Legislator Case Law & Legislation
3/2015 AI generated

3/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 3/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 3 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2015

Legislator headnote

AI generated

3/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 3 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 3 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Αριστείδη Πελεκάνο και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας-εφεσίβλητης: Αλλοδαπής εταρείας με την επωνυμία "Mizuho Corporate Advisory Co., Ltd.", η οποία εδρεύει στην ..., διατηρεί εγκατάσταση στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, στο δε ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη, Δημήτριο Τσικρικά, Σταύρο Γεωργιάδη, Ιωάννη Λιναρίτη και Αναστασία Μαγείρου.

Της εφεσίβλητης-εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), η οποία με αρχική επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Ε.Ο.Τ." προσέλαβε ακολούθως τις επωνυμίες "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και πάλι "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, στο δε ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Παναγιώτη Μαντζουράνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της εταιρείας "Mizuho Corporate Advisory Co., Ltd." που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4537/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8473/2006 του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκαν αιτήσεις αναίρεσης από τους διαδίκους και εκδόθηκε η 1703/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (8473/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5468/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η εναγόμενη εταιρεία με την από 29 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της και τους από 26 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους αναίρεσης. Επ' αυτών εκδόθηκε η 1588/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5468/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η δε υπόθεση κρατήθηκε να δικαστεί στην ουσία από τον Άρειο Πάγο σε νέα προς το σκοπό αυτό συζήτηση με επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Ήδη με την από 4 Νοεμβρίου 2013 κλήση της εναγομένης η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση επί της ουσίας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγητής ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους που κατατέθηκαν με σχετικά έγγραφα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενη η ενάγουσα ότι με την από 1.2.2001 σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και της ιαπωνικής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Fuji Bank Limited" η δεύτερη ανέλαβε την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών χρηματοοικονομικού συμβούλου στην πρώτη και ότι με την από 2.2.2001 σύμβαση μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και των ως άνω συμβληθέντων υποκαταστάθηκε στη θέση της "Fuji Bank Limited", ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις του αγωγικού δικογράφου, το συνολικό ποσό των 8.795.993,29 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 1.583.278,79 ευρώ, ως αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της αναφορικά με την αξιοποίηση των διαχειριζόμενων από την εναγομένη ακινήτων του Ε.Ο.Τ.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 4537/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 805.542,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης η μεν ενάγουσα άσκησε την από 19.1.2006 έφεσή της, η δε εναγομένη την από 8.2.2006 αντίθετη δική της έφεση, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές, αλλά απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 8743/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.

Όμως η εφετειακή αυτή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της με την υπ' αριθ. 1703/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε για ορισμένους από τους προβαλλόμενους λόγους τόσο την από 2.5.2007 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας όσο και την από 24.5.2007 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Εφετείο, ενώ στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της εν μέρει προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης (άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ), υποχρέωσε την ενάγουσα να αποδώσει στην εναγομένη το ποσό των 476.000 ευρώ, το οποίο η δεύτερη είχε καταβάλει στην πρώτη, συμμορφούμενη εκουσίως με την πρωτόδικη απόφαση.

Ακολούθως εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθ. 5468/2011 απόφαση, με την οποία, αφού έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι ως άνω αντίθετες εφέσεις, αλλά και οι από 11.2.2010 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο η ενάγουσα μετά την έκδοση της παραπάνω αναιρετικής απόφασης, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, δηλαδή και κατά τις ορθές διατάξεις της, ώστε να προκύψει έτσι ενιαίος εκτελεστός τίτλος, με συνέπεια, δικάζοντας στη συνέχεια το Εφετείο επί της ένδικης αγωγής, να τη δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη για το μεγαλύτερο ποσό των 5.890.869,84 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει ως αμοιβή για την αυτή αιτία στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση και πάλι της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Από το ποσό αυτό παρακρατήθηκε όμως με την ίδια απόφαση ποσό 200.000 ευρώ, ως προς το οποίο έγινε δεκτή ένσταση επίσχεσης της εναγομένης ή κατά την εφετειακή απόφαση ένσταση από το άρθρ. 374 ΑΚ και ορίστηκε ότι η καταβολή του θα γίνει υπό τον όρο της ταυτόχρονης κατάθεσης από την ενάγουσα ισόποσης εγγυητικής επιστολής.

Όμως και η απόφαση αυτή του Εφετείου αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1588/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά παραδοχή του πρώτου των κύριων λόγων της από 29.12.2011 αίτησης αναίρεσης και του πρώτου κατά το πρώτο αυτού μέρος των από 26.9.2012 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της εναγομένης, η δε υπόθεση κρατήθηκε να δικασθεί στην ουσία από τον Άρειο Πάγο, σε νέα προς το σκοπό αυτό συζήτηση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 580§3(γ) ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο μετά από πρώτη αναίρεση είχε παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός πλέον την ουσία της υπόθεσης ως δευτεροβάθμιο ή ανάλογα ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Στη δεύτερη αυτή αναιρετική απόφαση δεν ορίζεται, όπως στην πρώτη, ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναιρείται στο σύνολό της και αντίθετα από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της σαφώς προκύπτει ότι η εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε μόνον κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση στην ενάγουσα αμοιβής επιτυχίας για τις παρασχεθείσες στην εναγομένη υπηρεσίες της αναφορικά με τη σύναψη συμβάσεων αξιοποίησης για πέντε από τις Ακτές της Αττικής (Αλίμου, Α' και Β' Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρκιζας) και τις Μαρίνες (Λιμένες) Ζέας και Φλοίσβου, αφού το κεφάλαιο, άλλωστε, αυτό αφορούσαν αποκλειστικά και οι αναιρετικοί λόγοι κατά της εφετειακής απόφασης, που σημαίνει ότι η απόφαση αυτή εξακολουθεί να ισχύει κατά τις διατάξεις της ως προς τα υπόλοιπα κεφάλαιά της, δηλαδή ως προς τη διάταξή της που επιδίκασε στην ενάγουσα ποσό 75.688 ευρώ ως υπόλοιπο της συμφωνημένης κατ' αποκοπή αμοιβής της, καθώς και ως προς τη διάταξή της που απέρριψε την αξίωση επιδίκασης στην ίδια αμοιβής επιτάχυνσης 2.694.825 ευρώ για οκτώ από τα συνολικά 286 ακίνητα του Ε.Ο.Τ., που αφορούσε η σύμβασή της παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών συμβούλου.

Συνεπώς μόνον ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής επιτυχίας αναφορικά με τα παραπάνω ακίνητα αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας η υπόθεση από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο ακολούθως παραδεκτά μεν ως προς το κεφάλαιο αυτό εισήχθη με την από 4.11.2013 κλήση της εναγομένης, απαράδεκτα όμως κατά τα λοιπά κεφάλαιά της (άρθρ. 581§1&2 ΚΠολΔ).

Παρέπεται ότι και οι συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρ. 246 και 524§1 ΚΠολΔ αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες, όπως ήδη κρίθηκε, ασκήθηκαν παραδεκτά κατά τα άρθρ. 19, 495επ., 511επ. ΚΠολΔ και είναι τυπικά δεκτές, ερευνώνται στη συνέχεια κατά το άρθρ. 533 ΚΠολΔ ως προς τους λόγους τους που αφορούν το ως άνω μόνον κεφάλαιο της υπόθεσης, δηλαδή ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο των κύριων και δεύτερο των πρόσθετων λόγων της έφεσης της ενάγουσας και ως προς τους πρώτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των λόγων της έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους, στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, επιδιώκεται η εξαφάνιση της απόφασης αυτής κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, ώστε ακολούθως η ένδικη αγωγή να γίνει κατά το ίδιο κεφάλαιο πλήρως δεκτή ή αντίθετα πλήρως να απορριφθεί. 2.

Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 270§2(γ)&(δ)ΚΠολΔ, όπως αυτές ισχύουν μετά και το ν. 3994/2011 και εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 524§1ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση ή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρ. 237 και του εδαφίου (γ) του άρθρ. 238 ΚΠολΔ, πρόσθετων ένορκων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.

Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.

Επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 725/2006? 315/2008? 747/2008).

Το ίδιο ισχύει και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη προς αντίκρουση παραδεκτά προσκομιζόμενων με επίκληση ένορκων βεβαιώσεων περισσότερες των αντικρουόμενων ένορκες βεβαιώσεις, οπότε απαράδεκτες είναι μόνον οι κατά τη σειρά επίκλησης επιπλέον προσκομιζόμενες τέτοιες βεβαιώσεις (ΑΠ 1703/2008).

Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρείς συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, είτε αρχικά είτε προς αντίκρουση ισάριθμων ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου αντίστοιχα, δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρ. 20§1 του Συντάγματος και 6§1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον περιορισμό των ένορκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (ΑΠ 1103/2011).

Εξ άλλου στην κατ' έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529§1(α)ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ένορκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον των τριών ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των κρίσιμων ζητημάτων ή αναλόγως προς αντίκρουση ισάριθμων ένορκων βεβαιώσεων, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρείς τέτοιες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, οι οποίες με επίκληση προσκομίζονται και στο εφετείο (ΑΠ 1103/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήδη δε με επίκληση προσκομίζει και στο Δικαστήριο τούτο, τις με αριθμούς ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Σ., Χ. - Α. Π. και T. D. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη - Αναγνωσταλάκη, που συντάχθηκαν με επιμέλειά της ύστερα από νόμιμη απ' αυτή κλήτευση της εναγομένης (βλ.

την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Δ.), ενώ και η εναγομένη προσκόμισε με επίκληση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήδη δε με επίκληση προσκομίζει και στο Δικαστήριο τούτο, τις με αριθμούς ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των Α. - Ι. Κ. και Α. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που συντάχθηκαν με επιμέλειά της ύστερα από νόμιμη απ' αυτή κλήτευση της ενάγουσας (βλ.

την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Γ.). Προς αντίκρουση των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων που προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα, η εναγομένη προσκόμισε και επικαλέστηκε πρωτοδίκως, ήδη δε με επίκληση προσκομίζει και στο Δικαστήριο τούτο, τις με αριθμούς ..., ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις Ι. Φ., Α. Κ. και Α. - Ι. Κ., που συντάχθηκαν και αυτές με επιμέλειά της ύστερα από νόμιμη απ' αυτή κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Γ.), ενώ προς αντίκρουση των αρχικών ένορκων βεβαιώσεων που προσκόμισε, κατά τα ανωτέρω, με επίκληση η εναγομένη, η ενάγουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε πρωτοδίκως, ήδη δε προσκομίζει και επικαλείται και στο Δικαστήριο τούτο, τις με αριθμούς ..., ...

και ..., ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Δ., Σ. Κ. - Σ. και Ε. - Κ. Π. ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη - Αναγνωσταλάκη, που συντάχθηκαν με επιμέλεια επίσης της ενάγουσας ύστερα από νόμιμη απ' αυτή κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ο.

Δ.). Με δεδομένο, όμως, ότι η εναγομένη προσκόμισε και προσκομίζει προς ανταπόδειξη της ένδικης αγωγής δυο μόνον ένορκες βεβαιώσεις, δηλαδή τις με αριθμούς ... και ... των Α. - Ι. Κ. και Α. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς αντίκρουσή τους και οι τρεις ως άνω προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ..., ...

και ... των Ν. Δ., Σ. Κ. - Σ. και Ε. - Κ. Π., αλλά μόνον οι δυο πρώτες απ' αυτές κατά την οριζόμενη ήδη από την ενάγουσα σειρά επίκλησής τους στη σελίδα 61 των από 7.3.2014 προτάσεών της.

Συνεπώς έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αγνόησε συνολικά και τις τρεις αυτές ένορκες βεβαιώσεις, ενώ έπρεπε να λάβει υπόψη του ισάριθμες με τις αντικρουόμενες ένορκες βεβαιώσεις και είναι κατά τούτο βάσιμος ο πρώτος των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας. Το σφάλμα όμως αυτό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αρκεί για να εξαφανιστεί χωρίς άλλο η εκκαλούμενη απόφασή του, αν δεν επηρέασε τελικά την ορθότητα του διατακτικού της, όπως αυτό θα κριθεί στη συνέχεια με συνεκτίμηση και των δύο ως άνω ένορκων βεβαιώσεων κατά την έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

3. Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος.

Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 1345/2012? 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη σύμβαση δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο προβαίνει σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993? 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002? 80/2004? 557/2004? 1258/2004? 1665/ 2014). Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφασή του απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του κατά τη δικάσιμο της 16.3.2005, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκθέσεις κατά το άρθρ. 390 ΚΠολΔ προσώπων που έχουν ειδικές επιστημονικές γνώσεις αναφορικά με την έννοια και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής που καταβάλλεται σε χρηματοοικονομικό σύμβουλο για τη συμβολή του σε επιτυχή τελείωση συναλλαγής (αμοιβή επιτυχίας), ενώ ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν, με εξαίρεση δηλαδή την υπ' αριθ. ...

ένορκη βεβαίωση του Ε. - Κ. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, πλήρως αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Την 22.9.1999 η εναγομένη δημοσίευσε την ταυτόχρονη πρόσκλησή της για την εκδήλωση ενδιαφέροντος συμμετοχής σε διαγωνισμό για την πρόσληψη χρηματοοικονομικού συμβούλου και λοιπών εξειδικευμένων συμβούλων αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών προς αξιοποίηση της διαχειριζόμενης απ' αυτή ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Τ., που αριθμεί 300 περίπου ακίνητα.

Ειδικότερα η διεξαγωγή του διαγωνισμού και η επιλογή του χρηματοοικονομικού συμβούλου ορίστηκε να γίνει με τη διαδικασία του π.δ/τος 346/1998, δηλαδή της διαπραγμάτευσης ύστερα από προεπιλογή όσων θα ανταποκρίνονταν στην παραπάνω πρόσκληση, ενώ για τις υπηρεσίες των εξειδικευμένων συμβούλων ορίστηκε ότι θα αφορούν νομικά και τεχνικά ζητήματα και θα παρέχονται ύστερα από συμπληρωματικές συμβάσεις στη σύμβαση του χρηματοοικονομικού συμβούλου, ο οποίος και θα συντονίζει και θα επιβλέπει τις υπηρεσίες τους.

Στο διαγωνισμό συμμετέσχε και η ιαπωνική τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Fuji Bank Limited", η οποία μετά την ολοκλήρωση της Α' Φάσης του διαγωνισμού, δηλαδή της προεπιλογής όσων πληρούσαν τις προϋποθέσεις της πρόσκλησης, επιλέχθηκε με την υπ' αριθ. 48/ 17.7.2000 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης ως πρώτη υποψήφια ανάδοχος του έργου μεταξύ των λοιπών προεπιλεγέντων, οι οποίοι, όπως και η ίδια, είχαν προηγουμένως κληθεί με την από 28.3.2000 πρόσκληση της εναγομένης να υποβάλουν και πράγματι υπέβαλαν κατά τη Β' Φάση του διαγωνισμού τεχνικές και οικονομικές προσφορές.

Μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της εναγομένης και της Fuji Bank Limited για τη βελτίωση της προσφοράς της εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 12/7.12.2000 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης το τελικό κείμενο των διαπραγματεύσεων και με βάση αυτό καταρτίσθηκε ακολούθως μεταξύ των αυτών προσώπων η από 1.2.2001 σύμβαση παροχής υπηρεσιών χρηματοοικονομικού συμβούλου, με αρχική διάρκεια πέντε ετών και επισυναπτόμενα σ' αυτή 15 Παραρτήματα.

