3/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated3/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει: α) την κατάρτιση της σύμβασης έργου, β) ότι το έργο εκτελέσθηκε, γ) ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, που πρέπει να προσδιορίζονται, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις και δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 3 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Ρουσιά. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Π. Ν. του Ε., συζύγου Μ. Σ. και 2) Μ. Σ. του Ν., αμφοτέρων κατοίκων .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοκκονό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 327/2008 μη οριστική και 392/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 17-4-2018 και 20-4-2018 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 17.4.2018 του εναγόμενου Δ. Ζ. και β) από 20.4.2018 των εναγόντων Π. Ν. και Μ. Σ., ζητείται η αναίρεση της 392/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου που δέχτηκε κατ` ουσία την από 27.4.2007 έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την 15/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και δέχτηκε εν μέρει την από 21.7.2005 αγωγή. ΟΙ κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι) Επί της από 17.4.2018 αίτησης του Δ. Ζ.: Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (ΑΠ 238/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 688 - 690 του ΑΚ που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει, ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή έλλειψης των συνολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται, είτε σε ουσιώδη, είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί υπαναχωρήσεως ή μειώσεως της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαιτίως στις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο, που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.
Έτσι, ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει: α) την κατάρτιση της σύμβασης έργου, β) ότι το έργο εκτελέσθηκε, γ) ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, που πρέπει να προσδιορίζονται, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις και δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η ενάσκηση της εκ του άρθρου 690 ΑΚ αξίωσης του εργολάβου, προϋποθέτει, κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, εκτελεσθέν και παραδοθέν ή προσφερθέν προς παράδοση έργο, έστω και ελαττωματικό (ΑΠ 1409/2010, ΑΠ 852/2003). Η δε αποζημίωση περιλαμβάνει, κατ` αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς, επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1075/2017, ΑΠ 1273/2017).
Επομένως, η αγωγή με την οποία ζητείται πλήρης αποζημίωση για κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση οικοδομής, που φέρεται ως επικίνδυνη και ακατάλληλη για οίκηση, λόγω των επικαλούμενων ελαττωμάτων, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική αποζημίωση για αποκατάσταση των επιμέρους ζημιών που προκλήθηκαν λόγω αυτού του ελαττώματος, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 493/2015).
Την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1590/2017).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) περί τα μέσα Οκτωβρίου 1992 κατήρτισαν στην ...
με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), πολιτικό μηχανικό, σύμβαση μίσθωσης έργου, δυνάμει της οποίας του ανέθεσαν την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών, για την ανέγερση νέας διώροφης οικοδομής με πυλωτή στο άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, που τους ανήκει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.....,καθώς και την γενική επίβλεψη της ανέγερσης της οικοδομής, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής, που του κατέβαλαν.
Ακολούθως, εξεδόθη αρμοδίως η με αριθμό .../14.5.1993 οικοδομική άδεια, δυνάμει της οποίας και βάσει των εκπονηθεισών μελετών του εναγομένου (μελέτη αρχιτεκτονικής, φέροντα οργανισμού, θερμομόνωσης και πυροπροστασίας) άρχισε η κατασκευή της οικοδομής υπό την επίβλεψη του ανωτέρω μηχανικού. Περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου 1998, ολοκληρώθηκε η κατασκευή της πυλωτής και του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου και παραδόθηκε στους ενάγοντες, οι οποίοι τα παρέλαβαν, κατοικώντας έκτοτε εκεί.
Στην συνέχεια, προέκυψε ότι περί τα τέλη περίπου του 2002 και ενώ είχαν αποφασίσει οι ενάγοντες να προχωρήσουν στην ανέγερση του δευτέρου ορόφου, διαπίστωσαν ότι υπήρχε πρόβλημα αποσάθρωσης του σκυροδέματος της πλάκας και οξείδωσης των αναμονών από τα σίδερα του οπλισμού των στύλων. Ο εναγόμενος επισκέφθηκε την οικοδομή και υποστήριξε ότι το εν λόγω πρόβλημα οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν μονώσει την τελευταία πλάκα της οικοδομής και τις αναμονές από τα σίδερα του οπλισμού, με αποτέλεσμα εξαιτίας της έκθεσης τους στις καιρικές συνθήκες να παρουσιάζουν την εν λόγω εικόνα.
