Legislator Case Law & Legislation
3/2020 AI generated

3/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 3/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 3 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2020

Legislator headnote

AI generated

3/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 3 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2020

Keywords

AI generated
deficiency of stamp duty lack of municipal standing lack of signature lack of standing of complainant standing of the municipality previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 3 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης - ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Λέσβου", που εδρεύει στη Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο Λέσβου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ταμτάμη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται ο πρωτοβάθμιος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Μυτιλήνης", ως διάδοχος του καταργηθέντος "Δήμου Λέσβου". Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μανώλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 310/ΤΜ/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2015 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 26-9-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, και δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.19, λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2, υποπαράγραφος 33, περίπτωση Α', υποπερίπτωση 1 του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης", όπως η υποπερίπτωση 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 154 παρ. 4 του ν. 4600/2019, στο Νομό Λέσβου "Α. Συνιστώνται οι κατωτέρω δήμοι: 1. Δήμος Μυτιλήνης με έδρα τη Μυτιλήνη αποτελούμενος από τις δημοτικές ενότητες: α. Αγιάσου, β..., γ.....", σύμφωνα δε με το ανωτέρω άρθρο 154 παρ. 6 του ν. 4600/2019 από την έναρξη λειτουργίας των νέων δήμων (1-9-2019) καταργείται ο υφιστάμενος Δήμος Λέσβου. Εξάλλου, στο άρθρο 157 παρ. 1 του ως άνω ν. 4600/2019 ορίζεται ότι "Οι δήμοι που συνιστώνται με το παρόν Μέρος υπεισέρχονται αυτοδικαίως, από την έναρξη λειτουργίας τους και χωρίς άλλη διατύπωση, σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα, απαιτήσεις και υποχρεώσεις των αντίστοιχων καταργούμενων δήμων, κατά το μέρος που αυτά αφορούν και συνδέονται με την κατά τόπο αρμοδιότητά τους....", ενώ στην παρ. 8 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Από την κατάργηση των δήμων, σύμφωνα με το παρόν Μέρος, οι εκκρεμείς δίκες αυτών συνεχίζονται, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη για καθεμία από αυτές, από το δήμο στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκεται η έδρα του αντίστοιχου καταργούμενου δήμου", με τις αναφερόμενες στο ανωτέρω άρθρο εξαιρέσεις, στις οποίες δεν υπάγεται η υπό κρίση υπόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 16/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, το οποίο, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης του ερημοδικασθέντος στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης - ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Λέσβου", την εκκαλούμενη 233/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι νομίμως παρίσταται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, και συνεχίζει τη δίκη ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Μυτιλήνης", ως διάδοχος του καταργηθέντος (αρχικού) αναιρεσείοντος "Δήμου Λέσβου", ο οποίος προσκομίζει απόσπασμα της 819/2016 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του εν λόγω Δήμου που αποφάνθηκε υπέρ της ασκήσεως του υπό κρίση ενδίκου μέσου, ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006, δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ παράβολο.

Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [ήδη 2.500 ευρώ με την υπ` αριθμ. 2/42053/0094 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1033/7-8-2002)] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 80 του ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν.3463/2006) (ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 284/2011), συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ.1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1382/2017, ΑΠ 766/2014). Eξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010). Ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά ένσταση του εναγομένου στηριζόμενη στο άρθρο 909 Α.Κ. (ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 1468/2010) και, συνεπώς, εναπόκειται στο λήπτη του πλουτισμού να επικαλεσθεί ως εναγόμενος και να αποδείξει κατά το άρθρ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 791/2012, ΑΠ 1484/2008). Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 543/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία (και δη αναιρεσίβλητη).... στα πλαίσια... της επιχειρηματικής της δραστηριότητας με διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ της ίδιας και του καταργηθέντος ν.π.π.δ. με την επωνυμία "Δήμος Πέτρας", στου οποίου τις υποχρεώσεις υπεισήλθε το εναγόμενο ν.π.π.δ με την επωνυμία "Δήμος Λέσβου" (στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναφερόμενος στην αρχή της παρούσας αναιρεσείων ΟΤΑ), κατά το χρονικό διάστημα από 30-07-2002 έως 07-12-2010 πώλησε και παρέδωσε στο ανωτέρω ν.π.π.δ. ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης συνολικής αξίας 88.291,27 ευρώ, τα οποία αυτό παρέλαβε χωρίς καμία επιφύλαξη, γι' αυτές δε τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης δεν τηρήθηκε η διαδικασία των δημόσιων συμβάσεων προμήθειας, αλλ' ούτε και o προσήκων έγγραφος τύπος. Την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών πώλησης έτοιμου σκυροδέματος, την προσήκουσα εκτέλεση των συμβάσεων εκ μέρους της ενάγουσας και την παραλαβή των ποσοτήτων αυτών (έτοιμου σκυροδέματος) από το καταργηθέν ν.π.δ.δ.... δεν αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος Δήμος Λέσβου και ως εκ τούτου από το σύνολο των ισχυρισμών του συνάγεται ομολογία των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, η οποία κατισχύει της γενικής άρνησης που προέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρ. 261 ΚΠολΔ).... Πλήρως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό (τίμημα) των διαδοχικών πωλήσεων στο οποίο κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση του ερημοδικασθέντος πρωτοδίκως εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δικάζοντας ακολούθως την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρέωσε τον εναγόμενο (αρχικώς αναιρεσείοντα) Δήμο να καταβάλει σε αυτή το ποσό των 88.291,27 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο υπερημερίας 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον, ειδικότερα, εκτίθενται με πληρότητα η εκτέλεση από την αναιρεσίβλητη των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ετοίμου σκυροδέματος, παρά την ακυρότητα αυτών, η παραλαβή των αντίστοιχων ποσοτήτων από τον αναιρεσείοντα Δήμο χωρίς καμμία επιφύλαξη και ο πλουτισμός του τελευταίου λόγω μη καταβολή τιμήματος για τις πωληθείσες αυτές ποσότητες.