Ωστόσο, με την από 2.2.2001 επόμενη σύμβαση μεταξύ των ως άνω συμβληθέντων και της ενάγουσας, αυτή υποκαταστάθηκε πλήρως στη θέση της Fuji Bank Limited και ανέλαβε αυτή πλέον την παροχή στην εναγομένη των συμφωνημένων με την κύρια σύμβαση υπηρεσιών χρηματοοικονομικού συμβούλου. Κατά το άρθρ. 3.1 της σύμβασης αυτής (εφεξής Σύμβαση) αντικείμενό της είναι η εκτέλεση από τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο (εφεξής Χ.Ο.Σ.) των παρακάτω βασικών εργασιών: (α) Αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης της περιουσίας της εναγομένης (κατ' ακριβολογία της διαχειριζόμενης απ' αυτή περιουσίας του Ε.Ο.Τ.) και έλεγχος των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων (ιδιοκτησιακοί τίτλοι, νομικές εκκρεμότητες), (β) Αξιολόγηση των περιουσιακών στοιχείων ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησής τους, (γ) Σύνταξη Στρατηγικού Σχεδίου για την αξιοποίηση της περιουσίας και Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου για κάθε προτεινόμενο προς αξιοποίηση ακίνητο, (δ) Ανάλυση και αξιολόγηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, καθώς και επεξεργασία ενδεχόμενων νομοθετικών παρεμβάσεων, (ε) Έρευνα εναλλακτικών δυνατοτήτων αυτοχρηματοδότησης, συγχρηματοδότησης ή αξιοποίησης της περιουσίας μέσω χρηματοοικονομικών εργαλείων, (στ) Προώθηση του προϊόντος στη διεθνή τουριστική και επενδυτική αγορά και έλεγχος ανταπόκρισης των υποψήφιων επενδυτών, (ζ) Καθορισμός των όρων προκήρυξης των διαγωνισμών για την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, (η) Παροχή υποστήριξης για την αξιολόγηση των προσφορών των υποψήφιων αναδόχων και τη διαπραγμάτευση στη συνέχεια με τους επιλεχθέντες αναδόχους για τη σύνταξη και υπογραφή των τελικών συμβάσεων και (θ) Μεταφορά τεχνογνωσίας στην εναγομένη για ζητήματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης της περιουσίας.

Για την επίτευξη του αντικειμένου της Σύμβασης η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει στην εναγομένη τις ειδικότερες υπηρεσίες που ορίζονται στο άρθρ. 3.2 της Σύμβασης και αναλυτικά περιγράφονται ως προς μεν τις υπηρεσίες που αφορούν το Οριστικό Στρατηγικό Σχέδιο [μεθοδολογία αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης (υπηρεσίες 1-8) και εκπόνηση του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου (υπηρεσίες 9 - 12)], την προετοιμασία (υπηρεσίες 1-4) και την εφαρμογή του Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου (υπηρεσίες 1-10) στα τρία Μέρη (Α, Β & Γ) του Παραρτήματος 1 και στο Παράρτημα 2 της Σύμβασης, ως προς δε τα χρηματοοικονομικά εργαλεία για την αξιοποίηση της διαχειριζόμενης περιουσίας στο Παράρτημα 12 της Σύμβασης.

Προβλέφθηκε επίσης με τη Σύμβαση (άρθρ. 3.5) η παροχή πρόσθετων υπηρεσιών, καθώς και διαδικασία επιτάχυνσης για την αξιοποίηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων (άρθρ. 3.6), τα οποία κατά το στάδιο του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου ορίστηκε ότι δεν μπορεί να είναι περισσότερα από δέκα, εκτός αν αυτό ζητηθεί και γίνει αποδεκτό από τον Χ.Ο.Σ.

Ως αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών του Χ.Ο.Σ. συμφωνήθηκε με το άρθρ. 5 της Σύμβασης ότι θα καταβάλλονται σ' αυτόν από τον Εργοδότη οι αμοιβές που προβλέπονται στο Παράρτημα 4 της Σύμβασης και προς το σκοπό αυτό ορίστηκε ότι ο μεν Χ.Ο.Σ. θα υποβάλλει στον Εργοδότη σχετικούς λογαριασμούς (billing statements) με τα αναγκαία κατά περίπτωση δικαιολογητικά, ο δε Εργοδότης θα πρέπει μετά την οριστικοποίηση κάθε λογαριασμού και την έκδοση από τον Χ.Ο.Σ.

του αντίστοιχου τιμολογίου να καταβάλλει σ' αυτόν, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την υποβολή του τιμολογίου, την τιμολογηθείσα αμοιβή, κατά τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 6 της Σύμβασης, διαφορετικά, αν η καταβολή καθυστερήσει πέραν των 60 ημερών, θα οφείλει τόκους από την επίδοση σ' αυτόν έγγραφης όχλησης του Χ.Ο.Σ.

Τον Εργοδότη βαρύνει κατά το άρθρ. 6.1 της Σύμβασης και ο Φ.Π.Α. που αναλογεί στα τιμολόγια του Χ.Ο.Σ., ενώ όλοι οι λοιποί φόροι, τέλη και εισφορές, που βαρύνουν κατά τους ελληνικούς νόμους τις παρεχόμενες από τον Χ.Ο.Σ. υπηρεσίες, ορίστηκε με το άρθρ. 6.2 της Σύμβασης ότι θα καλύπτονται απ' αυτόν. Το Παράρτημα 4 της Σύμβασης διακρίνει μεταξύ αμοιβής κατ' αποκοπή και αμοιβής επιτυχίας, έναντι της οποίας προβλέπεται για κάθε περιουσιακό στοιχείο, που βρίσκεται σε φάση επιτάχυνσης, η τμηματική καταβολή συνολικού ποσού 375.000 ευρώ, το οποίο θα συμψηφίζεται εν τέλει ολόκληρο με την αμοιβή επιτυχίας και μέχρι πάντως ποσοστού 60% αυτής.

Μάλιστα στην περίπτωση αυτή των περιουσιακών στοιχείων υπό επιτάχυνση ο Εργοδότης υποχρεούται κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και εφαρμογής του Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου να καλύπτει και τις αμοιβές των εξειδικευμένων συμβούλων μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, το οποίο θα συμψηφίζεται επίσης ολόκληρο με την αμοιβή επιτυχίας μέχρι ποσοστού 60% αυτής.

Ειδικότερα κατά την παρ. 1 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 ο Χ.Ο.Σ. δικαιούται κατ' αποκοπή αμοιβής ποσού 5.000.000 ευρώ για τις εργασίες που θα εκτελεσθούν μέχρι και την ολοκλήρωση του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου, ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού Μέρους του Παραρτήματος δικαιούται επιπλέον της αμοιβής αυτής και αμοιβή επιτυχίας (Success Fee), συνδεόμενη με το οικονομικό αποτέλεσμα της αξιοποίησης της διαχειριζόμενης από τον Εργοδότη περιουσίας, όπως η αμοιβή αυτή προσδιορίζεται κατά περίπτωση αξιοποίησης με βάση το αντίστοιχο έσοδο του Εργοδότη.

Έτσι, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση παραχώρησης περιουσιακών στοιχείων με αυτοχρηματοδότηση ή συγχρηματοδότηση ή σε περίπτωση μίσθωσης περιουσιακών στοιχείων η αμοιβή επιτυχίας προσδιορίζεται, τμηματικά μεν, αλλά εν τέλει σωρευτικά, σε ποσοστό 3,4% επί του εσόδου του Εργοδότη για έσοδο έως 20.000.000 ευρώ, σε ποσοστό 3,1% για έσοδο από 20.000.001 έως 50.000.000 ευρώ, σε ποσοστό 2,7% για έσοδο από 50.000.001 έως 100.000.000 ευρώ, σε ποσοστό 2,4% για έσοδο από 100.000.001 έως 200.000.000 ευρώ, σε ποσοστό 1,9% για έσοδο από 200.000.001 έως 500.000.000 ευρώ, σε ποσοστό 1% για έσοδο από 500.000.001 έως 1.000.000.000 ευρώ και σε ποσοστό 0,6% για έσοδο πάνω από 1.000.000.000 ευρώ.

Στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται και πρόσθετη αμοιβή επιτυχίας σε ποσοστό 1% επί του συνολικού ποσού των κινητοποιηθέντων και δανειακών κεφαλαίων, για τα οποία δεν εγγυήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, η όλη δε αμοιβή επιτυχίας, η οποία για έργα σε επιτάχυνση προσαυξάνεται κατά επιπλέον ποσοστό 10%, είναι στις ίδιες περιπτώσεις καταβλητέα με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης παραχώρησης ή μίσθωσης (§5 του αυτού Παραρτήματος).

Εξ άλλου τα έσοδα του Εργοδότη προσδιορίζονται στο Παράρτημα 7 της Σύμβασης ανάλογα και πάλι με το είδος αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων που αυτός διαχειρίζεται. Ειδικότερα στο Μέρος Β του Παραρτήματος αυτού προσδιορίζονται τα έσοδα του Εργοδότη από την παραχώρηση γενικώς περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων) κατά τις ακόλουθες, μεταξύ άλλων, διακρίσεις: (1) Παραχώρηση ή Μίσθωση με Αυτοχρηματοδότηση:

Έσοδο του Εργοδότη είναι αθροιστικά: (α) Το ποσό που καταβάλλεται από τον επενδυτή στον Εργοδότη κατά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης, (β) Το συνολικό περιοδικό εισόδημα για τη μέχρι 40 έτη διάρκεια της σύμβασης με τον επενδυτή, εκπεφρασμένο σε παρούσα αξία με προεξοφλητικό επιτόκιο R2, όπως αναλύεται στο Παράρτημα 8 της Σύμβασης, ενώ αν το έσοδο του Εργοδότη εκφράζεται σε ποσοστό επί των ακαθάριστων εισπράξεων της μελλοντικής επένδυσης, τότε το έσοδο αυτό προσδιορίζεται βάσει των στοιχείων του επιχειρηματικού σχεδίου του επενδυτή, (γ) Η υπεραξία της επένδυσης, όπως αναλύεται στο ίδιο Παράρτημα 8 της Σύμβασης. (2) Παραχώρηση ή Μίσθωση με συγχρηματοδότηση ή κοινοπραξία:

Έσοδο του Εργοδότη είναι και πάλι αθροιστικά: (α) Κάθε οικονομική συμβολή του συγχρηματοδοτούντος, η οποία καταβάλλεται κατά την υπογραφή της σύμβασης, (β) Το συνολικό περιοδικό εισόδημα, όπως και επί αυτοχρηματοδότησης, πλέον του συνόλου των μερισμάτων που αναλογούν στον Εργοδότη για όλη τη διάρκεια της επένδυσης, εκπεφρασμένων σε παρούσα επίσης αξία, (γ) Η υπεραξία της επένδυσης, όπως περιγράφεται στο Παράρτημα 8 της Σύμβασης και αφορά το ποσοστό του επενδυτή. (3) Μίσθωση (απλή, δηλαδή χωρίς αυτοχρηματοδότηση):

Έσοδο του Εργοδότη είναι τα μισθώματα για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, εκπεφρασμένα και αυτά σε παρούσα αξία. Από το σύνολο των παραπάνω συμβατικών ρυθμίσεων προκύπτει ότι το οικονομικό αποτέλεσμα της αξιοποίησης της περιουσίας του Εργοδότη, που είναι το κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον Χ.Ο.Σ.

αμοιβής επιτυχίας, ταυτίζεται με το έσοδο του Εργοδότη από την αξιοποίηση της περιουσίας του, χωρίς, ωστόσο, στη Σύμβαση ή στα Παραρτήματά της να διευκρινίζεται κατά τρόπο σαφή, αν ως έσοδο νοείται το ακαθάριστο ή το καθαρό όφελος από την αξιοποίηση της περιουσίας του με τη συμβολή του Χ.Ο.Σ., δηλαδή το απαλλαγμένο από εν γένει φόρους και τέλη και μάλιστα αφού αφαιρεθεί απ' αυτό και η εσωτερική αξία που τυχόν προσέδωσε στην περιουσία του Εργοδότη η όποια προηγούμενη αξιοποίησή της.

Ανακύπτει έτσι ανάγκη ερμηνείας του σχετικού όρου και είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο μέρος των δεύτερου και τρίτου των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας, δηλαδή ότι τα μέρη της Σύμβασης σαφώς προσδιόρισαν την έννοια του οφέλους του Εργοδότη, ως στοιχείου αναγκαίου για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον Χ.Ο.Σ.

αμοιβής επιτυχίας και ότι συνεπώς εσφαλμένα η πρωτόδικη οριστική απόφαση κατέφυγε σε ερμηνεία του όρου αυτού. Αν ληφθεί υπόψη ότι (α) τα μέρη της Σύμβασης, παρά τον ιδιαίτερα λεπτομερή και αναλυτικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν εν γένει αυτή και τα Παραρτήματά της, δεν όρισαν, ωστόσο, ότι ως οικονομικό αποτέλεσμα ή έσοδο του Εργοδότη, νοείται μόνον το καθαρό και πρόσθετο όφελός του από την αξιοποίηση της περιουσίας του με τη συμβολή του Χ.Ο.Σ., πράγμα που λογικά θα έπρεπε να έχουν κάνει με ρητή ως προς αυτό διατύπωση της βούλησής τους και μάλιστα πρωτίστως κατ' απαίτηση της ίδιας της εναγομένης, προκειμένου να εξασφαλιστεί αυτή από τον κίνδυνο ζημίας της από μελλοντικές υπέρμετρες αξιώσεις του Χ.Ο.Σ., ότι (β) κατά την παρ. 2 του άρθρ. 6 της Σύμβασης ο Χ.Ο.Σ.

βαρύνεται με τους φόρους, τέλη και εισφορές που ενδεικτικά αναφέρονται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου και αφορούν μόνον τις παρεχόμενες από τον ίδιο υπηρεσίες, οπότε εξ αντιδιαστολής δεν βαρύνεται με άλλους φόρους, τέλη και εισφορές που αφορούν απευθείας τον Εργοδότη, ότι (γ) στην παρ. 1 του Μέρους Β του Παραρτήματος 7 της Σύμβασης γίνεται αναφορά στις ακαθάριστες (και όχι στις καθαρές) εισπράξεις της μελλοντικής επένδυσης του Εργοδότη προκειμένου να υπολογιστεί το αντίστοιχο έσοδό του και ότι (δ) κατά τη διεθνή οικονομική πρακτική η αμοιβή επιτυχίας συνηθίζεται να συναρτάται με σταθερούς ή έστω προβλέψιμους παράγοντες, ώστε να είναι δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της και ότι για το λόγο ακριβώς αυτό, αφού δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη και μάλιστα μακροπρόθεσμη των φόρων, τελών και εν γένει εισφορών που είναι απόρροια των οικονομικών διακυμάνσεων, δηλαδή εξαρτώνται από παράγοντες σε μεγάλο βαθμό αστάθμητους και συνεχώς μεταβαλλόμενους, η αμοιβή επιτυχίας εκφράζεται ως ποσοστό επί του ακαθάριστου εσόδου της συγκεκριμένης κάθε φορά συναλλαγής, εκτός αντίθετης συμφωνίας, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε, συνάγεται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρ.173 και 200 ΑΚ ότι κατά την καλή πίστη, με βάση και τα συναλλακτικά ήθη, που προαναφέρθηκαν, η αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων στη Σύμβαση μερών είναι να νοείται ως οικονομικό αποτέλεσμα και έσοδο του Εργοδότη, προσδιοριστικό της αμοιβής επιτυχίας του Χ.Ο.Σ., το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα (όφελος) από την αξιοποίηση της διαχειριζόμενης περιουσίας, δηλαδή το ακαθάριστο έσοδο, όπως αυτό προκύπτει χωρίς αφαίρεση απ' αυτό των φόρων, τελών και εισφορών που βαρύνουν κατά την ελληνική νομοθεσία τον Εργοδότη ή της όποιας εσωτερικής αξίας της περιουσίας από προηγούμενη αξιοποίησή της, χαρακτηριζόμενης και ως δικαίωμα του Εργοδότη, η οποία άλλωστε δεν είναι εξακολουθητικά δεδομένη στο πλαίσιο της νέας αξιοποίησης και ούτε είναι οπωσδήποτε υποστηρικτική αυτής.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τον όρο 19 της προκήρυξης του διαγωνισμού, δηλαδή της πρόσκλησης για την εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντος, στην οποία ναι μεν αναφέρεται ότι η αμοιβή επιτυχίας θα υπολογίζεται με βάση την αξία κινητοποίησης κεφαλαίων που θα συμφωνηθούν κατά την υπογραφή των συμβάσεων παραχώρησης και των λοιπών επενδυτικών και δανειακών συμβάσεων αξιοποίησης της περιουσίας του εταιρείας ή του οφέλους που θα αποκομίσει αυτή από εκμισθώσεις ή εκχωρήσεις management επί των περιουσιακών στοιχείων με βάση το εγκρινόμενο από την ίδια στρατηγικό η επιχειρησιακό πλαίσιο, όμως η αναφορά σε όφελος είναι γενική και δεν σημαίνει οπωσδήποτε το καθαρό και πρόσθετο όφελος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά το ακαθάριστο έσοδο του Εργοδότη κατά την παραπάνω έννοια των συμβατικών ρυθμίσεων.

Στις ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες κατά το άρθρ. 19 της Σύμβασης υπερισχύουν της προκήρυξης του διαγωνισμού, γίνεται μάλιστα ειδική παραπομπή με την υπάρχουσα ακολούθως στον ίδιο όρο της προκήρυξης του διαγωνισμού διευκρίνιση ότι η βάση υπολογισμού της αμοιβής επιτυχίας θα είναι αυτή που θα καθοριστεί στο σχέδιο της Σύμβασης.