Ήδη οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους διατείνονται ότι τα ανωτέρω ελαττώματα και το γεγονός ότι δεν εφαρμόστηκαν, όπως διαπίστωσαν κατά τους ισχυρισμούς τους εκ των υστέρων, οι ξυλότυποι που είχαν θεωρηθεί από την αρμόδια πολεοδομική αρχή από υπαιτιότητα του μηχανικού, καθιστούν την οικοδομή τους στατικά ανεπαρκή και επικίνδυνη για οίκηση, καθώς υπάρχει φόβος κατάπτωσης της σε σεισμό και ισχυρίζονται ότι για τον ανωτέρω λόγο δεν δύναται να προβούν και στην προσθήκη κατ' ύψος του δευτέρου ορόφου της οικοδομής.
Ωστόσο, ο προρρηθείς ισχυρισμός των εναγόντων ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα από το σύνολο του εισφερθέντος στην παρούσα δίκη αποδεικτικού υλικού, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, προέκυψε μεν ότι πράγματι η οικοδομή των εναγόντων φέρει τις κάτωθι κατασκευαστικές ατέλειες, οι οποίες όμως σε καμία περίπτωση δεν καθιστούν στατικά ανεπαρκή την οικοδομή και επικίνδυνη για οίκηση.
Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται εξωτερική μόνωση τόσο στην πλάκα οροφής του Α' ορόφου όσο και στα φέροντα στοιχεία του κτιρίου (δοκοί και υποστηλώματα) . Η απουσία εξωτερικής μόνωσης στην πλάκα οροφής του Α' ορόφου σε συνδυασμό με την απουσία γαρμπιλομωσαϊκού, στεγάνωσης και μπετόν κλίσης, όπως προβλεπόταν από την εγκεκριμένη μελέτη θερμομόνωσης και με το γεγονός ότι έχει παραμείνει για πολλά χρόνια εκτεθειμένη σε καιρικές συνθήκες προκάλεσαν επιφανειακή αποκόλληση του σκυροδέματος επικάλυψης του οπλισμού και ενανθράκωση της πλάκας.
Το κατασκευαστικό αυτό όμως ελάττωμα δεν επηρεάζει την στατική επάρκεια του κτιρίου και οφείλεται σε λάθη κατά τη διάρκεια της σκυροδέτησης, με απουσία πρόβλεψης επαρκούς πάχους επικάλυψης οπλισμού, πλημμελές βρέξιμο της πλάκας μετά την σκυροδέτηση και κυρίως σε απουσία τοποθέτησης εξωτερικής μόνωσης και έτσι έκθεση της επιφάνειας της στις καιρικές συνθήκες για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για την αποκατάσταση του ανωτέρω κατασκευαστικού ελαττώματος, για το οποίο φέρει ευθύνη και ο πολιτικός μηχανικός, διότι δεν προέβη, ως όφειλε, σε ορθή επίβλεψη, απαιτούνται τα ακόλουθα ποσά (κρίσιμος χρόνος θεωρείται ο χρόνος άσκησης της ένδικης αγωγής- 2005) α) για τον αντιδιαβρωτικό εμποτισμό επιφανειών σκυροδέματος με αναστολέα διάβρωσης υγρής μορφής για προστασία των οπλισμών από τη διάβρωση 3.180 Ευρώ (15,00 Ευρώ /τμ X 212 τ.μ.), β) για την αποκατάσταση εμφανών οπλισμών με επισκευαστικό κονίαμα ενός συστατικού για στρώση πάχους έως 30 mm 26.500 Ευρώ (125,00 Ευρώ /τμ.