Συνεπώς, ο τρίτος, (κατ' εκτίμηση) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν ο αναιρεσείων, με την επίκληση παράβασης από τους αρ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το αν σώζεται ο πλουτισμός, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν και με ποιό τρόπο προβλήθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα η σχετική ένσταση, ώστε να είναι υποχρεωμένο εκφέρει κρίση και ως προς το ζήτημα αυτό (βλ. ΑΠ 432/2013). Κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων. Μόνον εάν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 530/2015). Δεν συνιστά, όμως, τέτοια ειδική αμφισβήτηση ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 530/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ΟΤΑ με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, ενώ προέβαλε με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της έφεσής του, ειδική αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αυτό συνήγαγε έμμεση δικαστική ομολογία του και δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ζητήματα της κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ετοίμου σκυροδέματος, της προσήκουσας εκτέλεσης των συμβάσεων και της παραλαβής των πωληθεισών ποσοτήτων, με την αιτιολογία της μη ειδικής εκ μέρους του αμβισβήτησης αυτών, λαμβάνοντας έτσι υπόψη, παρά το νόμο, απόδειξη που δεν προσκομίστηκε. Όμως, από τη σχετική αναφορά στο ίδιο το αναιρετήριο, αλλά και από την, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (αλλά και της έφεσής του), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ουδόλως αμφισβήτησε, γενικά ή ειδικά, τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς, παρά μόνον περιορίστηκε στην επίκληση της αοριστίας της ένδικης αγωγής, η οποία, όμως, κατά τα ανωτέρω, δεν συνιστά ειδική αμφισβήτηση της ιστορικής βάσης αυτής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 467/2018, ΑΠ 1530/2008). Περαιτέρω, ο ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1-1-2015 ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), αλλά έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατ' άρθρο 183 παρ. 2 γ, οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (που αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β' του Μέρους Δ' ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ.α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ.1, 141 του ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α') Το άρθρο 90 παρ.1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β') το άρθρο 91 εδ.α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν Π.Δ. 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ.α', β και 276 παρ.2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Δήμων, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 2116/2013, ΑΠ 248/2011), παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως. Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 303/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του παραπάνω Ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με έναν από τους αναφερόμενους σε αυτό τρόπους, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ` (τελευταίο) αυτού "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ως άνω ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 570/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 672/2018, ΑΠ 430/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ η, από το άρθρο 559 αρ.8α ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση, ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης εταιρίας διακόπηκε, λόγω αναγνώρισης κατά το έτος 2006 της απαίτησης από το Δήμαρχο του Δήμου Πέτρας, καίτοι η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλε την ανωτέρω αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο του αγωγικού δικογράφου, όσο και των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτή είχε προβάλει (με την αγωγή καθ' υποφοράν και με τις προτάσεις ευθέως) την ως άνω αντένσταση και, συνεπώς, το Εφετείο, με το να λάβει αυτήν υπόψη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του παραπάνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές... , β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως,.... γ) Με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, δ) Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται, ε) Με την έκδοση τίτλου πληρωμής... στ) Με την αναγνώριση της απαιτήσεως υπό του Δημοσίου με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ενόψει του ειδικού χαρακτήρα των διατάξεων του άρθρου 93 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού, τα της διακοπής της παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων ρυθμίζονται αποκλειστικώς από το προαναφερθέν άρθρο του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού, το οποίο, σε αντίθεση με το αμέσως προηγούμενο άρθρο 92 (περί αναστολής της παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων), δεν παραπέμπει σε διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές (ΑΠ 1607/2014, ΣΤΕ 4024/10). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως για το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "Εξάλλου,... αποδείχθηκε ότι ως προς τις ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος που παρέλαβε το ν.π.π.δ. με την επωνυμία "Δήμος Πέτρας" και κατέστη ως προς την αξία τους αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, για τις οποίες εκδόθηκαν τα τιμολόγια των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, από την έναρξη της παραγραφής αυτών στις 31-12-2002, 31-12-2003, 31-12-2004 και 31-12-2005, έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση 26-10-2011 και επίδοση στο εναγόμενο στις 03-11-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Όμως, η παραγραφή αυτή διεκόπη κατ' άρθρο 260 Α.Κ..... το έτος 2006, αφού εντός του έτους αυτού ο Δήμαρχος του Δήμου Πέτρας, που εκπροσωπούσε νόμιμα το καταργηθέν ν.π.π.δ. ανεγνώρισε την ανωτέρω οφειλή του Δήμου προς την ενάγουσα, από το τέλος του οποίου (31-12-2006) άρχισε η νέα ισόχρονη πενταετής παραγραφή και ως εκ τούτου ο περί του αντίθετου ισχυρισμός του εναγόμενου που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) περί διακοπής της παραγραφής και απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) ένσταση της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ως προς τη διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων κατά του εναγόμενου ΟΤΑ δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο ν. 2362/1995 ή σε άλλο νόμο και ότι ως εκ τούτου εφαρμόζονται ως προς το ζήτημα αυτό οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, και επίσης παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 93 παρ. 1στ του ν. 2362/95, του οποίου οι διατάξεις, λόγω του ειδικού χαρακτήρα τους, εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση. Επομένως, ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου που αφορά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), θα ορισθεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 22 ν. 3693/1957 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 16/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