Εσφαλμένα λοιπόν η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε ότι ως έσοδο του Εργοδότη για τον προσδιορισμό της αμοιβής επιτυχίας του Χ.Ο.Σ. νοείται το καθαρό έσοδό του από την αξιοποίηση της περιουσίας του, δηλαδή απαλλαγμένο από φόρους και τέλη και γενικότερα ότι ως οικονομικό αποτέλεσμα από τις πράξεις αξιοποίησης της περιουσίας του Εργοδότη νοείται κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων στη Σύμβαση μερών το πραγματικό αυτής οικονομικό αποτέλεσμα, δηλαδή η επιπλέον ουσιαστική ωφέλεια που συνεπάγεται για τον Εργοδότη η αξιοποίηση της περιουσίας του με τη συμβολή του Χ.Ο.Σ., όπως η ωφέλεια αυτή προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ της αξίας που είχε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο πριν από την αξιοποίησή του και της αυξημένης αξίας και μεγαλύτερης οικονομικής απόδοσης που απέκτησε μετά την αξιοποίησή του με τη συμβολή του Χ.Ο.Σ., είναι δε αντίστοιχα βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας κατά το πρώτο μέρος του, ο τρίτος των λόγων αυτών κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του και ο πέμπτος των ίδιων λόγων, καθώς επίσης και ο δεύτερος των πρόσθετων λόγων της έφεσής της, με τους οποίους αποδίδεται συνολικά η αιτίαση στην εκκαλούμενη απόφαση της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων ως προς την έννοια του οφέλους (εσόδου) του Εργοδότη.

Η ενάγουσα όφειλε κατά το Παράρτημα 15 της Σύμβασης και την παρ. 9 του Παραρτήματος 6 αυτής να ολοκληρώσει το Οριστικό Στρατηγικό Σχέδιο μέσα σε προθεσμία 9 μηνών με αφετηρία την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία λήξης της περιόδου κινητοποίησης (άρθρ. 1.16 της Σύμβασης), ενώ μέσα στους πρώτους τέσσερις (4) μήνες της ίδιας προθεσμίας όφειλε να εκπονήσει και να υποβάλει το Προσχέδιο του Στρατηγικού Σχεδίου.

Η προθεσμία κινητοποίησης άρχισε την 7.2.2001, δηλαδή μετά 5 εργάσιμες ημέρες από την υπογραφή της Σύμβασης και τη λήψη από την ενάγουσα, την 1.2.2001, της προκαταβολής του 20% από την κατ' αποκοπή αμοιβή της, έληξε δε μετά πάροδο έκτοτε 30 ημερών (άρθρ. 1.31 και 2.3 της Σύμβασης). Στις 30.7.2001 η ενάγουσα υπέβαλε με το υπ' αριθ. 121/30.7.2001 έγγραφό της καθυστερημένα στην εναγομένη το Προσχέδιο του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου για τα διαχειριζόμενα απ' αυτή ακίνητα, το οποίο όμως θεωρήθηκε από την εναγομένη ελλιπές και κλήθηκε η ενάγουσα να προβεί στις αναγκαίες συμπληρώσεις και βελτιώσεις (βλ.

τα με αριθμούς 4553/17.9.2001 και 5065/19.10.2001 σχετικά έγγραφα της εναγομένης). Ακολούθως με μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων περιορίστηκαν από 285 σε 88 τα ακίνητα για τα οποία η ενάγουσα θα κατάρτιζε και θα υπέβαλε πλήρες Οριστικό Στρατηγικό Σχέδιο στην εναγομένη, δηλαδή που να περιλαμβάνει το σύνολο των υπηρεσιών που περιγράφονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος 1 της Σύμβασης (βλ.

τα υπ' αριθ. 750/7.11.2001 και 858/23.11.2001 έγγραφα της ενάγουσας και το υπ' αριθ. 6204/ 26.11.2001 έγγραφο της εναγομένης). Ως προς τα 88 αυτά ακίνητα η ενάγουσα υπέβαλε πράγματι στην εναγομένη με το υπ' αριθ. 432/ 27.3.2002 έγγραφό της το Οριστικό Στρατηγικό Σχέδιο, όπως τελικώς το διαμόρφωσε, το οποίο όμως και αυτό, παρόλο που συμπληρώθηκε στη συνέχεια ως προς ορισμένες ελλείπουσες υπηρεσίες για το σύνολο των υπό αξιοποίηση ακινήτων (βλ.

το από 16.7.2002 σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης), θεωρήθηκε και πάλι ελλιπές από την εναγομένη για άλλες υπηρεσίες (βλ. το υπ' αριθ. 4401/2.8.2001 έγγραφο της εναγομένης). Ωστόσο με το υπ' αριθ. 105/4.2.2003 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης εγκρίθηκε τελικά η παραλαβή του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου, με μείωση όμως κατά 256.600 ευρώ της οφειλόμενης στην ενάγουσα κατ' αποκοπή αμοιβής των 5.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα και στο πρακτικό της υπ' αριθ. 3/19.12.2002 συνεδρίασης της Επιτροπής Παραλαβής της εναγομένης.

Η μείωση της κατ' αποκοπή αμοιβής της ενάγουσας κατά το παραπάνω ποσό κρίθηκε δικαιολογημένη τόσο με την πρωτόδικη απόφαση όσο και με την υπ' αριθ. 5468/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε ήδη αμετάκλητα στην ενάγουσα υπόλοιπο της κατ' αποκοπή αμοιβής της ποσού 75.688 ευρώ, αντί του υπολοίπου των 332.288 ευρώ που ζήτησε αυτή με την ένδικη αγωγή της, δηλαδή από το ποσό αυτό αφαιρέθηκε το ποσό των 256.600 ευρώ και επιδικάσθηκε στην ενάγουσα ως οφειλόμενο υπόλοιπο της κατ' αποκοπή αμοιβής της το ποσό των 25.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 18% επί του αθροίσματος των 256.600 και 25.000 ευρώ.

Η έγκριση του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου σήμανε την ολοκλήρωσή του και την έναρξη του Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου (άρθρ. 1.19 και 1.15 της Σύμβασης), δηλαδή την εισαγωγή στη φάση παροχής από τον Χ.Ο.Σ. των υπηρεσιών του Μέρους Β του Παραρτήματος 1 της Σύμβασης σε σχέση με ορισμένο περιουσιακό στοιχείο ή ομάδα περιουσιακών στοιχείων του Εργοδότη.

Με την εισαγωγή στη φάση αυτή το Δ.Σ. της εναγομένης, ασκώντας σχετικό δικαίωμα από το άρθρ. 9.1 της Σύμβασης, περιόρισε με την υπ' αριθ. 113/10.4.2003 απόφασή του την εκπόνηση Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου σε 67 μόνον ακίνητα από τα 88 ακίνητα κύριου ενδιαφέροντος, στα οποία είχε ήδη περιοριστεί κατά τα ως άνω η κατάρτιση πλήρους Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου και κατ' επέκταση και η κατάρτιση Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου.

Ωστόσο η κατάρτιση Αναλυτικού Στρατηγικού Σχεδίου για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου Αττικής είχε ήδη ολοκληρωθεί και τα αντίστοιχα Σχέδια είχαν υποβληθεί προς έγκριση σε προγενέστερο χρόνο (βλ. το υπ' αριθ. 115/23.7.2001 έγγραφο της ενάγουσας), αφού οι Μαρίνες αυτές είχαν ενταχθεί στη διαδικασία της επιτάχυνσης (βλ.

υπ' αριθ. 1060/28.2.2001 έγγραφο της εναγομένης), εγκρίθηκαν δε ακολούθως τα Σχέδια από την εναγομένη, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 3989/31.7.2001 έγγραφό της, οπότε και άρχισε η εφαρμογή τους (άρθρ. 1.17 της Σύμβασης), δηλαδή η παροχή σε δυο φάσεις από την ενάγουσα των υπηρεσιών του Μέρους Γ του Παραρτήματος 1 της Σύμβασης. Έτσι η ενάγουσα, η οποία με το υπ' αριθ. 120/27.7.2001 έγγραφό της είχε αποστείλει στην εναγομένη Σχέδιο Πρόσκλησης Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για τη διεξαγωγή για τις Μαρίνες διαγωνισμού για την εκμίσθωσή τους, απέστειλε στη συνέχεια σ' αυτή αφενός μεν τα Τεύχη Δημοπράτησης για την Α' Φάση του Διαγωνισμού και τις Εισηγήσεις - Αξιολογήσεις της για τις υποβληθείσες μη δεσμευτικές προσφορές των ενδιαφερομένων (βλ.

τα υπ' αριθ. 243/22.8.2001 και 821 και 822/16.11.2001 έγγραφά της), αφετέρου δε τα Τεύχη Δημοπράτησης για την Β' Φάση του Διαγωνισμού και τις Εισηγήσεις - Αξιολογήσεις της για τις δεσμευτικές πλέον προσφορές των ενδιαφερομένων (βλ. τα υπ' αριθ. 149/4.2.2002, 761/12.7.2002 και 773/18.7.2002 έγγραφά της). Ο διαγωνισμός για τις παραπάνω Μαρίνες υπήρξε επιτυχής και κατέληξε στην υπογραφή της από 23.12.2002 μισθωτικής σύμβασης για την Μαρίνα Ζέας και της από 31.12.2002 για την Μαρίνα Φλοίσβου, οπότε και ολοκληρώθηκε κατά το άρθρ. 1.20 της Σύμβασης η παροχή ως προς τις Μαρίνες αυτές των υπηρεσιών της ενάγουσας.

Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται έκτοτε αμοιβής επιτυχίας για τις σχετικές υπηρεσίες της, που συνέβαλαν αποφασιστικά στο να αξιοποιηθούν επωφελώς για την εναγομένη οι Μαρίνες. Η σύμβαση για τη Μαρίνα Ζέας καταρτίστηκε με μισθώτρια την εταιρεία "ΜΑΡΙΝΑ ΖΕΑΣ Α.Ε.", την οποία ίδρυσαν για το σκοπό αυτό τα μέλη της κοινοπραξίας "ΜΑΡΙΝΕΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", υπέρ της οποίας εγκρίθηκε ο οικείος διαγωνισμός, ενώ η σύμβαση για τη Μαρίνα Φλοίσβου καταρτίστηκε με μισθώτριες τις εταιρείες "LAMDA TechnOL Flisvos Holding Α.Ε." και τη θυγατρική αυτής "LAMDA TechnOL Flisvos Marina Α.Ε", την πρώτη των οποίων ίδρυσε η κοινοπραξία "TRIAINA MARINAS", υπέρ της οποίας εγκρίθηκε αντίστοιχα ο οικείος διαγωνισμός.

Κατά το άρθρ. 2 των εν λόγω συμβάσεων, αυτές έχουν μικτό χαρακτήρα και περιλαμβάνουν πρωτίστως (α) τη συμφωνία για την εκμίσθωση κάθε Μαρίνας, (β) τη συμφωνία για την εκτέλεση από τις μισθώτριες εταιρείες και με δαπάνες τους έργα ανάπτυξης και αναβάθμισης για κάθε Μαρίνα και (γ) τη συμφωνία για τη συμμετοχή της εναγομένης στο μετοχικό κεφάλαιο των μισθωτριών εταιρειών "ΜΑΡΙΝΑ ΖΕΑΣ Α.Ε." και "LAMDA TechnOL Flisvos Marina Α.Ε" κατά ποσοστό 25%, δηλαδή πρόκειται για συγχρηματοδοτούμενες μισθώσεις.

Η διάρκεια και για τις δυο αυτές μισθώσεις ορίστηκε σε 40 χρόνια (άρθρ. 4 των συμβάσεων), το δε αντάλλαγμα συμφωνήθηκε να περιλαμβάνει για κάθε μίσθωση (α) εφάπαξ καταβλητέο χρηματικό αντάλλαγμα, (β) ετήσιο εγγυημένο μίσθωμα και (γ) πρόσθετο μίσθωμα σε ποσοστό 10% επί του ετήσιου εγγυημένου μισθώματος, συμψηφιζόμενο με τα τυχόν αναλογούντα στην εναγομένη μερίσματα από την εκμετάλλευση κάθε Μαρίνας (άρθρ. 7 των συμβάσεων).

Ειδικότερα το εφάπαξ καταβλητέο χρηματικό αντάλλαγμα ορίστηκε για τη Μαρίνα Ζέας στο ποσό των 3.911.210 ευρώ, από το οποίο το μέρος των 1.183.210 ευρώ κάλυψε την ισόποση αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μισθώτριας εταιρείας και τη συμμετοχή σ' αυτό της εναγομένης χωρίς δαπάνη από την πλευρά της, δηλαδή η συμμετοχή της με μετοχές συνολικής αξίας 1.183.210 ευρώ κατά το άρθρ. 17 της σύμβασης χρηματοδοτήθηκε από τους μέχρι τότε μετόχους της μισθώτριας εταιρείας, ενώ το ετήσιο εγγυημένο μίσθωμα για την ίδια Μαρίνα συμφωνήθηκε για το έτος 2003 σε 1.050.000 ευρώ, για το έτος 2004 σε 1.076.250 ευρώ, για το έτος 2005 σε 1.103.156,25 ευρώ, για το έτος 2006 σε 1.130.735,16 ευρώ, για το έτος 2007 σε 1.159.003,54 ευρώ, για το έτος 2008 σε 1.187.978,62 ευρώ, για το έτος 2009 σε 1.217.678,09 ευρώ, για το έτος 2010 σε 1.248.120,04 ευρώ και για το έτος 2011 σε 1.279.323,04 ευρώ, για δε τα επόμενα μισθωτικά έτη, δηλαδή από το 2012 έως το 2042, ορίστηκε ότι θα ισχύει ως εγγυημένο μίσθωμα το αντίστοιχο του εκάστοτε προηγούμενου έτους, αναπροσαρμοζόμενο βάσει του ετήσιου πληθωρισμού επί συντελεστή (1,2).

Αντίστοιχα το εφάπαξ καταβλητέο χρηματικό αντάλλαγμα ορίστηκε για τη Μαρίνα Φλοίσβου στο ποσό των 7.952.925 ευρώ, από το οποίο το μέρος των 4.040.425 ευρώ ορίστηκε ότι θα καλύψει τη συμμετοχή της εναγομένης στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μισθώτριας εταιρείας "LAMDA TechnOL Flisvos Marina Α.Ε" κατά ποσοστό 25% και μέχρι πάντως το κεφάλαιο αυτό να αυξηθεί τμηματικά στο ανώτατο όριο των 19.811.700 ευρώ, δηλαδή και πάλι η συμμετοχή της εναγομένης στο μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρείας με μετοχές συνολικής αξίας 4.040.425 ευρώ κατά το άρθρ. 17 της σύμβασής τους χρηματοδοτήθηκε από τους λοιπούς μετόχους της εταιρείας.

Για την ίδια Μαρίνα το ετήσιο εγγυημένο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το έτος 2003 σε 2.041.667 ευρώ, για το έτος 2004 σε 3.500.000 ευρώ, για τα έτη 2005 έως και 2010 σε 5.000.000 ευρώ και για το έτος 2011 σε 6.000.000 ευρώ, ενώ για τα επόμενα μισθωτικά έτη, δηλαδή από το 2012 έως το 2042, ορίστηκε και πάλι ότι θα ισχύει ως εγγυημένο ετήσιο μίσθωμα το αντίστοιχο του εκάστοτε προηγούμενου έτους, αναπροσαρμοζόμενο βάσει του ετήσιου πληθωρισμού επί συντελεστή (1,2).

Με τα δεδομένα αυτά όλα τα παραπάνω ανταλλάγματα από τις μισθώσεις που αφορούν τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου αποτελούν έσοδο της εναγομένης κατά την έννοια του Παραρτήματος 7 της κύριας Σύμβασης των διαδίκων και επομένως τη βάση κατά το Παράρτημα 4 της ίδιας Σύμβασης για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στην ενάγουσα αμοιβής επιτυχίας, η οποία προσαυξάνεται κατά 10% λόγω της διαδικασίας επιτάχυνσης που ακολουθήθηκε για τις εν λόγω Μαρίνες και κατά 1% επί των κεφαλαίων κάθε επένδυσης, ενώ ως έσοδο σε περίπτωση συγχρηματοδοτούμενων μισθώσεων, όπως είναι οι παραπάνω μισθώσεις, θεωρείται, κατά τα προεκτεθέντα, και το σύνολο των μερισμάτων που αναλογούν στον Εργοδότη για όλη τη διάρκεια της επένδυσης [παρ. 2(β) Μέρος Β του Παραρτήματος 7 της Σύμβασης].