X 212 τμ.), γ) για τους χρωματισμούς επιφανειών σκυροδέματος ή επιχρισμάτων με ακρυλική βαφή με δυνατότητα αδιαβροχοποίησης επιφάνειας 3.392 Ευρώ (16,00 Ευρώ/τμ X 212 τ.μ.). Περαιτέρω, προέκυψε ότι πράγματι δεν εφαρμόστηκαν οι ξυλότυποι εφαρμογής που είχαν θεωρηθεί από την πολεοδομία, καθώς πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στη θέση, τις διαστάσεις και τις διατομές φερόντων στοιχείων της οικοδομής, πλην όμως αυτό συνέβη κατόπιν απαίτησης των εναγόντων κατά την κατασκευή της πυλωτής και προκειμένου αυτή να μπορεί να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και αποθήκη.
Το γεγονός δε αυτό δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στην στατικότητα της οικοδομής, αλλά θα έπρεπε να τροποποιηθεί η στατική μελέτη και να αναθεωρηθεί η άδεια από τους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν την υποχρέωση αυτή και οι οποίοι εν γνώσει τους δεν προχώρησαν στην συγκεκριμένη αναθεώρηση, προκειμένου να μην υποβληθούν στο σχετικό κόστος, παρότι ο εναγόμενος πολιτικός μηχανικός τους είχε επιστήσει την προσοχή.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην εν λόγω οικοδομή ως έχει, δεν είναι δυνατή η προσθήκη ορόφου που προβλέπει η προαναφερόμενη οικοδομική άδεια, γεγονός όμως που οφείλεται στην τροποποίηση των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τις προσθήκες σε υφιστάμενα κτίρια ( ΕΑΚ 2003, ΝΕ. ΚΩΣ 2004, ΦΕΚ 350 Β/17-2- 2016, οι οποίες όμως δεν ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας το 1993), που επιβάλλουν αυστηρότερες διατυπώσεις και καλύτερη στήριξη των κτιρίων και επ' ουδενί στη μη εφαρμογή των εγκεκριμένων από την πολεοδομία … σχεδίων ξυλοτύπων, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες και ως εκ τούτου καμία ευθύνη δεν βαρύνει τον εναγόμενο πολιτικό μηχανικό.
Επισημαίνεται δε, ότι ακόμη και αν είχε κατασκευαστεί η οικοδομή ακριβώς σύμφωνα με τα εγκεκριμένα από την πολεοδομία … σχέδια και πάλι δεν θα ήταν δυνατή πλέον η προσθήκη στο κτίριο ως έχει του δεύτερου ορόφου, λόγω των νέων ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων, αλλά θα απαιτείτο ενίσχυση της υφιστάμενης οικοδομής.
Εξάλλου, σε αυτό το σημείο πρέπει επιπλέον να σημειωθεί ότι για την σύνταξη της υπό κρίση μελέτης μπορούσε να εφαρμοστεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας διατάξεις (αντισεισμικός κανονισμός του ΒΔ της 19/26-2-1959, όπως αυτός είχε συμπληρωθεί με τις αποφάσεις ΥΠΕΧΩΔΕ ΕΔ 2α /0Ι/44/ ΦΝ275/4-4-1984, ΕΔ 2γ/0Ί/94/ ΦΝ275/30-9-1985 και τον κανονισμό σκυροδέματος του ΒΔ 10/31-12-1945) συντελεστής αντισεισμικής επικινδυνότητας ε= 0,06 ή ε= 0,08 ή ε= 0,012, ενώ εφαρμόστηκε συντελεστής ε= 0,08, ήτοι μεγαλύτερος του προαπαιτούμενου, γεγονός το οποίο συντελούσε στην καλύτερη αντισεισμική προστασία της οικοδομής, καθώς επίσης χρησιμοποιήθηκε σκυρόδεμα πολύ καλής ποιότητας, καλύτερης από αυτή που είχε προβλεφθεί στην μελέτη..........
