8) θέσεις προϊσταμένων Τηλεπ. Περιφερειών, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Ηπείρου, για την οποία υπέβαλαν δήλωση επιλογής (υποψηφιότητα) 10 Τομεάρχες και συγκεκριμένα οι εξής: Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5, Γ6, Γ7, Γ8, Γ9 και Γ10.

Ο Γ1, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη το έτος ...... και έκτοτε υπηρέτησε σ' αυτήν, προαχθείς διαδοχικά μέχρι του βαθμού του Τομεάρχη Δ/ΑΤ την 1-1-1990. Είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου (Οικονομικής Σχολής), γνωρίζει αγγλικά και έχει υπηρετήσει ως Διοικητικός Υπάλληλος Εκμετάλλευσης μέχρι το 1988, από το 1988 έως το 1996 ως Υπάλληλος στο κατάστημα Ιωαννίνων και από το 1996 και μετά ως προϊστάμενος του τελευταίου.

Οι παραπάνω συνάδελφοι του αναιρεσείοντος και υποψήφιοι για την επίμαχη θέση, αφού υπέβαλαν τα βιογραφικά τους σημειώματα με τα προσόντα τους και μετά από προφορική - προσωπική συνέντευξη που έλαβε χώρα στις 16-12-1998, αξιολογήθηκαν και βαθμολογήθηκαν (πλην του Γ10 και του Γ5, που έδωσαν την προφορική συνέντευξη σε άλλο χρόνο) από την επιτροπή, η οποία τους κατέταξε ανάλογα με το σύνολο μορίων που συγκέντρωσε ο καθένας τους ως ακολούθως:

Εφόσον, επομένως, ο Γ1 συγκέντρωσε τα περισσότερα μόρια, η αναιρεσίβλητη τον κατέταξε πρώτο και τον τοποθέτησε στην επίμαχη θέση, ως προϊστάμενο. Η θέση αυτή του προϊσταμένου της Τηλεπ. Περιφερείας Ηπείρου απαιτούσε τη γνώση μίας ξένης γλώσσας και συνεπώς ο συντελεστής βαρύτητας του υπ' αριθμ. 2 κριτηρίου είναι 3% και όχι 5% και ως εκ τούτου το ανώτατο όριο μορίων που μπορούσε να λάβει και ο αναιρεσείων και ο τοποθετηθείς Γ1 ήταν 12, το οποίο και έλαβαν από την επιτροπή, και συνεπώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε να βαθμολογηθεί στο κριτήριο αυτό με 20 μόρια αντί 12 είναι αβάσιμος. 'Οσον αφορά το 1ο κριτήριο (γραμματικές γνώσεις) ο αναιρεσείων υπερέχει του Γ1 και για το λόγο αυτό βαθμολογήθηκε με 300 μόρια (με άριστα τα 300), έναντι τουΓ1 που βαθμολογήθηκε με 280 μόρια. 'Οσον αφορά το 3ο κριτήριο (προϋπηρεσία στον ΟΤΕ) και οι δύο βαθμολογήθηκαν με 100 μόρια, παρά το ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε το 1975 και ο Γ1 το 1970, διότι έχουν συμπληρώσει και οι δύο το όριο του κριτηρίου αυτού (3ου), εφόσον κατά τις επίδικες κρίσεις ενέπιπταν και οι δύο στο πλαίσιο - όριο των 22-30 ετών προϋπηρεσίας. 'Οσον αφορά το 4ο κριτήριο (άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου) και οι δύο βαθμολογούνται με 60 μόρια, παρά το ότι ο αναιρεσείων άσκησε νωρίτερα καθήκοντα προϊσταμένου (προαχθείς σε Τομεάρχη το 1987, ενώ ο Γ1 το 1990), διότι και οι δύο κατά το κρινόμενο διάστημα ασκούσαν υπεύθυνα καθήκοντα.

Ως προς το 5ο κριτήριο (επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης), ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι υπηρέτησε επί ένα εξάμηνο το 1990 και επί ένα εξάμηνο το 1996 σε αντίστοιχη θέση και επομένως έπρεπε να λάβει, αντί των 90 που έλαβε, 120 μόρια (ο Γ1 έλαβε 136), δεν έχει βαρύτητα στις επίδικες τοποθετήσεις, ενόψει της μικρής και προσωρινής διάρκειάς του (όρος 2 της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), ενώ η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διετής υπηρεσία του στην επίδικη θέση κατά τη διετία 2000-2002, ως μεταγενέστερη της κρινόμενης τοποθετήσεως (1998), δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.