Αβάσιμα συνεπώς υποστηρίζει η εναγομένη ότι κατά τον προσδιορισμό της αμοιβής επιτυχίας της ενάγουσας αναφορικά με τις ως άνω μισθώσεις πρέπει να αφαιρεθεί αφενός μεν από το εφάπαξ καταβλητέο χρηματικό αντάλλαγμα (α) ο φόρος εισοδήματός της (εναγομένης) σε ποσοστό 25%, αφού μ' αυτόν βαρύνεται η ίδια και δεν προκύπτει από το άρθρ. 7.2 των μισθωτικών συμβάσεων η επιτρεπτή μετακύλισή του στην ενάγουσα και (β) τα ποσά με τα οποία καλύφθηκε η συμμετοχή της (εναγομένης) στο μετοχικό κεφάλαιο των μισθωτριών εταιρειών σε ποσοστό 25%, αφού κατά τα ποσά αυτά χρηματοδοτήθηκε από τους τότε μετόχους των εταιρειών αυτών, αφετέρου δε από το σύνολο των σχετικών μισθωμάτων (α) η βαρύνουσα την ίδια (εναγομένη) εισφορά στους οικείους Δήμους σε ποσοστό 12% επί των εγγυημένων και πρόσθετων μισθωμάτων, (β) ο φόρος εισοδήματός της (εναγομένης) σε ποσοστό 35%, που επίσης βαρύνει μόνον την ίδια, (γ) ποσοστό 25%, κατά το οποίο ναι μεν βαρύνεται αυτή (εναγομένη) για την καταβολή των μισθωμάτων, ως μέτοχος κατά το ποσοστό αυτό στο κεφάλαιο των μισθωτριών εταιρειών, όμως η εν λόγω επιβάρυνσή της αντισταθμίζεται από την απόληψη μερισμάτων κατά το ίδιο ποσοστό, (δ) τα φερόμενα ως οφειλόμενα στους Δήμους Πειραιά και Παλαιού Φαλήρου Αττικής αντισταθμιστικά οφέλη, για τα οποία επίσης δεν προκύπτει νόμιμη επιβάρυνση της ενάγουσας και (ε) η ενυπάρχουσα στις ως άνω Μαρίνες προηγούμενη αξία (εσωτερική αξία ή δικαίωμα), την οποία αόριστα αυτή (εναγομένη) προσδιορίζει για μεν τη Μαρίνα Ζέας σε 3.077.136 ευρώ, για δε τη Μαρίνα Φλοίσβου σε 5.194.194 ευρώ για διάστημα 39 ετών, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ως έσοδο από την αξιοποίηση της περιουσίας του Εργοδότη δεν νοείται κατά τη βούληση των μερών μόνον το καθαρό όφελος, δηλαδή το απαλλαγμένο από εν γένει φόρους και τέλη και μάλιστα αφού αφαιρεθεί απ' αυτό και η εσωτερική αξία που προσέδωσε στην περιουσία του Εργοδότη η όποια προηγούμενη αξιοποίησή της, αλλά το ακαθάριστο έσοδο κάθε επένδυσης, ενώ αστήρικτος είναι τέλος και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η πρόσθετη αμοιβή επιτυχίας σε ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης για κάθε μια από τις παραπάνω Μαρίνες δεν αφορά το σύνολο των σχετικών κεφαλαίων, αλλά μόνον ποσοστό 25% αυτών, για το οποίο και δόθηκαν από τους επενδυτές (αναδόχους) ισόποσες εγγυητικές επιστολές.

Βέβαια, το ετήσιο εγγυημένο μίσθωμα για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου δεν είναι για τα έτη 2012 έως 2042 αριθμητικά καθορισμένο ούτε μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια εκ των προτέρων, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ορίστηκε ότι θα ισχύει ως εγγυημένο μίσθωμα το αντίστοιχο του εκάστοτε προηγούμενου έτους, αναπροσαρμοζόμενο βάσει του ετήσιου πληθωρισμού επί συντελεστή (1,2), δηλαδή εξαρτήθηκε από την ετήσια διακύμανση του πληθωρισμού, που είναι όμως παράγων μεταβαλλόμενος.

Κατά την ίδια έννοια δεν είναι δεδομένη και η αξία των μερισμάτων που θα εισπράξει συνολικά μέχρι τη λήξη των μισθώσεων η εναγομένη από τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο των μισθωτριών εταιρειών "ΜΑΡΙΝΑ ΖΕΑΣ Α.Ε." και "LAMDA TechnOL Flisvos Marina Α.Ε", αφού πρόκειται για αξία εξαρτημένη από τον αστάθμητο παράγοντα της εν γένει πορείας των εταιρικών υποθέσεων.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, είναι δεδομένο, ότι κατά την παρ. 5 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. των διαδίκων η αμοιβή επιτυχίας που οφείλεται στην ενάγουσα για τις παραπάνω Μαρίνες είναι απαιτητή ήδη με την υπογραφή των αντίστοιχων μισθωτικών συμβάσεων, που σημαίνει ότι τόσο τα εγγυημένα μισθώματα των ετών 2012 - 2042 όσο και τα μερίσματα της όλης μισθωτικής περιόδου πρέπει να υπολογιστούν κατά την παρούσα αξία τους (PV:

Present Value) με βάση τις σχετικές προβλέψεις του επιχειρηματικού σχεδίου (business plan) για κάθε μίσθωση, όπως άλλωστε προβλέπεται και στο άρθρ. 1.36 της αυτής Σύμβασης Χ.Ο.Σ. και ρητά ορίζεται στο Μέρος Β (§§1&2) του Παραρτήματος 7 της ίδιας Σύμβασης, ενώ το ίδιο γίνεται δεκτό και με την υπ' αριθ. 49/12.2.2003 εισήγηση της Διεύθυνσης Εποπτείας και Συντονισμού της εναγομένης προς το Διοικητικό Συμβούλιό της.

Τα επιχειρηματικά σχέδια για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου προβλέπουν για την περίοδο 2012 - 2042 συντελεστή πληθωρισμού 2,5%, με τον οποίο αναπροσαρμόζονται κατά την περίοδο αυτή τόσο τα μερίσματα των μισθώσεων όσο και τα εγγυημένα μισθώματα, ως προς τα οποία όμως ισχύει πρόσθετος συντελεστής (1,2), οπότε τα εγγυημένα μισθώματα της περιόδου αυτής αναπροσαρμόζονται κάθε επόμενο μισθωτικό έτος με τελικό συντελεστή 3%.

Με τον τρόπο αυτό υπολογισμού των εγγυημένων μισθωμάτων και μάλιστα προσαυξημένων με το ποσοστό του πρόσθετου για κάθε έτος μισθώματος συμφωνεί και η εναγομένη, παραθέτοντας στις σχετικές στήλες των καταχωρημένων ήδη στις πρωτόδικες προτάσεις της πινάκων τα αυτά ποσά που παρατίθενται και στους ενσωματωμένους στην ένδικη αγωγή αντίστοιχους πίνακες.

Κατά τα λοιπά ορίζει η αυτή παρ. 1 του Μέρους Β του Παραρτήματος 7 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. ότι το έσοδο του Εργοδότη και εν προκειμένω τα παραπάνω μισθώματα, αλλά και η αξία των μερισμάτων της εναγομένης, όπως αναμένονται κατά το επιχειρηματικό σχέδιο της αντίστοιχης μίσθωσης, υπολογίζονται σε παρούσα αξία με προεξοφλητικό επιτόκιο R2, όπως αυτό εξειδικεύεται στο Παράρτημα 8 της αυτής Σύμβασης.

Σχετικά ορίζεται στο Παράρτημα αυτό ότι η παρούσα αξία ενός μελλοντικού εσόδου υπολογίζεται με προεξοφλητικό επιτόκιο R1, ίσο με τη μεταβολή του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ), αν το εφαρμοζόμενο επιχειρηματικό σχέδιο εκφράζεται σε σταθερές τιμές και με προεξοφλητικό επιτόκιο R2, ίσο με το μέσο πληθωρισμό συν το επιτόκιο R1, αν το επιχειρηματικό σχέδιο εκφράζεται σε τρέχουσες τιμές, όπως ισχύει για τις συγκεκριμένες μισθώσεις, ενώ ως αναμενόμενος πληθωρισμός χαρακτηρίζεται υπό την ένδειξη p στο ίδιο Παράρτημα αυτός που αναμένεται σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΘΟ.

Κατά τα στοιχεία αυτά και με έτος αναφοράς το 2002 η μεν μεταβολή του ΑΕΠ ήταν 3,8%, ο δε μέσος πληθωρισμός 3,4%, οπότε το προεξοφλητικό επιτόκιο R2 είναι το άθροισμα των τιμών αυτών, δηλαδή 7,2% και ισχύει για τον υπολογισμό της παρούσας αξίας των παραπάνω μισθωμάτων και μερισμάτων ο κλασματικός τύπος C/(1+i)t, όπου C είναι το κεφάλαιο, i το επιτόκιο και t ο χρόνος κατά τον οποίο θα δοθεί στο μέλλον το κεφάλαιο (χρόνος αναγωγής).

Έτσι για την αναγωγή σε παρούσα αξία των μισθωμάτων ή μερισμάτων του τελευταίου (40ου) μισθωτικού έτους για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου διαιρείται το μίσθωμα ή μέρισμα εκείνου του έτους (κεφάλαιο), όπως κατά τ' ανωτέρω προσδιορίζεται, με το συντελεστή αναγωγής (1+i)t, δηλαδή (1+0,072)40. Με βάση, επομένως, όλα τα παραπάνω στοιχεία και προσδιοριστικούς παράγοντες η ενάγουσα δικαιούται για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου τις ακόλουθες αμοιβές επιτυχίας, όπως αναλυτικά παρατίθενται στους παρακάτω πίνακες: (Α) ΜΑΡΙΝΑ ΖΕΑΣ:

Διάρκεια μίσθωσης 40 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,2%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 10.517.430 €, εφάπαξ καταβληθέν χρηματικό αντάλλαγμα 3.911.210 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα Πρόσθετο Μίσθωμα Σύνολο Μισθωμάτων Παρούσα Αξία ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 1.050.000,00 105.000,00 1.155.000,00 1.077.425,37 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 1.076.250,00 107.625,00 1.183.875,00 1.030.187,51 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 1.103.156,25 110.315,63 1.213.471,88 985.020,70 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 1.130.735,16 113.073,52 1.243.808,68 941.834,17 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 1.159.003,54 115.900,35 1.274.903,89 900.541,06 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 1.187.978,62 118.797,86 1.306.776,48 861.058,38 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 1.217.678,09 121.767,81 1.339.445,90 823.306,76 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 1.248.120,04 124.812,00 1.372.932,04 787.210,28 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 1.279.323,04 127.932,30 1.407.255,34 752.696,40 ΜΙΣΘΩΜΑ 2012 1.317.702,73 131.770,27 1.449.473,00 723.206,43 ΜΙΣΘΩΜΑ 2013 1.357.233,81 135.723,38 1.492.957,19 694.871,85 ΜΙΣΘΩΜΑ 2014 1.397.950,83 139.795,08 1.537.745,91 667.647,39 ΜΙΣΘΩΜΑ 2015 1.439.889,35 143.988,94 1.583.878,29 641.489,56 ΜΙΣΘΩΜΑ 2016 1.483.086,03 148.308,60 1.631.394,64 616.356,58 ΜΙΣΘΩΜΑ 2017 1.527.578,61 152.757,86 1.680.336,48 592.208,28 ΜΙΣΘΩΜΑ 2018 1.573.405,97 157.340,60 1.730.746,57 569.006,09 ΜΙΣΘΩΜΑ 2019 1.620.608,15 162.060,82 1.782.668,97 546.712,94 ΜΙΣΘΩΜΑ 2020 1.669.226,40 166.922,64 1.836.149,04 525.293,22 ΜΙΣΘΩΜΑ 2021 1.719.303,19 171.930,32 1.891.233,51 504.712,70 ΜΙΣΘΩΜΑ 2022 1.770.882,28 177.088,23 1.947.970,51 484.938,51 ΜΙΣΘΩΜΑ 2023 1.824.008,75 182.400,88 2.006.409,63 465.939,05 ΜΙΣΘΩΜΑ 2024 1.878.729,01 187.872,90 2.066.601,92 447.683,98 ΜΙΣΘΩΜΑ 2025 1.935.090,89 193.509,09 2.128.599,97 430.144,12 ΜΙΣΘΩΜΑ 2026 1.993.143,61 199.314,36 2.192.457,97 413.291,46 ΜΙΣΘΩΜΑ 2027 2.052.937,92 205.293,79 2.258.231,71 397.099,07 ΜΙΣΘΩΜΑ 2028 2.114.526,06 211.452,61 2.325.978,66 381.541,08 ΜΙΣΘΩΜΑ 2029 2.177.961,84 217.796,18 2.395.758,02 366.592,64 ΜΙΣΘΩΜΑ 2030 2.243.300,69 224.330,07 2.467.630,76 352.229,87 ΜΙΣΘΩΜΑ 2031 2.310.599,72 231.059,97 2.541.659,69 338.429,82 ΜΙΣΘΩΜΑ 2032 2.379.917,71 237.991,77 2.617.909,48 325.170,44 ΜΙΣΘΩΜΑ 2033 2.451.315,24 245.131,52 2.696.446,76 312.430,56 ΜΙΣΘΩΜΑ 2034 2.524.854,70 252.485,47 2.777.340,16 300.189,81 ΜΙΣΘΩΜΑ 2035 2.600.600,34 260.060,03 2.860.660,37 288.428,64 ΜΙΣΘΩΜΑ 2036 2.678.618,35 267.861,83 2.946.480,18 277.128,26 ΜΙΣΘΩΜΑ 2037 2.758.976,90 275.897,69 3.034.874,59 266.270,63 ΜΙΣΘΩΜΑ 2038 2.841.746,20 284.174,62 3.125.920,82 255.838,38 ΜΙΣΘΩΜΑ 2039 2.926.998,59 292.699,86 3.219.698,45 245.814,86 ΜΙΣΘΩΜΑ 2040 3.014.808,55 301.480,85 3.316.289,40 236.184,06 ΜΙΣΘΩΜΑ 2041 3.105.252,80 310.525,28 3.415.778,08 226.930,58 ΜΙΣΘΩΜΑ 2042 3.198.410,39 319.841,04 3.518.251,43 218.039,64 76.340.910,34 7.634.091,03 83.975.001,38 21.271.101,13 Συνολικό Μέρισμα (εναγομένης) Πρόσθετο Μίσθωμα (Συμψηφιζόμενο) Καθαρό Μέρισμα (Συνολικό) * Παρούσα Αξία (Καθαρά Μερίσματα) ΜΕΡΙΣΜΑ 2003 0,00 105.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2004 0,00 107.625,00 0,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2005 0,00 110.315,63 0,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2006 195.232,33 113.073,52 0,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2007 358.187,56 115.900,35 82.158,81 58.033,70 ΜΕΡΙΣΜΑ 2008 378.464,16 118.797,86 242.287,20 159.647,37 ΜΕΡΙΣΜΑ 2009 471.780,01 121.767,81 259.666,29 159.607,05 ΜΕΡΙΣΜΑ 2010 499.069,79 124.812,00 350.012,20 200.689,61 ΜΕΡΙΣΜΑ 2011 526.652,49 127.932,30 374.257,78 200.178,66 ΜΕΡΙΣΜΑ 2012 554.456,13 131.770,27 398.720,19 198.939,20 ΜΕΡΙΣΜΑ 2013 571.089,82 135.723,38 422.685,86 196.732,03 ΜΕΡΙΣΜΑ 2014 588.222,51 139.795,08 435.366,43 189.024,25 ΜΕΡΙΣΜΑ 2015 605.869,19 143.988,94 448.427,43 181.618,45 ΜΕΡΙΣΜΑ 2016 624.045,26 148.308,60 461.880,25 174.502,80 ΜΕΡΙΣΜΑ 2017 642.766,62 152.757,86 475.736,66 167.665,94 ΜΕΡΙΣΜΑ 2018 662.049,62 157.340,60 490.008,76 161.096,93 ΜΕΡΙΣΜΑ 2019 681.911,11 162.060,82 504.709,02 154.785,30 ΜΕΡΙΣΜΑ 2020 702.368,44 166.922,64 519.850,29 148.720,95 ΜΕΡΙΣΜΑ 2021 723.439,49 171.930,32 535.445,80 142.894,20 ΜΕΡΙΣΜΑ 2022 745.142,68 177.088,23 551.509,17 137.295,73 ΜΕΡΙΣΜΑ 2023 767.496,96 182.400,88 568.054,45 131.916,61 ΜΕΡΙΣΜΑ 2024 790.521,87 187.872,90 585.096,08 126.748,23 ΜΕΡΙΣΜΑ 2025 814.237,52 193.509,09 602.648,97 121.782,35 ΜΕΡΙΣΜΑ 2026 838.664,65 199.314,36 620.728,43 117.011,03 ΜΕΡΙΣΜΑ 2027 863.824,59 205.293,79 639.350,29 112.426,64 ΜΕΡΙΣΜΑ 2028 889.739,33 211.452,61 658.530,80 108.021,86 ΜΕΡΙΣΜΑ 2029 916.431,51 217.796,18 678.286,72 103.789,66 ΜΕΡΙΣΜΑ 2030 943.924,45 224.330,07 698.635,32 99.723,28 ΜΕΡΙΣΜΑ 2031 972.242,18 231.059,97 719.594,38 95.816,21 ΜΕΡΙΣΜΑ 2032 1.001.409,45 237.991,77 741.182,21 92.062,22 ΜΕΡΙΣΜΑ 2033 1.031.451,73 245.131,52 763.417,68 88.455,30 ΜΕΡΙΣΜΑ 2034 1.062.395,29 252.485,47 786.320,21 84.989,70 ΜΕΡΙΣΜΑ 2035 1.094.267,14 260.060,03 809.909,82 81.659,88 ΜΕΡΙΣΜΑ 2036 1.127.095,16 267.861,83 834.207,11 78.460,52 ΜΕΡΙΣΜΑ 2037 1.160.908,01 275.897,69 859.233,32 75.386,51 ΜΕΡΙΣΜΑ 2038 1.195.735,25 284.174,62 885.010,32 72.432,93 ΜΕΡΙΣΜΑ 2039 1.231.607,31 292.699,86 911.560,63 69.595,07 ΜΕΡΙΣΜΑ 2040 1.268.555,53 301.480,85 938.907,45 66.868,40 ΜΕΡΙΣΜΑ 2041 1.306.612,20 310.525,28 967.074,68 64.248,56 ΜΕΡΙΣΜΑ 2042 1.345.810,56 319.841,04 996.086,92 61.731,36 21.816.557,94 4.484.558,50 * Το καθαρό μέρισμα κάθε έτους εμφανίζεται κατά το επόμενο έτος, οπότε και καταβάλλεται.

Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 29.666.869,63 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή χρηματικού ποσού (3.911.210 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της από μισθώματα και μερίσματα κατά την παρούσα αξία τους, ποσού 25.755.659,63 € (21.271.101,13 + 4.484.558,50), οπότε κατά τις διακρίσεις της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 € και 3,1% για έσοδο από 20.000.001 έως 50.000.000) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 979.672,93 € [(20.000.000 Χ 3,4%) + (9.666.869,63 Χ 3,1%)].

Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 105.174,30 € (10.517.430 Χ 1%), το δε άθροισμα, που ανέρχεται σε 1.084.847,23 €, προσαυξάνεται κατά 10% λόγω ένταξης της επένδυσης, κατά τα προεκτεθέντα, στη διαδικασία επιτάχυνσης, δηλαδή κατά 108.484,72 € (1.084.847,23 Χ 10%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για τη Μαρίνα Ζέας η ενάγουσα συμποσούται σε 1.193.331,95 € (1.084.847,23 + 108.484,72), ποσό για το οποίο αυτή υπέβαλε με το υπ' αριθ. 141/5.2.2003 έγγραφό της αντίγραφο του σχετικού λογαριασμού στην εναγομένη προς έγκριση. (Β) ΜΑΡΙΝΑ ΦΛΟΙΣΒΟΥ:

Διάρκεια μίσθωσης 40 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,2%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 44.026.000 €, εφάπαξ καταβληθέν χρηματικό αντάλλαγμα 7.952.925 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα Πρόσθετο Μίσθωμα Σύνολο Μισθωμάτων Παρούσα Αξία ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 2.041.667,00 204.166,70 2.245.833,70 2.094.994,12 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 3.500.000,00 350.000,00 3.850.000,00 3.350.203,27 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 5.000.000,00 500.000,00 5.500.000,00 4.464.556,60 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 5.000.000,00 500.000,00 5.500.000,00 4.164.698,32 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 5.000.000,00 500.000,00 5.500.000,00 3.884.979,78 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 5.000.000,00 500.000,00 5.500.000,00 3.624.048,30 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 5.000.000,00 500.000,00 5.500.000,00 3.380.642,07 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 5.000.000,00 500.000,00 5.500.000,00 3.153.584,02 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 6.000.000,00 600.000,00 6.600.000,00 3.530.131,37 ΜΙΣΘΩΜΑ 2012 6.180.000,00 618.000,00 6.798.000,00 3.391.823,98 ΜΙΣΘΩΜΑ 2013 6.365.400,00 636.540,00 7.001.940,00 3.258.935,36 ΜΙΣΘΩΜΑ 2014 6.556.362,00 655.636,20 7.211.998,20 3.131.253,19 ΜΙΣΘΩΜΑ 2015 6.753.052,86 675.305,29 7.428.358,15 3.008.573,49 ΜΙΣΘΩΜΑ 2016 6.955.644,45 695.564,44 7.651.208,89 2.890.700,28 ΜΙΣΘΩΜΑ 2017 7.164.313,78 716.431,38 7.880.745,16 2.777.445,23 ΜΙΣΘΩΜΑ 2018 7.379.243,19 737.924,32 8.117.167,51 2.668.627,41 ΜΙΣΘΩΜΑ 2019 7.600.620,49 760.062,05 8.360.682,54 2.564.072,98 ΜΙΣΘΩΜΑ 2020 7.828.639,10 782.863,91 8.611.503,01 2.463.614,90 ΜΙΣΘΩΜΑ 2021 8.063.498,28 806.349,83 8.869.848,10 2.367.092,67 ΜΙΣΘΩΜΑ 2022 8.305.403,22 830.540,32 9.135.943,55 2.274.352,10 ΜΙΣΘΩΜΑ 2023 8.554.565,32 855.456,53 9.410.021,85 2.185.245,02 ΜΙΣΘΩΜΑ 2024 8.811.202,28 881.120,23 9.692.322,51 2.099.629,08 ΜΙΣΘΩΜΑ 2025 9.075.538,35 907.553,83 9.983.092,18 2.017.367,49 ΜΙΣΘΩΜΑ 2026 9.347.804,50 934.780,45 10.282.584,95 1.938.328,84 ΜΙΣΘΩΜΑ 2027 9.628.238,63 962.823,86 10.591.062,50 1.862.386,85 ΜΙΣΘΩΜΑ 2028 9.917.085,79 991.708,58 10.908.794,37 1.789.420,20 ΜΙΣΘΩΜΑ 2029 10.214.598,37 1.021.459,84 11.236.058,20 1.719.312,32 ΜΙΣΘΩΜΑ 2030 10.521.036,32 1.052.103,63 11.573.139,95 1.651.951,20 ΜΙΣΘΩΜΑ 2031 10.836.667,41 1.083.666,74 11.920.334,15 1.587.229,24 ΜΙΣΘΩΜΑ 2032 11.161.767,43 1.116.176,74 12.277.944,17 1.525.043,02 ΜΙΣΘΩΜΑ 2033 11.496.620,45 1.149.662,05 12.646.282,50 1.465.293,20 ΜΙΣΘΩΜΑ 2034 11.841.519,07 1.184.151,91 13.025.670,97 1.407.884,32 ΜΙΣΘΩΜΑ 2035 12.196.764,64 1.219.676,46 13.416.441,10 1.352.724,67 ΜΙΣΘΩΜΑ 2036 12.562.667,58 1.256.266,76 13.818.934,34 1.299.726,13 ΜΙΣΘΩΜΑ 2037 12.939.547,61 1.293.954,76 14.233.502,37 1.248.804,03 ΜΙΣΘΩΜΑ 2038 13.327.734,03 1.332.773,40 14.660.507,44 1.199.877,00 ΜΙΣΘΩΜΑ 2039 13.727.566,05 1.372.756,61 15.100.322,66 1.152.866,90 ΜΙΣΘΩΜΑ 2040 14.139.393,04 1.413.939,30 15.553.332,34 1.107.698,60 ΜΙΣΘΩΜΑ 2041 14.563.574,83 1.456.357,48 16.019.932,31 1.064.299,96 ΜΙΣΘΩΜΑ 2042 15.000.482,07 1.500.048,21 16.500.530,28 1.022.601,65 350.558.218,14 35.055.821,81 385.614.039,95 93.142.019,18 Συνολικό Μέρισμα (εναγομένης) Πρόσθετο Μίσθωμα (Συμψηφιζόμενο) Καθαρό Μέρισμα (Συνολικό) ΜΕΡΙΣΜΑ 2003 0,00 204.166,70 ΜΕΡΙΣΜΑ 2004 0,00 350.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2005 0,00 500.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2006 0,00 500.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2007 0,00 500.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2008 0,00 500.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2009 0,00 500.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2010 273.480,38 500.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2011 169.158,60 600.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2012 174.233,36 618.000,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2013 179.460,36 636.540,00 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2014 184.844,17 655.636,20 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2015 190.389,49 675.305,29 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2016 196.101,18 695.564,44 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2017 201.984,21 716.431,38 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2018 208.043,74 737.924,32 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2019 214.285,05 760.062,05 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2020 220.713,61 782.863,91 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2021 227.335,01 806.349,83 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2022 234.155,06 830.540,32 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2023 241.179,72 855.456,53 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2024 248.415,11 881.120,23 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2025 255.867,56 907.553,83 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2026 263.543,59 934.780,45 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2027 271.449,89 962.823,86 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2028 279.593,39 991.708,58 0,00 ΜΙΣΘΩΜΑ 2029 287.981,19 1.021.459,84 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2030 296.620,63 1.052.103,63 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2031 305.519,25 1.083.666,74 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2032 314.684,83 1.116.176,74 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2033 324.125,37 1.149.662,05 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2034 333.849,13 1.184.151,91 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2035 343.864,61 1.219.676,46 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2036 354.180,54 1.256.266,76 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2037 364.805,96 1.293.954,76 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2038 375.750,14 1.332.773,40 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2039 387.022,64 1.372.756,61 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2040 398.633,32 1.413.939,30 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2041 410.592,32 1.456.357,48 0,00 ΜΕΡΙΣΜΑ 2042 422.910,09 1.500.048,21 0,00 Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 101.094.944,18 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή χρηματικού ποσού (7.952.925 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της μόνον από εγγυημένα μισθώματα κατά την παρούσα αξία τους, ποσού 93.142.019,18 €, αφού η αξία των μερισμάτων της υπερκαλύπτεται από το αντίστοιχο για κάθε έτος πρόσθετο μίσθωμα, με το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, συμψηφίζεται, οπότε κατά τις διακρίσεις ακολούθως της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 €, 3,1% για έσοδο από 20.000.001 έως 50.000.000, 2,7% για έσοδο από 50.000.001 έως 100.000.000 και 2,4% για έσοδο από 100.000.001 έως 200.000.000 €) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 2.986.278,64 € [(20.000.000 Χ 3,4%) + (30.000.000 Χ 3,1%) + 50.000.000 Χ 2,7% + 1.094.944,18 Χ 2,4%].

Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 440.260 € (44.026.000 Χ 1%), το δε άθροισμα, που ανέρχεται σε 3.426.538,64 €, προσαυξάνεται κατά 10% λόγω ένταξης της επένδυσης, κατά τα προεκτεθέντα, στη διαδικασία επιτάχυνσης, δηλαδή κατά 342.653,86 € (3.426.583,64 Χ 10%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για τη Μαρίνα Ζέας η ενάγουσα συμποσούται σε 3.769.192,50 € (3.426.538,64 + 342.653,86), ποσό για το οποίο αυτή υπέβαλε με το υπ' αριθ. 139/5.2.2003 έγγραφό της αντίγραφο του σχετικού λογαριασμού στην εναγομένη προς έγκριση.

Ωστόσο η εναγομένη, αμφισβητώντας, κατά τ' ανωτέρω, τον τρόπο υπολογισμού από την ενάγουσα της οφειλόμενης σ' αυτή αμοιβής επιτυχίας, η οποία και για τις δυο ως άνω Μαρίνες ανέρχεται συνολικά σε 4.962.524,45 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 18%, ενέκρινε με την υπ' αριθ. 106/12.2.2003 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της την πληρωμή στην ενάγουσα για την αιτία αυτή ποσού μόνον 1.366.064 ευρώ, από το οποίο μάλιστα, ύστερα από τις υπ' αριθ. 879/ 19.2.2003 και 880/19.2.2003 αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της, αφαίρεσε ποσό 300.000 ευρώ, που κατέβαλε για λογαριασμό της ενάγουσας σε εξειδικευμένους συμβούλους της έναντι οφειλόμενων σ' αυτούς αμοιβών επιτάχυνσης για υπηρεσίες τους σχετικές με τις ως άνω Μαρίνες.

Η αφαίρεση του ποσού αυτού, δηλαδή ο εξώδικος συμψηφισμός του με ισόποσο μέρος της αμοιβής επιτυχίας της ενάγουσας, η οποία και βαρύνεται με τις αμοιβές γενικώς των συμβούλων της, υπήρξε δικαιολογημένη κατά την παρ. 6 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. και καλύπτει ειδικότερα: (α) αμοιβή ποσού 160.000 ευρώ που καταβλήθηκε στη δικηγορική εταιρεία ΣΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ (υπ' αριθ. 73/2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών), (β) ποσό 50.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, που καταβλήθηκε στην εταιρεία Αmerican Αppraisal (υπ' αριθ. 95/2003 τιμολόγιο), (γ) ποσό 15.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, που καταβλήθηκε στην εταιρεία ΤΡΙΤΩΝ Ε.Π.Ε. (υπ' αριθ. 534/2003 τιμολόγιο), (δ) ποσό 48.750 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, που καταβλήθηκε στην εταιρεία ΑΔΚ Α.Ε. (υπ' αριθ. 2379/2003 τιμολόγιο) και (ε) ποσό 26.250 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, που καταβλήθηκε στην εταιρεία ΔΕΚΑΘΛΟΝ Α.Ε. (υπ' αριθ. 242/2003 τιμολόγιο).

Τελικά η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό 1.012.760 ευρώ και για τις δυο ΜΑΡΙΝΕΣ, πλέον Φ.Π.Α 18%, δηλαδή 182.296,80 ευρώ, και σχετικά εκδόθηκε το υπ' αριθ. 44/24.4.2003 τιμολόγιο της ενάγουσας. Έτσι, όμως, αν στο ποσό του 1.012.760 ευρώ προστεθεί και το ποσό των 300.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά τ' ανωτέρω για λογαριασμό της ενάγουσας σε συμβούλους της, η συνολική προς αυτή καταβολή της εναγομένης για αμοιβή επιτυχίας περιορίζεται σε 1.312.760 ευρώ, δηλαδή υπολείπεται κατά 53.304 ευρώ του εγκριθέντος προς καταβολή αρχικού ποσού του 1.366.064 ευρώ.

Η μειωμένη αυτή καταβολή είναι δικαιολογημένη μόνο κατά το ποσό των 25.200 ευρώ που καταβλήθηκε από την εναγομένη επιπλέον του ποσού των 300.000 ευρώ για την πληρωμή του Φ.Π.Α. των ως άνω τιμολογίων των συμβούλων της ενάγουσας, δηλαδή επί συνολικού ποσού 140.000 ευρώ (140.000 Χ 18%), αφού επί του υπόλοιπου ποσού των 160.000 ευρώ, που καταβλήθηκε ως αμοιβή στη δικηγορική εταιρεία ΣΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, δεν οφειλόταν και δεν καταβλήθηκε Φ.Π.Α.