Κατόπιν τούτων και εφόσον αποδείχθηκε ότι το προαναφερόμενο κατασκευαστικό ελάττωμα της οικοδομής (έλλειψη εξωτερικής μόνωσης τόσο στην πλάκα οροφής του Α ορόφου όσο και στα φέροντα στοιχεία του κτιρίου, ήτοι στους δοκούς και στα υποστηλώματα, απουσία πρόβλεψης επαρκούς πάχους επικάλυψης οπλισμού, πλημμελές βρέξιμο της πλάκας μετά την σκυροδέτηση), το οποίο οφείλεται σε αμέλεια, πέραν του κατασκευαστή, και του εναγομένου πολιτικού, δεν την καθιστά στατικά ανεπαρκή, επικίνδυνη και καταδαφιστέα, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωση για την κατεδάφιση και την ανέγερση νέας οικοδομής.
Δικαιούνται όμως ως αποζημίωση την συγκεκριμένη αποκατάσταση του εν λόγω ελαττώματος, η οποία ως μερικότερη περιλαμβάνεται στην μείζονα αποζημίωση που ζητούν οι ενάγοντες....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την απορρίψασα την αγωγή πρωτόδικη 15/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, δέχτηκε εν μέρει την από 21.7.2005 αγωγή των εναγόντων- εργοδοτών και υποχρέωσε τον εναγόμενο- εργολάβο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 16.536 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 33.072 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 688 - 690 ΑΚ και διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αναγκαία για την κρίση ότι συντρέχουν οι όροι των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Ειδικά διέλαβε α) την κατάρτιση της σύμβασης έργου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων εργολάβος- πολιτικός μηχανικός ανέλαβε την υποχρέωση τόσο της εκπόνησης μελετών για την ανέγερση διώροφης οικοδομής μετά πυλωτής, όσο και της γενικής επίβλεψης της ανέγερσης αυτής, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι επιμέρους εργασίες που είναι αναγκαίες για την ορθή και σύμφωνα με τις μελέτες που εγκρίθηκαν και με βάση τις οποίες εκδόθηκε η .../93 οικοδομική άδεια, ανέγερση της οικοδομής, χωρίς να απαιτείται και αναφορά επιμέρους συμφωνίας για επίβλεψη και της θερμομόνωσης της πλάκας και των δοκών και των υποστηλωμάτων της οικοδομής, αφού αυτή αποτελεί περιεχόμενο της υποχρέωσης του εργολάβου που ανέλαβε τη γενική επίβλεψη της ανέγερσης της οικοδομής, β) την ολοκλήρωση της πυλωτής και του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου της οικοδομής που παραδόθηκε, το έτος 1998, στους αναιρεσίβλητους, με το συγκεκριμένο ελάττωμα και τη διαπίστωση αυτού περί τα τέλη του έτους 2002, όταν οι τελευταίοι αποφάσισαν να προχωρήσουν στην ανέγερση και του δεύτερου υπέρ του ισογείου ορόφου, οι ως άνω δε παραδοχές ουδόλως είναι αντιφατικές, αφού η παράδοση του έργου το έτος 1998 δεν αναιρεί την ύπαρξη του διαπιστωθέντος μεταγενέστερα ελαττώματος, γ) την ύπαρξη του ελαττώματος που παρουσιάζει το εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο και ειδικότερα "η απουσία εξωτερικής μόνωσης τόσο στην πλάκα οροφής του πρώτου ορόφου όσο και στα φέροντα στοιχεία του κτιρίου (δοκοί και υποστηλώματα), τα οποία σε συνδυασμό με την απουσία γαρμπιλομωσαϊκού, στεγάνωσης και μπετόν κλίσης, όπως προβλεπόταν από την εγκεκριμένη μελέτη θερμομόνωσης και το γεγονός ότι έχει παραμείνει για πολλά χρόνια εκτεθειμένη