Τέλος, όσον αφορά τα υπ' αριθμ. 6, 7 και 8 κριτήρια, στα οποία ο αναιρεσείων έλαβε αντίστοιχα, 200, 160 και 220 μόρια, αντί των 300, 380 και 380 του Γ1 και ως προς τα οποία κριτήρια ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι λόγω των ικανοτήτων του, της προσωπικότητάς του, των γνώσεων, της εμπειρίας και της ευελιξίας του σε θέσεις προϊσταμένου, έπρεπε να λάβει 360, 360 και 360 μόρια, αντίστοιχα, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Στα κριτήρια 6, 7 και 8, η βαθμολόγηση γίνεται μόνο κατά την κρίση της επιτροπής, που δεσμεύει την αναιρεσίβλητη. Στο κριτήριο 4 η βαθμολόγηση γίνεται με βάση το επίπεδο της θέσης και κατά την κρίση της επιτροπής, ενώ στο κριτήριο 5 η βαθμολόγηση γίνεται με βάση τα στοιχεία του φακέλλου και κατά την κρίση της επιτροπής.

Από την σύγκριση των προσόντων του αναιρεσείοντος προς εκείνα του Γ1, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερέχει ως προς τους τίτλους σπουδών, την ΕΥΑ και την ανάληψη υπεύθυνων καθηκόντων και υστερεί ως προς την ΓΥΑ, η δε αναδρομική προαγωγή του στο βαθμό του Υπ/ντή με valeur 1.1.1993, που επικαλείται ο αναιρεσείων, έγινε μεταγενέστερα σε εκτέλεση της 6267/2001 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να τεθεί υπόψη της επιτροπής για την επίδικη τοποθέτηση.

Τα προσόντα στα οποία υπερτερεί ο αναιρεσείων αποτελούν και κριτήρια βαθμολόγησης για την τοποθέτηση στην επίδικη θέση και είναι τα υπ' αριθμ. 1, στο οποίο βαθμολογήθηκε με περισσότερα μόρια και τα υπ' αριθμ. 2 και 4, στα οποία βαθμολογήθηκε με τα ίδια μόρια με τον Γ1. Αντίθετα στην ΓΥΑ υστερεί ο αναιρεσείων.

Στο προσόν αυτό, που αποτελεί και κριτήριο βαθμολόγησης, ο αναιρεσείων έλαβε τα ίδια μόρια με τον Γ1. Από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων υπερείχε καταφανώς του τοποθετηθέντος Γ1, του οποίου, κατά τη βαθμολόγηση από την αρμόδια επιτροπή, υπολείπεται σε μόρια ως προς τα υπ' αριθμ. 6, 7 και 8 κριτήρια, τα οποία έχουν αυξημένο συντελεστή βαθμολογίας - μοριοδότησης και ως προς τα οποία δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια δυνάμενα να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, ενώ ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την επικαλούμενη απ' αυτόν υπεροχή του έναντι του Γ1 σε διοικητική ικανότητα και εμπειρία, εξαιρετική κρίση και αντίληψη, μεγαλύτερη καταλληλότητά του στην επίδικη θέση, ώστε να προοιωνίζεται η καλή λειτουργία της υπηρεσίας προς το συμφέρον της αναιρεσίβλητης, η δε υπεροχή αυτή που επικαλείται ο αναιρεσείων και η συνδρομή των πιο πάνω περιστάσεων, δεν αποδεικνύεται ούτε από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, έντυπα και μελέτες, από τα οποία αποδεικνύονται μεν οι ικανότητες του αναιρεσείοντος, όχι όμως και η υπεροχή του έναντι του Γ1 και η μεγαλύτερη καταλληλότητά του για την τοποθέτηση στην προκηρυχθείσα θέση.

Αντίθετα, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η υπεροχή του εν λόγω Γ1 απέναντι στον αναιρεσείοντα στα περισσότερα κριτήρια, που συνεπιφέρει και υπεροχή του στο συνολικό αριθμό των προβλεπομένων από την ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. μορίων, αξιολογήθηκε και από τους 4 κριτές - βαθμολογητές με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν υπόψη τους και την άποψη που απεκόμισαν από την προσωπική συνέντευξη με τους υπό κρίση υπαλλήλους.

Με βάση όλα τα πιο πάνω δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά την τοποθέτηση του υπαλλήλου της Γ1 ως προϊσταμένου στην θέση που προαναφέρεται και την παράλειψη τοποθέτησης στη θέση αυτή του αναιρεσείοντος ενήργησε καταχρηστικά. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε εκείνες της από 3-6-1998 ΕΣΣΕ και του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αφού έκρινε ότι ο αναιρεσείων υστερούσε συνολικά από άποψη ουσιαστικών προσόντων έναντι του ως άνω τοποθετηθέντος, χωρίς μάλιστα να δεχθεί ότι συνέτρεχαν και άλλες πραγματικές περιστάσεις, οι οποίες, συνδυαζόμενες με τα ανωτέρω συνολικά προσόντα του παραλειφθέντος αναιρεσείοντος, θα ήσαν ικανές να στηρίξουν προφανή αντίθεση στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό ή τον κοινωνικό σκοπό του άνω δικαιώματος του εργοδότη, ενόψει του ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για μισθολογική ή βαθμολογική προαγωγή, αλλά για τοποθέτηση συγκεκριμένου υπαλλήλου σε θέση ευθύνης, δηλαδή για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεώς του.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 απορρέοντες πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.7.2005 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 2757/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