Συνεπώς, αφού η αμοιβή επιτυχίας που συνολικά δικαιούται η ενάγουσα για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου Αττικής ανέρχεται σε 4.962.524,45 ευρώ και το ποσό που κατέβαλε για την αιτία αυτή η εναγομένη στην ενάγουσα είναι μόνον 1.012.760 ευρώ, πλέον του ποσού των 300.000 ευρώ, που καταβλήθηκε για λογαριασμό της ενάγουσας σε συμβούλους της, εξακολουθεί να οφείλεται σ' αυτή η διαφορά των 3.649.764,45 [4.962.524,45 - (1.012.760 + 300.000)] ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

ποσού 631.757,60 ευρώ, που προκύπτει αν από τον Φ.Π.Α. επί του ποσού των 3.649.764,45 ευρώ, που είναι 656.957,60 (3.649.764,45 Χ 18%) ευρώ, αφαιρεθεί το ποσό των 25.200 ευρώ που καταβλήθηκε από την εναγομένη για τον Φ.Π.Α. των τιμολογίων. Η εκκαλούμενη λοιπόν πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά και αφού υπολόγισε σε 1.366.064 ευρώ την όλη αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας για τις Μαρίνες, επιδίκασε τελικά σ' αυτή υπόλοιπο αμοιβής επιτυχίας μόνον 53.304 ευρώ (1.366.064 - 1.312.760), πλέον Φ.Π.Α. 18% επί του ποσού του 1.366.064, δηλαδή 245.891,52 ευρώ και συνολικά 299.195,52 ευρώ, χωρίς μάλιστα να αφαιρέσει από το ποσό του Φ.Π.Α.

την καταβολή των 25.200 ευρώ για Φ.Π.Α. επί της αξίας των παραπάνω τιμολογίων, όπως η σχετική πλημμέλεια επισημαίνεται ειδικότερα από την εναγομένη με μέρος του τέταρτου λόγου της έφεσής της, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι αντίστοιχα εν μέρει βάσιμοι και πρέπει να γίνουν αντίστοιχα δεκτοί τόσο ο τέταρτος των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κακώς δεν επιδικάσθηκε σ' αυτή ως αμοιβή επιτυχίας για τις παραπάνω Μαρίνες συνολικό ποσό 3.949.764,45 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 710.957,60 ευρώ, όσο και ο τέταρτος των λόγων της έφεσης της εναγομένης (για τη μη αφαίρεση του ποσού των 25.200 ευρώ για Φ.Π.Α.), ενώ αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο έκτος των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας κατά το πρώτο μέρος του και σε σχέση ειδικότερα με τις Μαρίνες, αφού αντίθετα με όσα εκεί η ενάγουσα υποστηρίζει, οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την αμοιβή επιτυχίας της για τις Μαρίνες, αν και αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, στηρίζουν, ωστόσο, τυπικά το διατακτικό της.

Εξ άλλου η εναγομένη, πριν ήδη από την υπογραφή της Σύμβασης Χ.Ο.Σ., είχε δημοσιεύσει με δική της πρωτοβουλία και σχεδίαση πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη επενδυτικών δραστηριοτήτων σε πέντε από τις Ακτές της Αττικής, δηλαδή Αλίμου, Α' και Β' Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρκιζας, οι οποίες, ωστόσο, εντάχθηκαν ακολούθως και στη μελέτη για το Οριστικό Στρατηγικό Σχέδιο.

Στην παραπάνω πρόσκληση της εναγομένης ανταποκρίθηκαν 16 κοινοπρακτικά σχήματα και η ενάγουσα κλήθηκε από την εναγομένη να συμβάλει στη σχετική διαδικασία, με την παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών ανάλογων με αυτών του Γ Μέρους του Παραρτήματος 1 της Σύμβασης (βλ. το υπ' αριθ. 1442/22.3.2001 έγγραφο της εναγομένης).

Οι υποστηρικτικές υπηρεσίες που πρότεινε η ενάγουσα να προσφέρει και πράγματι προσέφερε κατά τη φάση της προεπιλογής και ακολούθως της τελικής επιλογής των αναδόχων περιγράφονται στο από 28/27.3.2001 έγγραφό της προς την εναγομένη, αφορούσαν δε μεταξύ άλλων (α) την αξιολόγηση των προσφορών των αναδόχων κατά τη φάση της προεπιλογής τους με αναλυτική περιγραφή των σχετικών κριτηρίων και σύνταξη σχεδίου σύμβασης παραχώρησης τουριστικής μονάδας, (β) τη μελέτη των τεχνικών όρων που υπέβαλαν οι προεπιλεγέντες ανάδοχοι, όπως το σχετικό πρακτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης του Διαγωνισμού εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 31/30.4.2001 απόφαση του Δ.Σ.

της εναγομένης και τέλος (γ) την αξιολόγηση των ως άνω τεχνικών όρων, με την οποία ολοκληρώθηκαν οι υποστηρικτικές εργασίες της ενάγουσας, που αποφασιστικά επίσης συνέβαλαν στην επωφελή για την εναγομένη αξιοποίηση των παραπάνω Ακτών με την εκμίσθωσή τους σε τρίτους (βλ. τα σχετικά με τις υπηρεσίες αυτές υπ' αριθ. 44/5.4.2001, 49/10.4.2001, 52/19.4.2001, 65/11.5.2001 και 69/21.5.2001 έγγραφα της ενάγουσας και υπ' αριθ. 1805/11.4.2001, 2006/2.5.2001, 2483/15.5.2001 έγγραφα της εναγομένης).

Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται από την κατάρτιση κάθε μισθωτικής σύμβασης αμοιβής επιτυχίας κατά τους όρους της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. και των Παραρτημάτων της, στους οποίους γίνεται ειδική παραπομπή με το ως άνω υπ' αριθ. 28/27.3.2001 έγγραφό της. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε και για τις πέντε Ακτές δεκαετής, από 1.1.2002 έως 31.12.2011 (άρθρ. 5 όλων των μισθωτικών συμβάσεων), το δε μίσθωμα ορίστηκε ως συνδυασμός μισθωμάτων και συμφωνήθηκε να περιλαμβάνει για κάθε μίσθωση (α) εφάπαξ καταβλητέο τίμημα (μίσθωμα), (β) ετήσιο εγγυημένο μίσθωμα, από το οποίο όμως αφαιρούνται τα μισθώματα που καταβάλουν τρίτοι στην εναγομένη για εκμισθωμένους σ' αυτούς χώρους των Ακτών και για όσο διάστημα οι χώροι αυτοί δεν θα παραχωρηθούν στις ήδη μισθώτριες εταιρείες των Ακτών, (γ) πρόσθετο ετήσιο μίσθωμα στην περίπτωση που οι εκμισθωμένοι σε τρίτους χώροι των Ακτών αποδοθούν στις ήδη μισθώτριες εταιρείες των Ακτών και (δ) ετήσιο μίσθωμα (αντάλλαγμα) ως ποσοστό επί του ενοποιημένου ετήσιου κύκλου εργασιών σε κάθε Ακτή, δηλαδή επί του συνολικού εκεί κύκλου εργασιών κάθε μισθώτριας εταιρείας, όπως η διαμόρφωση του εν λόγω ποσοστιαίου μισθώματος αναλύεται στη συνημμένη στην αντίστοιχη μισθωτική σύμβαση οικονομική προσφορά της μισθώτριας εταιρείας, σύμφωνα με την οποία το ετήσιο αυτό μίσθωμα διαφοροποιείται κατά ποσοστό ανάλογα με το ύψος του προβλεπόμενου στο οικείο επιχειρηματικό σχέδιο κύκλου εργασιών της μισθώτριας εταιρείας (άρθρ. 8 όλων των μισθωτικών συμβάσεων).

Όλα τα παραπάνω μισθώματα (ανταλλάγματα) από τις μισθώσεις και των πέντε ως άνω Ακτών της Αττικής αποτελούν έσοδο της εναγομένης κατά την έννοια του Παραρτήματος 7 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. των διαδίκων και επομένως τη βάση κατά το Παράρτημα 4 της ίδιας Σύμβασης για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στην ενάγουσα αμοιβής επιτυχίας, η οποία προσαυξάνεται κατά 1% επί των κεφαλαίων κάθε επένδυσης.

Αβάσιμα συνεπώς υποστηρίζει η εναγομένη ότι κατά τον προσδιορισμό της αμοιβής επιτυχίας της ενάγουσας αναφορικά με τις ως άνω μισθώσεις των πέντε Ακτών πρέπει να μη ληφθεί υπόψη το ετήσιο ποσοστιαίο μίσθωμα επί του αντίστοιχου κύκλου εργασιών σε κάθε Ακτή και κατά τα λοιπά να αφαιρεθεί (α) ο φόρος εισοδήματός της (εναγομένης) σε ποσοστό 35% και (β) η εισφορά στους οικείους Δήμους ποσοστού 12% επί των ακαθάριστων εσόδων της διαχείρισης και εκμετάλλευσης κάθε Ακτής, αφού, αντίθετα με όσα αυτή υποστηρίζει, με τον παραπάνω φόρο και εισφορά βαρύνεται η ίδια και δεν έχει συμφωνηθεί η μετακύλισή τους στην ενάγουσα, ενώ αστήρικτος είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η πρόσθετη αμοιβή επιτυχίας σε ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης για κάθε μια από τις παραπάνω Ακτές δεν αφορά το σύνολο των σχετικών κεφαλαίων, αλλά μόνον το μέρος αυτών, για το οποίο δόθηκαν από τους επενδυτές (αναδόχους) ισόποσες εγγυητικές επιστολές (300.000 ευρώ για την Ακτή Βούλας Β και 500.000 ευρώ για κάθε μια από τις λοιπές Ακτές).

Βέβαια, το ετήσιο ποσοστιαίο μίσθωμα επί του ενοποιημένου κύκλου εργασιών σε κάθε Ακτή δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια εκ των προτέρων, αφού ο κύκλος των εργασιών αυτών δεν είναι σταθερός, αλλά μεταβαλλόμενος κάθε χρόνο. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι κατά την παρ. 5 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ.

των διαδίκων η αμοιβή επιτυχίας που οφείλεται στην ενάγουσα για τις Ακτές είναι απαιτητή, όπως και για τις Μαρίνες, ήδη με την υπογραφή των αντίστοιχων μισθωτικών συμβάσεων, που έγινε μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 2001, είναι επιβεβλημένος ο υπολογισμός και του ποσοστιαίου ετήσιου μισθώματος κατά την παρούσα αξία του με βάση τις σχετικές προβλέψεις του επιχειρηματικού σχεδίου (business plan) κάθε μίσθωσης, ενώ σε παρούσα αξία πρέπει να αναχθούν και τα ετήσια εγγυημένα μισθώματα των ίδιων μισθώσεων (άρθρ. 1.36 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ., παρ. 1&2 του Μέρους Β του Παραρτήματος 7 της ίδιας Σύμβασης).

Η αναγωγή των μισθωμάτων γενικώς σε παρούσα αξία γίνεται με τον τρόπο που ήδη περιγράφηκε σε σχέση με τις Μαρίνες, δηλαδή με το προεξοφλητικό επιτόκιο R2 του Παραρτήματος 8 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ., αφού τα επιχειρηματικά σχέδια για τις Ακτές εκφράζονται σε τρέχουσες τιμές, ενώ κατά τα στοιχεία του ΥΠΕΘΟ και με έτος αναφοράς το 2001 η μεν μεταβολή του ΑΕΠ ήταν 4,1%, ο δε μέσος πληθωρισμός 3,4%, οπότε το προεξοφλητικό επιτόκιο R2 είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το άθροισμα των τιμών αυτών, δηλαδή 7,5% και ισχύει κατά τα λοιπά για τον υπολογισμό της παρούσας αξίας των μισθωμάτων για τις Ακτές ο αυτός κλασματικός τύπος C/(1+i)t, όπως τα στοιχεία του προηγουμένως αναλύθηκαν.

Με βάση, επομένως, όλα τα παραπάνω στοιχεία και προσδιοριστικούς παράγοντες η ενάγουσα δικαιούται για τις πέντε Ακτές Αττικής, στην αξιοποίηση (εκμίσθωση) των οποίων αυτή συνέβαλε, τις ακόλουθες αμοιβές επιτυχίας, όπως αναλυτικά παρατίθενται στους παρακάτω πίνακες:

(Α) ΑΚΤΗ ΑΛΙΜΟΥ: Διάρκεια μίσθωσης 10 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,5%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 1.467.351,43 €, εφάπαξ καταβληθέν μίσθωμα 586.940,60 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα (ετήσιο) Υπάρχοντα Μισθώματα (αφαιρούμενα) Καθαρό μίσθωμα (ετήσιο εγγυημένο) Παρούσα Αξία 2002 ΜΙΣΘΩΜΑ 2002 586.940,60 122.818,10 464.122,50 431.741,86 2003 ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 586.940,60 122.818,10 464.122,50 401.620,34 2004 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 733.675,70 122.818,10 610.857,60 491.716,28 2005 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 733.675,70 122.818,10 610.857,60 457.410,49 2006 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 880.410,90 122.818,10 757.592,80 527.707,80 2007 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 880.410,90 122.818,10 757.592,80 490.890,98 2008 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 880.410,90 122.818,10 757.592,80 456.642,77 2009 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 880.410,90 122.818,10 757.592,80 424.783,97 2010 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 1.027.146,00 122.818,10 904.327,90 471.682,49 2011 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 1.027.146,00 122.818,10 904.327,90 438.774,41 8.217.168,20 1.228.181,00 6.988.987,20 4.592.971,40 Κύκλος εργασιών (αναδόχου) Έσοδο εναγομένης* Παρούσα Αξία 2002 11.014.522,90 1.594.423,09 1.483.184,27 2003 12.115.975,18 1.869.786,17 1.617.986,95 2004 13.933.371,46 2.324.135,24 1.870.837,22 2005 14.630.040,04 2.498.302,38 1.870.730,15 2006 15.361.542,04 2.681.177,88 1.867.597,60 2007 16.129.619,14 2.873.197,16 1.861.721,19 2008 16.936.100,10 3.074.817,39 1.853.361,25 2009 17.782.905,10 3.286.518,65 1.842.758,34 2010 18.672.050,36 3.508.804,96 1.830.134,68 2011 19.605.652,87 3.742.205,59 1.815.695,43 17.914.007,09 *Ποσοστό επί του κύκλου εργασιών με βάση το οποίο υπολογίζεται το έσοδο της εναγομένης: 12% μέχρι του ποσού των 4.402.054,29 €? 15% μέχρι του ποσού των 10.271.460,01 €? 25% άνω του ποσού των 10.271.46,01 €.

Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 23.093.919,09 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή μισθώματος (586.940,60 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της (ετήσια εγγυημένα και ετήσια ποσοστιαία μισθώματα κατά την παρούσα αξία τους), ποσού 22.506.978,49 € (4.592.971,40 + 17.914.007,09), οπότε κατά τις διακρίσεις της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 € και 3,1% για έσοδο από 20.000.001 έως 50.000.000) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 775.911,49 € [(20.000.000 Χ 3,4%) + (3.093.919,09 Χ 3,1%)].

Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 14.673,51 € (1.467.351,43 Χ 1%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για την Ακτή Αλίμου η ενάγουσα συμποσούται σε 790.585 € (775.911,49 + 14.673,51), αυτή όμως με το υπ' αριθ. 893/11.9.2002 έγγραφό της υπέβαλε στην εναγομένη προς έγκριση αντίγραφο λογαριασμού για το μεγαλύτερο ποσό των 812.130,55 ευρώ, συνυπολογίζοντας ποσοστιαίο μίσθωμα και κατά το έτος 2001, παρόλο που η μίσθωση της ως άνω Ακτής άρχισε το επόμενο έτος, γεγονός για το οποίο η ίδια δεν παρέχει την οποιαδήποτε εξήγηση με τα δικόγραφά της. (Β) ΑΚΤΗ ΒΟΥΛΑΣ Α:

Διάρκεια μίσθωσης 10 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,5%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 1.467.351,43 €, εφάπαξ καταβληθέν μίσθωμα 234.776,21 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα (ετήσιο) Υπάρχοντα Μισθώματα (αφαιρούμενα) Καθαρό μίσθωμα (ετήσιο εγγυημένο) Παρούσα Αξία ΜΙΣΘΩΜΑ 2002 148.202,49 134.470,01 13.732,48 12.774,40 ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 382.978,72 134.470,01 248.508,71 215.042,69 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 412.325,75 134.470,01 277.855,74 223.662,91 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 441.672,77 134.470,01 307.202,76 230.033,59 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 456.346,29 134.470,01 321.876,28 224.205,70 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 471.019,80 134.470,01 336.549,79 218.071,31 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 485.693,32 134.470,01 351.223,31 211.701,57 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 500.366,83 134.470,01 365.896,82 205.159,16 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 500.366,83 134.470,01 365.896,82 190.845,73 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 500.366,83 134.470,01 365.896,82 177.530,92 4.299.339,63 1.344.700,10 2.954.639,53 1.909.027,99 Κύκλος εργασιών (αναδόχου) Έσοδο εναγομένης* Παρούσα Αξία 2002 3.521.643,43 35.216,43 32.759,47 2003 5.869.405,72 243.580,34 210.778,01 2004 7.043.286,87 360.968,45 290.565,37 2005 7.630.227,44 419.662,51 314.243,51 2006 8.217.168,01 478.356,57 333.203,40 2007 8.804.108,58 537.050,62 347.988,14 2008 9.391.049,16 595.744,68 359.088,03 2009 9.977.989,73 654.438,74 366.945,26 2010 11.738.811,45 830.520,91 433.185,98 2011 13.206.162,88 977.256,05 474.158,70 3.162.915,87 *Ποσοστό επί του κύκλου εργασιών με βάση το οποίο υπολογίζεται το έσοδο της εναγομένης: 1% μέχρι του ποσού των 3.815.113,72 €? 10% άνω του ποσού των 3.815.113,72 €.

Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 5.306.720,87 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή μισθώματος (234.776,21 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της (ετήσια εγγυημένα και ετήσια ποσοστιαία μισθώματα κατά την παρούσα αξία τους), ποσού 5.071.943,86 € (1.909.027,99 + 3.162.915,87), οπότε κατά τις διακρίσεις της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 €) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 180.428,51 € (5.306.720,87 Χ 3,4%).

Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 14.673,51 € (1.467.351,43 Χ 1%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για την Ακτή Αλίμου η ενάγουσα συμποσούται σε 195.102,02 € (180.428,51 + 14.673,51), αυτή όμως με το υπ' αριθ. 894/ 11.9.2002 έγγραφό της υπέβαλε στην εναγομένη προς έγκριση αντίγραφο λογαριασμού για το μεγαλύτερο ποσό των 195.501,12 ευρώ, συνυπολογίζοντας ποσοστιαίο μίσθωμα και κατά το έτος 2001, παρόλο που η μίσθωση και της ως άνω Ακτής άρχισε το επόμενο έτος, γεγονός για το οποίο η ίδια δεν παρέχει επίσης την οποιαδήποτε εξήγηση με τα δικόγραφά της. (Γ) ΑΚΤΗ ΒΟΥΛΑΣ Β:

Διάρκεια μίσθωσης 10 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,5%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 880.410,86 €, εφάπαξ καταβληθέν μίσθωμα 234.776,21 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα (ετήσιο) Υπάρχοντα Μισθώματα (αφαιρούμενα) Καθαρό μίσθωμα (ετήσιο εγγυημένο) Παρούσα Αξία ΜΙΣΘΩΜΑ 2002 146.735,14 0,00 146.735,14 136.497,80 ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 381.511,37 0,00 381.511,37 330.134,23 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 410.858,40 0,00 410.858,40 330.724,81 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 440.205,42 0,00 440.205,42 329.626,05 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 454.878,94 0,00 454.878,94 316.849,85 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 469.552,45 0,00 469.552,45 304.251,92 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 484.225,97 0,00 484.225,97 291.869,58 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 498.899,48 0,00 498.899,48 279.734,05 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 498.899,48 0,00 498.899,48 260.217,72 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 498.899,48 0,00 498.899,48 242.063,00 4.284.666,13 0,00 4.284.666,13 2.821.969,02 Κύκλος εργασιών (αναδόχου) Έσοδο εναγομένης* Παρούσα Αξία 2002 1.173.881,14 11.738,81 10.919,82 2003 1.760.821,72 17.608,22 15.236,96 2004 1.907.556,86 32.281,73 25.985,52 2005 2.054.292,00 46.955,25 35.160,11 2006 2.201.027,15 61.628,76 42.928,04 2007 2.347.762,29 76.302,27 49.440,94 2008 2.553.191,49 96.845,19 58.373,92 2009 2.787.967,72 120.322,82 67.465,27 2010 3.228.173,15 164.343,36 85.718,78 2011 3.815.113,72 223.037,42 108.216,40 499.445,78 *Ποσοστό επί του κύκλου εργασιών με βάση το οποίο υπολογίζεται το έσοδο της εναγομένης: 1% μέχρι του ποσού του 1.760.821,72 €? 10% άνω του ποσού του 1.760.821,72 €.

Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 3.556.191,01 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή μισθώματος (234.776,21 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της (ετήσια εγγυημένα και ετήσια ποσοστιαία μισθώματα κατά την παρούσα αξία τους), ποσού 3.321.414,80€ (2.821.969,02 + 499.445,78), οπότε κατά τις διακρίσεις της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 €) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 120.910,49 € (3.556.191,01 Χ 3,4%). Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 8.804,11 € (880.410,86 Χ 1%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για την Ακτή Αλίμου η ενάγουσα συμποσούται σε 129.714,60 € (120.910,49 + 8.804,11), αυτή όμως με το υπ' αριθ. 895/ 11.9.2002 έγγραφό της υπέβαλε στην εναγομένη προς έγκριση αντίγραφο λογαριασμού για το μεγαλύτερο ποσό των 129.804,40 ευρώ, συνυπολογίζοντας ποσοστιαίο μίσθωμα και κατά το έτος 2001, παρόλο που η μίσθωση και της ως άνω Ακτής άρχισε το επόμενο έτος, γεγονός για το οποίο επίσης η ίδια δεν παρέχει την οποιαδήποτε εξήγηση με τα δικόγραφά της. (Δ) ΑΚΤΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ: Διάρκεια μίσθωσης 10 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,5%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 1.467.3351,43 €, εφάπαξ καταβληθέν μίσθωμα 586.940,60 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα (ετήσιο) Υπάρχοντα Μισθώματα (αφαιρούμενα) Καθαρό μίσθωμα (ετήσιο εγγυημένο) Παρούσα Αξία ΜΙΣΘΩΜΑ 2002 586.940,60 131.368,46 455.572,14 423.788,04 ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 880.410,90 131.368,46 749.042,44 648.170,85 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 880.410,90 131.368,46 749.042,44 602.949,63 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 880.410,90 131.368,46 749.042,44 560.883,38 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 880.410,90 131.368,46 749.042,44 521.751,98 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 880.410,90 131.368,46 749.042,44 485.350,68 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 880.410,90 131.368,46 749.042,44 451.489,00 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 880.410,90 131.368,46 749.042,44 419.989,77 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 880.410,90 131.368,46 749.042,44 390.688,16 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 880.410,90 131.368,46 749.042,44 363.430,84 8.510.638,68 1.313.684,58 7.196.954,10 4.868.492,32 Κύκλος εργασιών (αναδόχου) Έσοδο εναγομένης* Παρούσα Αξία 2002 15.450.857,75 2.175.260,29 2.023.497,95 2003 16.995.943,52 2.561.531,73 2.216.576,95 2004 19.545.335,05 3.198.879,62 2.574.971,96 2005 20.522.601,80 3.443.196,30 2.578.267,22 2006 21.548.731,89 3.699.728,83 2.577.078,05 2007 22.626.168,48 3.969.087,98 2.571.816,27 2008 23.757.476,91 4.251.915,08 2.562.862,65 2009 24.945.350,76 4.548.883,54 2.550.569,16 2010 26.192.618,29 4.860.700,43 2.535.261,01 2011 27.502.249,21 5.188.108,16 2.517.238,58 24.708.139,80 *Ποσοστό επί του κύκλου εργασιών με βάση το οποίο υπολογίζεται το έσοδο της εναγομένης: 12% μέχρι του ποσού των 7.336.757,15 €? 15% μέχρι του ποσού των 14.673.514,31 €? 25% άνω του ποσού των 14.673.514,31 €.

Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 30.163.572,72 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή μισθώματος (586.940,60 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της (ετήσια εγγυημένα και ετήσια ποσοστιαία μισθώματα κατά την παρούσα αξία τους), ποσού 29.576.632,12 € (4.868.492,32 + 24.708.139,80), οπότε κατά τις διακρίσεις της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 € και 3,1% για έσοδο από 20.000.001 έως 50.000.000) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 995.070,75 € [(20.000.000 Χ 3,4%) + (10.163.572,72 Χ 3,1%)].

Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 14.673,51 € (1.467.351,43 Χ 1%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για την Ακτή Αλίμου η ενάγουσα συμποσούται σε 1.009.744,26 € (995.070,75 + 14.673,51), αυτή όμως με το υπ' αριθ. 896/11.9.2002 έγγραφό της υπέβαλε στην εναγομένη προς έγκριση αντίγραφο λογαριασμού για το μεγαλύτερο ποσό του 1.043.503,01 ευρώ, συνυπολογίζοντας ποσοστιαίο μίσθωμα και κατά το έτος 2001, παρόλο που η μίσθωση και της ως άνω Ακτής άρχισε το επόμενο έτος, γεγονός για το οποίο η ίδια δεν παρέχει και πάλι την οποιαδήποτε εξήγηση με τα δικόγραφά της. (Ε) ΑΚΤΗ ΒΑΡΚΙΖΑΣ:

Διάρκεια μίσθωσης 10 έτη, προεξοφλητικό επιτόκιο 7,5%, κεφάλαια επένδυσης (κινητοποιηθέντα) 1.467.351,43 €, εφάπαξ καταβληθέν μίσθωμα 234.776,21 €.

Εγγυημένο Μίσθωμα (ετήσιο) Υπάρχοντα Μισθώματα (αφαιρούμενα) Καθαρό μίσθωμα (ετήσιο εγγυημένο) Παρούσα Αξία ΜΙΣΘΩΜΑ 2002 243.776,23 62.013,16 181.763,07 169.081,93 ΜΙΣΘΩΜΑ 2003 381.511,37 62.013,16 319.498,21 276.472,22 ΜΙΣΘΩΜΑ 2004 410.858,40 62.013,16 348.845,24 280.806,66 ΜΙΣΘΩΜΑ 2005 440.205,43 62.013,16 378.192,27 283.190,57 ΜΙΣΘΩΜΑ 2006 454.878,94 62.013,16 392.865,78 273.654,05 ΜΙΣΘΩΜΑ 2007 469.552,46 62.013,16 407.539,30 264.069,78 ΜΙΣΘΩΜΑ 2008 484.225,97 62.013,16 422.212,81 254.490,84 ΜΙΣΘΩΜΑ 2009 498.899,49 62.013,16 436.886,33 244.963,14 ΜΙΣΘΩΜΑ 2010 498.899,49 62.013,16 436.886,33 227.872,69 ΜΙΣΘΩΜΑ 2011 498.899,49 62.013,16 436.886,33 211.974,59 4.381.707,27 620.131,60 3.761.575,67 2.486.576,48 Κύκλος εργασιών (αναδόχου) Έσοδο εναγομένης* Παρούσα Αξία 2002 3.521.643,43 35.216,43 32.759,47 2003 5.869.405,72 243.580,34 210.778,01 2004 7.043.286,87 360.968,45 290.565,37 2005 7.630.227,44 419.662,51 314.243,51 2006 8.217.168,01 478.356,57 333.203,40 2007 8.804.108,58 537.050,62 347.988,14 2008 9.391.049,16 595.744,68 359.088,03 2009 9.977.989,73 654.438,74 366.945,26 2010 11.738.811,45 830.520,91 433.185,98 2011 13.206.162,88 977.256,05 474.158,70 3.162.915,87 *Ποσοστό επί του κύκλου εργασιών με βάση το οποίο υπολογίζεται το έσοδο της εναγομένης: 1% μέχρι του ποσού των 3.815.113,72 €? 10% άνω του ποσού των 3.815.113,72 €.

Συνολικά έσοδα της εναγομένης σε παρούσα αξία: 5.884.268,56 €, που είναι το άθροισμα του εφάπαξ καταβληθέντος σ' αυτή μισθώματος (234.776,21 €) και του συνολικού περιοδικού εισοδήματός της (ετήσια εγγυημένα και ετήσια ποσοστιαία μισθώματα κατά την παρούσα αξία τους), ποσού 5.649.492,35 € (2.486.576,48 + 3.162.915,87), οπότε κατά τις διακρίσεις της παρ. 2.2 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. (αμοιβή 3,4% για έσοδο Εργοδότη μέχρι 20.000.000 €) το ποσό που δικαιούται ως αμοιβή επιτυχίας η ενάγουσα επί της παρούσας αξίας των συνολικών εσόδων της εναγομένης ανέρχεται σε 200.065,13 € (5.884.268,56 Χ 3,4%).

Στο ποσό αυτό προστίθεται ποσοστό 1% επί των κινητοποιηθέντων κεφαλαίων της επένδυσης, δηλαδή 14.673,51 € (1.467.351,43 Χ 1%). Έτσι η αμοιβή επιτυχίας που δικαιούται για την Ακτή Αλίμου η ενάγουσα συμποσούται σε 214.738,64 € (200.065,13 + 14.673,51), αυτή όμως με το υπ' αριθ. 897/ 11.9.2002 έγγραφό της υπέβαλε στην εναγομένη προς έγκριση αντίγραφο λογαριασμού για το μεγαλύτερο ποσό των 215.137,76 ευρώ, συνυπολογίζοντας ποσοστιαίο μίσθωμα και κατά το έτος 2001, παρόλο που η μίσθωση και της ως άνω Ακτής άρχισε το επόμενο έτος, γεγονός για το οποίο η ίδια δεν παρέχει και τη φορά αυτή την οποιαδήποτε εξήγηση με τα δικόγραφά της.

Η εναγομένη, αμφισβητώντας, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (βλ. ως προς τους λόγους αυτούς και το υπ' αριθ. 5158/24.9.2002 έγγραφό της) τον τρόπο υπολογισμού από την ενάγουσα της οφειλόμενης σ' αυτή αμοιβής επιτυχίας, η οποία και για τις πέντε ως άνω Ακτές ανέρχεται συνολικά σε 2.339.884,52 (790.585 + 195.102,02 + 129.714,60 + 1.009.744,26 + 214.738,64) ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 18%, δηλαδή 412.179,21 ευρώ, ενέκρινε με την υπ' αριθ. 98/26.11.2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ύστερα από την υπ' αριθ. 350/21.11.2002 εισήγηση προς αυτό του αρμόδιου οργάνου της, την πληρωμή στην ενάγουσα για την αιτία αυτή ποσού μόνον 430.659 ευρώ και αναλυτικά 115.461 ευρώ για την Ακτή Αλίμου, 56.283 ευρώ για την Ακτή Α' Βούλας, 70.769 ευρώ για την Ακτή Β' Βούλας, 120.706 ευρώ για την Ακτή Βουλιαγμένης και 67.530 ευρώ για την Ακτή Βάρκιζας (β.

το υπ' αριθ. 6441/28.11.2002 σχετικό έγγραφο της εναγομένης). Ωστόσο, με το υπ' αριθ. 6704/13.12.2002 επόμενο έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου της η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να τιμολογήσει ως αμοιβή επιτυχίας της για τις παραπάνω Ακτές το ποσό των 115.198 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι από το εγκριθέν ως άνω ποσό των 430.659 ευρώ αφαιρείται το μέρος των 115.461 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή επιτυχίας για την Ακτή Αλίμου, αφού η μίσθωση της Ακτής αυτής λύθηκε με την από 3.11.2002 καταγγελία της μισθώτριας εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΑΚΤΗ ΑΛΙΜΟΥ Α.Ε.", γεγονός όμως που ως μεταγενέστερο της σύναψης της μίσθωσης δεν αφορά την ενάγουσα και δεν αποτελεί παράγοντα μειωτικό της αντίστοιχης αμοιβής της, αλλά αφορά τις σχέσεις που προέκυψαν από την προαναφερθείσα καταγγελία μεταξύ της εναγομένης και της μισθώτριας της εταιρείας, ενώ επιπλέον ποσό 200.000 ευρώ, που αφορά αμοιβή καταβληθείσα από την εναγομένη για λογαριασμό της ενάγουσας σε εξειδικευμένους συμβούλους της για έργα υπό επιτάχυνση, δηλώθηκε στο παραπάνω έγγραφο ότι παρακρατείται μέχρι η ενάγουσα να προσκομίσει ισόποσες εγγυητικές επιστολές.

Ειδικότερα καταβλήθηκαν για την αιτία αυτή τα ακόλουθα ποσά: (α) ποσό 85.000 ευρώ στη δικηγορική εταιρεία ΣΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ (υπ' αριθ. 310/2001 απόδειξη παροχής υπηρεσιών), (β) ποσό 40.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, στην εταιρεία Αmerican Αppraisal (υπ' αριθ. 45/2001 τιμολόγιο) και (γ) ποσό 75.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, στην εταιρεία ΤΡΙΤΩΝ Ε.Π.Ε. (υπ' αριθ. 430/2001 τιμολόγιο).

Η παρακράτηση του ποσού των 200.000 ευρώ από την εναγομένη και κατ' ακριβολογία η περιεχόμενη στα ως άνω υπ' αριθ. 5158/24.9.2002 και 6704/13.12.2002 έγγραφα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εξώδικη από μέρους της δήλωση επίσχεσης του ποσού αυτού μέχρι να προσκομίσει η ενάγουσα ισόποσες εγγυητικές επιστολές, έγινε σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 46/18.9.2001 απόφασης του Δ.Σ.