σε καιρικές συνθήκες προκάλεσαν επιφανειακή αποκόλληση του σκυροδέματος επικάλυψης του οπλισμού και ενανθράκωση της πλάκας", χωρίς να δημιουργείται αντίφαση ως προς το ποιο συγκεκριμένα ελάττωμα δημιούργησε την επιφανειακή αποκόλληση του σκυροδέματος επικάλυψης του οπλισμού και την ενανθράκωση της πλάκας, αφού με σαφήνεια προκύπτει το ελάττωμα (απουσία εξωτερικής μόνωσης τόσο στην πλάκα όσο και στα φέροντα στοιχεία του κτιρίου) και η ένεκα του ελαττώματος αυτού δημιουργηθείσα ζημία, ελάττωμα δε συνιστούν και οι συγκεκριμένες ελλείψεις του έργου, δ) την ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που περιλαμβάνει τη δαπάνη στην οποία θα υποβληθούν αυτοί για να αποκαταστήσουν τις ελλείψεις του έργου και όχι για εξ υπαρχής κατασκευή άλλου έργου, όπως εσφαλμένα διατείνεται ο αναιρεσείων και η οποία ως μερικότερη περιλαμβάνεται στη μείζονα αποζημίωση για κατεδάφιση και ανέγερση νέας οικοδομής, που ζητούν οι αναιρεσίβλητοι και ε) την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος με τη μορφή της αμέλειας που συνίσταται στο ότι δεν προέβη, ως όφειλε, σε ορθή επίβλεψη, διαλαμβάνοντας περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας και συγκεκριμένα την παράλειψη εξωτερικής μόνωσης στην πλάκα του πρώτου ορόφου και στα φέροντα στοιχεία, που συντελέστηκε και λόγω της μη ορθής επίβλεψης του συγκεκριμένου έργου σχετικά με την πιστή εφαρμογή των μελετών και τις κατάλληλες οδηγίες προς τον κατασκευαστή, χωρίς, περαιτέρω, να απαιτείται και η παράθεση παραδοχών από τις οποίες να προκύπτει εις ολόκληρον ευθύνη του αναιρεσείοντα εργολάβου και του κατασκευαστή που ανέλαβε την ανέγερση της οικοδομής, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση ενάγεται μόνο ο αναιρεσείων εργολάβος που ανέλαβε τη γενική επίβλεψη της ανέγερσης της οικοδομής για ελαττώματα του εν λόγω έργου, που οφείλονται στην έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής που όφειλε να επιδείξει ο ίδιος κατά την επίβλεψη του έργου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικά ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δεν διαλαμβάνει παραδοχές για την ύπαρξη επιμέρους συμφωνίας για την επίβλεψη και της θερμομόνωσης της πλάκας και της μόνωσης των δοκών και υποστυλωμάτων, για την ύπαρξη του ελαττώματος και κατά το έτος 1998, που παραδόθηκε το έργο, για την ευθύνη επίβλεψης και του έργου της μόνωσης της πλάκας που ουδέποτε εκτελέστηκε, για έλλειψη περιστατικών που συγκροτούν την υπαιτιότητά του με τη μορφή της αμέλειας, για την έλλειψη παραδοχών περί εις ολόκληρον ευθύνης του ιδίου και του υπόχρεου σε εκτέλεση του έργου κατασκευαστή, για εσφαλμένη επιδίκαση αποζημίωσης όχι για αποκατάσταση αυτής αλλά για εξ υπαρχής κατασκευή άλλου έργου και για ασάφεια του αποδεικτικού πορίσματος ως προς το ποιο συγκεκριμένο ελάττωμα επέφερε αιτιωδώς την ζημία, πρέπει να απορριφθεί, κατά τα ανωτέρω, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 914/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιδικάζοντας στους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικά ενώ ζητήθηκε από τους τελευταίους η καταβολή του ποσού των 6.450 ευρώ για εξ υπαρχής κατασκευή της θερμομόνωσης-υγρομόνωσης του δώματος και όχι για την αποκατάσταση των τυχών κατασκευαστικών ελαττωμάτων της μη κατασκευασθείσας θερμομόνωσης ή της εκ νέου κατασκευής μόνωσης δοκών και υποστυλωμάτων, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση τους επιδίκασε το συνολικό ποσό των 33.072 ευρώ, ήτοι επιπλέον το ποσό των 26.622 ευρώ, καθώς, επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάστηκε στους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους για τον αντιδιαβρωτικό εμποτισμό επιφανειών σκυροδέματος με αναστολέα διάβρωσης υγρής μορφής για προστασία των οπλισμών από τη διάβρωση 3.180 ευρώ και για την αποκατάσταση εμφανών οπλισμών με επισκευαστικό κονίαμα ενός συστατικού για στρώση πάχους έως 30 mm, 26.500 ευρώ, ενώ με την αγωγή τους οι τελευταίοι ζήτησαν για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 8.650 ευρώ, δηλαδή τους επιδίκασε επιπλέον 29.680 ευρώ και τέλος τους επιδίκασε και για χρωματισμούς επιφανειών σκυροδέματος το ποσό των 3.392 ευρώ, κονδύλιο που δεν ζητήθηκε.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι αιτήθηκαν την καταβολή του συνολικού ποσού των 298.639,19 ευρώ για την κατεδάφιση και την ανέγερση νέας οικοδομής, λόγω της επικινδυνότητας και της ακαταλληλότητας για οίκηση της οικοδομής, που φέρει τα επικαλούμενα με την αγωγή ελαττώματα, η δε, ένεκα των ελαττωμάτων, ζημία σε μέρη της οικοδομής, που έχει συναχθεί από την εκτίμηση των αποδείξεων, αποτελεί έλασσον της ολικής ζημίας και στο μείζον περιέχεται το έλασσον, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (βλ.
ΑΠ 486/2016).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106) και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (ΚΠολΔ 110 παρ.2), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (ΚΠολΔ 561 παρ.2), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη, επίσης, επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 917/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικά δέχθηκε ως έλλειψη της οικοδομής, οφειλόμενη στην αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου - αναιρεσείοντος, την απουσία εξωτερικής θερμομόνωσης της πλάκας και μόνωσης στις δοκούς και τα υποστυλώματα της οικοδομής και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά για την εξ υπαρχής κατασκευή των πιο πάνω μονώσεων, ελάττωμα, όμως, που δεν προτάθηκε, αφού στην ένδικη αγωγή ως ελάττωμα της οικοδομής αναφέρεται η αποσάθρωση του σκυροδέματος της πλάκας και η οξείδωση των αναμονών από τα σίδερα του οπλισμού των στύλων, στην οποία φερόμενη έλλειψη δεν συμπεριλαμβάνεται η απουσία θερμομόνωσης της πλάκας και της μόνωσης στις δοκούς και τα υποστυλώματα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι κακοτεχνίες συνιστώνται σε έκθεση οπλισμών πλακών στο περιβάλλον με συνέπεια την οξείδωση των οπλισμών και την τοπική αποσάθρωση σε πλάκες οροφής πρώτου ορόφου, που, όπως έχει συναχθεί από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αίτιο έχουν το αποδειχθέν ελάττωμα και ειδικά την απουσία εξωτερικής θερμομόνωσης στην πλάκα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου και στα φέροντα στοιχεία του κτιρίου (δοκοί και υποστυλώματα).
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, όσο και το, κατ' άρθρο 579 ΚΠολΔ, αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, καθόσον δεν αναιρέθηκε η απόφαση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο εναγόμενος- αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων- αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΙΙ) Επί της από 20.4.2018 αίτησης των Π. Ν. και Μ. Σ.:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν είναι δυνατή η προσθήκη δεύτερου υπέρ του ισογείου ορόφου επί της οικοδομής, όπως προβλέπει η εκδοθείσα οικοδομική άδεια, οφειλόμενη όχι στον τρόπο κατασκευής της, αλλά στην τροποποίηση των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν προσθήκες σε υφιστάμενα κτίρια, οι οποίες όμως δεν ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας το έτος 1993, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ισχύουσες διατάξεις (ΕΑΚ 2003, ΝΕ.ΚΩΣ 2004 ΦΕΚΒ/17.2.2016) και όχι αυτές που ίσχυαν κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας (β.δ/γμα 19/26.2.1959 (ΦΕΚ Α' 38) περί αντισεισμικού κανονισμού οικοδομικών έργων, όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις ΥΠΕΧΩΔΕ ΕΔ2α/01/44/ ΦΝ.275/1.4.1984 (ΦΕΚ Β' 239) και ΕΔ2γ/01/94/ ΦΝ275/30.9.1985 (ΦΕΚ Β' 587), καθώς και τον κανονισμό σκυροδέματος- επιτρεπόμενες τάσεις β.δ/γμα 18/26.2.1959 (ΦΕΚ Α" 104) "περί κανονισμού φορτίσεως δομικών έργων").
Από τα ανωτέρω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχτηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις ισχύσασες κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τη δυνατότητα για την προσθήκη ορόφου επί υφιστάμενης οικοδομής, διευκρινίζοντας ότι ήταν δυνατή η προσθήκη ορόφου κατά το χρόνο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας και σύμφωνα με τις μελέτες που εγκρίθηκαν, οι οποίες έγιναν σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το χρόνο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας διατάξεις, ακολούθως, ότι πράγματι δεν εφαρμόστηκαν οι ξυλότυποι εφαρμογής που είχαν θεωρηθεί από την πολεοδομία καθώς και ότι πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στη θέση, τις διαστάσεις και τις διατομές φερόντων στοιχείων της οικοδομής, οι οποίες όμως δεν βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο- εργολάβο αλλά τους ίδιους τους αναιρεσείοντες- εργοδότες και το γεγονός ότι δεν είναι πλέον δυνατή η προσθήκη ορόφου δεν οφείλεται στη μη εφαρμογή των εγκεκριμένων από την πολεοδομία … σχεδίων ξυλοτύπων, αλλά στην τροποποίηση των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τις προσθήκες σε υφιστάμενα κτίρια.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 529 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, είναι επιτρεπτή, στην κατ` έφεση δίκη, η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, οι οποίες ελήφθησαν μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, άρα, και δη κατά μείζονα λόγο, και των ενόρκων βεβαιώσεων, που λήφθηκαν πριν από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, έστω και μετά την επ` ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 484/2019).
Ως νέα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή το αντιπαρήλθε σιωπηρά και υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση περί του απαραδέκτου δεν ήταν εσφαλμένη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αρ.11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικά ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την 17276/14.11.2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Κ., η οποία λήφθηκε μεν νομότυπα αλλά τρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προσκομίστηκε μαζί με τις προτάσεις που κατατέθηκαν 20 ημέρες πριν τη συζήτηση.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ορθώς, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στη νομική σκέψη, έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, για την οποία υπάρχει νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου, ως νέο αποδεικτικό μέσο, το οποίο υποβλήθηκε μεν πρωτόδικα αλλά απαράδεκτα και επανυποβλήθηκε παραδεκτά πλέον ενώπιον του Εφετείου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.8 και 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθ. 559 αριθ. 8 και 9 έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ1334/2018, ΑΠ 119/2016, ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1189/2008, ΑΠ 1493/2003). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες- αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8, διότι απέρριψε το αίτημά τους για διενέργεια νέας συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η δυνατότητα ή μη προσθήκης δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου επί της οικοδομής, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει, από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ενάγοντες- αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του εναγόμενου- αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 17.4.2018 αίτηση του Δ. Ζ. και την από 20.4.2018 αίτηση των Π. Ν. και Μ. Σ., για αναίρεση της 392/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Απορρίπτει την από 17.4.2018 αίτηση του Δ. Ζ. για αναίρεση της 392/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Απορρίπτει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 20.4.2018 αίτηση των Π. Ν. και Μ. Σ. για αναίρεση της 392/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