της εναγομένης και είναι σύμφωνη με το άρθρ. 21.2 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. των διαδίκων, κατά το οποίο σε περίπτωση λήψης προκαταβολής από τον Χ.Ο.Σ. υποχρεούται αυτός να καταθέτει ισόποση εγγυητική επιστολή, που του επιστρέφεται μετά τον συμψηφισμό των σχετικών απαιτήσεών του, προκαταβολή δε έναντι της αμοιβής επιτυχίας αποτελεί και η προβλεπόμενη στην παρ. 6 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της ίδιας Σύμβασης Χ.Ο.Σ.

καταβολή από τον Εργοδότη απευθείας στους εξειδικευμένους Συμβούλους αμοιβής για υπηρεσίες τους αναφορικά με έργα υπό επιτάχυνση, συμψηφιζόμενης με την αμοιβή επιτυχίας μέχρι ποσοστού 60% αυτής. Έτσι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό μόνον 115.198 ευρώ και για τις πέντε ως άνω Ακτές, πλέον Φ.Π.Α 18% και σχετικά εκδόθηκε το υπ' αριθ. 29/16.12.2002 τιμολόγιο της ενάγουσας, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 6811/19.12.2002 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης.

Επομένως, εφόσον η ενάγουσα δικαιούται συνολική αμοιβή επιτυχίας για τις ως άνω Ακτές 2.339.884,52 ευρώ και η εναγομένη της κατέβαλε για την αιτία αυτή μόνο 115.198 ευρώ, της οφείλει τη διαφορά των 2.224.686,52 ευρώ (2.339.884,52 - 115.198), πλέον Φ.Π.Α. 18%, δηλαδή 400.443,57 ευρώ (2.224.686,52 Χ 18%). Η εκκαλούμενη λοιπόν πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά και αφού υπολόγισε μόνον σε 430.659 ευρώ την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας, συνολικά και για τις πέντε Ακτές, της επιδίκασε το ποσό αυτό, χωρίς μάλιστα να αφαιρέσει την προς αυτή καταβολή των 115.198 ευρώ, παρόλο που δέχθηκε ότι έγινε, όπως η σχετική πλημμέλεια επισημαίνεται ειδικότερα από την εναγομένη με μέρος του πέμπτου λόγου της έφεσής της, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι αντίστοιχα εν μέρει βάσιμοι και πρέπει να γίνουν αντίστοιχα δεκτοί τόσο ο τέταρτος και ο έκτος των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας, με τους οποίους και σε συνέχεια όσων αφορούν την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας για τις Μαρίνες, προσάπτονται στην πρωτόδικη απόφαση οι επιπλέον πλημμέλειες ότι κακώς και με αντιφατικές εν τέλει αιτιολογίες δεν επιδίκασε σ' αυτή, ως αμοιβή επιτυχίας για τις πέντε Ακτές, συνολικό ποσό 2.280.878,84 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

ποσού 410.558,19 ευρώ, όσο και ο πέμπτος των λόγων της έφεσης της εναγομένης. Ο ίδιος, όμως, λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής κατά την αποδιδόμενη μ' αυτόν στην πρωτόδικη απόφαση περαιτέρω αιτίαση ότι αν και δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι από την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας για τις Ακτές πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 115.461 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή επιτυχίας για την Ακτή Αλίμου, η μίσθωση της οποίας εκ των υστέρων λύθηκε, εν τούτοις επιδίκασε και το ποσό αυτό, καθόσον ναι μεν παρατηρείται η σχετική αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως η απόφαση αυτή είναι κατ' αποτέλεσμα ορθή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η λύση της παραπάνω μίσθωσης, ως γεγονός μεταγενέστερο της σύναψης της μίσθωσης, δεν αφορά την ενάγουσα και δεν αποτελεί παράγοντα μειωτικό της αντίστοιχης αμοιβής της, επιτρεπτά δε θα μπορούσε να αντικατασταθεί με την αιτιολογία αυτή η αντίθετη αιτιολογία του σκεπτικού της απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), αν ως προς το ίδιο κεφάλαιο η απόφαση ήταν κατά τα λοιπά ορθή.

Παρέπεται ότι χωρίς έννομο συμφέρον η ενάγουσα αιτιάται την πρωτόδικη απόφαση για την ως άνω πλημμέλεια, από την οποία δεν θίγεται και είναι συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος ο έκτος των κύριων λόγων της έφεσής της κατά το αντίστοιχο τρίτο μέρος του. Εξ άλλου η εκκαλούμενη απόφαση, μολονότι δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι δικαιολογημένα η εναγομένη παρακρατεί από την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας για τις παραπάνω Ακτές και μέχρι αυτή να προσκομίσει ισόποσες εγγυητικές επιστολές, το ποσό των 200.000 ευρώ, που αφορά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αμοιβή επιτάχυνσης καταβληθείσα από την εναγομένη για λογαριασμό της ενάγουσας σε εξειδικευμένους συμβούλους της, δηλαδή δέχθηκε στην ουσία τη σχετική ένσταση επίσχεσης (άρθρ. 325 ΑΚ), που εξώδικα είχε προτείνει η εναγομένη και την πρότεινε και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, εντούτοις αντιφατικά ακολούθως η απόφαση παρέλειψε να διαλάβει στο διατακτικό της τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την παραδοχή της εν λόγω ένστασης, την οποία αντιφατικά επίσης έκρινε αρχικά απορριπτέα ως μη νόμιμη και ειδικότερα παρέλειψε να εξαρτήσει την καταβολή του ως άνω ποσού από την ταυτόχρονη κατάθεση από την ενάγουσα ισόποσων εγγυητικών επιστολών υπέρ της εναγομένης (άρθρ. 329 ΑΚ).

Συνεπώς, εφόσον δεν υπήρξε τέτοια εξάρτηση που θα έβλαπτε την ενάγουσα, χωρίς έννομο συμφέρον αιτιάται αυτή την εκκαλούμενη απόφαση για τις αντιφατικές αιτιολογίες του σκεπτικού της και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο έκτος των κύριων λόγων της έφεσής της κατά το αντίστοιχο δεύτερο μέρος του. Αντίθετα βλαπτική για την εναγομένη είναι η ως άνω κρίση της εκκαλούμενης απόφασης και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι τόσο ο πρώτος των λόγων της έφεσής της όσο και ο πέμπτος των ίδιων λόγων κατά το σχετικό μέρος του.

Ειδικότερα η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε εξ αρχής απορριπτέα ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση επίσχεσης με τη σκέψη ότι η ένσταση αυτή σε περίπτωση αμφοτεροβαρούς σύμβασης εκτοπίζεται από την ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρ. 374 ΑΚ) , αφού αντίθετα με όσα η απόφαση δέχθηκε, η ένσταση επίσχεσης δεν αποκλείεται σε περίπτωση αμφοτεροβαρούς σύμβασης, όταν η άρνηση εκπλήρωσης της παροχής του ενός των μερών δεν αποσκοπεί στην ταυτόχρονη εκπλήρωση της αντιπαροχής του άλλου μέρους (κύριας ή και παρεπόμενης) στο πλαίσιο της σχέσης αλληλεξάρτησής τους, αλλά στην εκπλήρωση άλλης παροχής, απλώς συναφούς στο πλαίσιο της ίδιας νομικής ή και βιοτικής σχέσης, όπως εν προκειμένω που κατά τα εκτιθέμενα στην ένσταση της εναγομένης οι υπηρεσίες της ενάγουσας αναφορικά με την αξιοποίηση των ως άνω Ακτών δεν παρασχέθηκαν σε εκτέλεση της Σύμβασης Χ.Ο.Σ.

των διαδίκων, αλλά παράλληλα προς αυτή και με ρητή παραπομπή στους όρους της ειδικά για τη ρύθμιση της αμοιβής της ενάγουσας, όπως αυτό δηλώθηκε και με το αριθ. 28/27.3.2001 έγγραφό της προς την εναγομένη. Έπρεπε, λοιπόν, η εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας νόμιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης ως ένσταση επίσχεσης ή έστω, κατ' εκτίμηση, με βάση τη δική της θέση, ως ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, να τη δεχθεί και ως ουσιαστικά βάσιμη, για τους λόγους που ήδη αναπτύχθηκαν και να επιδικάσει έτσι στην ενάγουσα την οφειλόμενη για τις Ακτές αμοιβή της, με παρακράτηση όμως από το συνολικό ποσό αυτής του μέρους των 200.000 ευρώ, ως προς το οποίο έπρεπε να καταδικάσει την εναγομένη να το καταβάλει υπό τον όρο της ταυτόχρονης με την καταβολή του κατάθεση υπέρ αυτής από την ενάγουσα ισόποσων εγγυητικών επιστολών.

Μάλιστα ως προς το μέρος αυτό της αμοιβής της ενάγουσας δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας κατά το άρθρ. 345 ΑΚ ούτε και επιδικίας κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, αφού η βασιμότητα της ένστασης επίσχεσης, όπως άλλωστε και της ένστασης μη εκπλήρωσης της σύμβασης, εμποδίζει την περιέλευση του οφειλέτη σε υπερημερία ή την εξακολούθηση της αρχικής υπερημερίας του, καθόσον τότε δεν πρόκειται για χρέος του οφειλέτη απαιτητό, ώστε να είναι εφαρμοστέα τα παραπάνω άρθρα, που προϋποθέτουν για την επιδίκαση τόκων να είναι το χρέος όχι μόνον ληξιπρόθεσμο, αλλά και απαιτητό, δηλαδή να υποχρεούται ο οφειλέτης σε άμεση καταβολή του χρέους του, χωρίς τη δυνατότητα προβολής από μέρους του διακωλυτικών ή αναβλητικών ενστάσεων (ΑΠ 75/2014).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ναι μεν κατά την παρ. 5 του Μέρους Α του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ. των διαδίκων η αμοιβή επιτυχίας που οφείλεται, κατά τα ανωτέρω, στην ενάγουσα για τις Ακτές και τις Μαρίνες είναι καταβλητέα ήδη με την υπογραφή των αντίστοιχων μισθωτικών συμβάσεων, όμως η καταβολή της αμοιβής προϋπέθετε τη συγκεκριμενοποίησή της με την υποβολή από την ενάγουσα στην εναγομένη σχετικών λογαριασμών, όπως ρητά επιβάλλει το άρθρ. 5.2 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ.

Η ενάγουσα υπέβαλε, κατά τα προεκτεθέντα, τους σχετικούς λογαριασμούς για μεν τις Ακτές στις 11.9.2002, για δε τις Μαρίνες στις 5.2.2003. Οι λογαριασμοί αυτοί δεν εγκρίθηκαν από την εναγομένη, ώστε να ισχύουν οι περαιτέρω ρυθμίσεις του άρθρ. 5 της Σύμβασης Χ.Ο.Σ., σύμφωνα με τις οποίες ο Εργοδότης πρέπει μετά την οριστικοποίηση κάθε λογαριασμού και την έκδοση από τον Χ.Ο.Σ.

του αντίστοιχου τιμολογίου να καταβάλλει σ' αυτόν, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την υποβολή του τιμολογίου, την τιμολογηθείσα αμοιβή, διαφορετικά, αν η καταβολή καθυστερήσει πέραν των 60 ημερών, οφείλει τόκους από την επίδοση σ' αυτόν έγγραφης όχλησης του Χ.Ο.Σ. Έτσι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη με μόνη την άρνησή της να εγκρίνει τους λογαριασμούς αυτούς, η οποία άρνηση γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα για μεν τις Ακτές στις 24.9.2002, όταν παραλήφθηκε από την ενάγουσα το υπ' αριθ. 5158/24.9.2002 έγγραφο της εναγομένης, στο οποίο περιέχεται και η δήλωση παρακράτησης ποσού 200.000 ευρώ από την αντίστοιχη αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας, για δε τις Μαρίνες η άρνηση της εναγομένης γνωστοποιήθηκε με το υπ' αριθ. 880/19.2.2003 έγγραφό της, που παραλήφθηκε από την ενάγουσα στις 20.2.2003.

Έκτοτε η εναγομένη οφείλει τόκους υπερημερίας επί των κονδυλίων της αμοιβής επιτυχίας της ενάγουσας, με εξαίρεση το μέρος των 200.000 ευρώ της αμοιβής της για τις Ακτές, ως προς το οποίο ασκήθηκε εξ αρχής το παραπάνω δικαίωμα επίσχεσης της εναγομένης. Η εκκαλούμενη λοιπόν απόφαση, που έκρινε διαφορετικά και επιδίκασε στην ενάγουσα αμοιβή επιτυχίας νομιμοτόκως μόνον από την επίδοση της ένδικης αγωγής της στην αντίδικό της, εσφαλμένα τις σχετικές διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και κακώς τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε κατά τούτο εν μέρει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο έβδομος των κύριων λόγων της έφεσης της ενάγουσας.

Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνουν δεκτές από ουσιαστικής πλευράς τόσο η έφεση της ενάγουσας κατά παραδοχή ειδικότερα του δεύτερου κατά το πρώτο μέρος, του τρίτου κατά το πρώτο και τρίτο μέρος, του πέμπτου και εν μέρει του πρώτου, του τέταρτου, του έκτου και του έβδομου των κύριων, καθώς και του δεύτερου των πρόσθετων λόγων της, όσο και η έφεση της εναγομένης κατά παραδοχή ειδικότερα του πρώτου και εν μέρει του τέταρτου και του πέμπτου των λόγων της και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το σχετικό με την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας κεφάλαιό της, ως προς το οποίο μόνον ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο η υπόθεση, ενώ δεν θίγεται η ίδια απόφαση κατά τις λοιπές διατάξεις της σχετικά με την κατ' αποκοπή αμοιβή και την αμοιβή επιτάχυνσης της ενάγουσας, οι οποίες και ενσωματώθηκαν στην υπ' αριθ. 5468/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε ήδη αμετάκλητα την πρωτόδικη απόφαση κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της.

Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί κατά το άρθρ. 535§1 ΚΠολΔ και εκδικασθεί εκ νέου από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση στην ουσία της κατά το ως άνω κεφάλαιό της, πρέπει η ένδικη αγωγή, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι νόμιμη κατά τις διατάξεις των άρθρ. 25, 340, 345, 361, 681 ΑΚ, να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της και να υποχρεωθεί έτσι η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα αμοιβή επιτυχίας συνολικού ποσού 5.874.450,97 (3.649.764,45 + 2.224.686,52) ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 18%, ποσού 1.032.201,17 (631.757,60 + 400.443,57) ευρώ, νομιμοτόκως το μεν ποσό των 3.649.764,45 ευρώ, που αφορά την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας για τις Μαρίνες, από 21.2.2003 μέχρι την εξόφληση, το δε ποσό των 2.224.686,52 ευρώ, που αφορά την αμοιβή επιτυχίας της για τις Ακτές, από 25.9.2002 μέχρι την εξόφληση, με εξαίρεση το μέρος των 200.000 ευρώ από το τελευταίο αυτό ποσό, που επιδικάζεται ατόκως και υπό τον όρο της ταυτόχρονης με την καταβολή του στην ενάγουσα κατάθεση απ' αυτή ισόποσων εγγυητικών επιστολών υπέρ της εναγομένης.

Εξ άλλου, με την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και κατά ένα κεφάλαιό της, εξαφανίσθηκε πλήρως και η διάταξή της για τη δικαστική δαπάνη, οπότε παρέλκει πλέον η έρευνα του σχετικού μ' αυτή έκτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, εν όψει δε του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής πρέπει κατά το άρθρ. 179 σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ η δικαστική δαπάνη και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας να συμψηφιστεί εν μέρει μεταξύ των διαδίκων και να καταδικασθεί έτσι η εναγομένη, που συγκριτικά νικήθηκε σε μεγαλύτερη έκταση, να καταβάλει δικαστική δαπάνη στην ενάγουσα συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 19.1.2006 και 8.2.2006 δυο αντίθετες εφέσεις τους.

Δέχεται κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές κατά της υπ' αριθ. 4537/ 2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Εξαφανίζει την απόφαση αυτή μόνο κατά το σχετικό με την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας κεφάλαιό της, καθώς και κατά την διάταξή της για τη δικαστική δαπάνη.

Κρατεί κατά το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση και την δικάζει στην ουσία.

Δέχεται εν μέρει κατά το ίδιο κεφάλαιο την από 1.9.2003 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση. Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα αμοιβή επιτυχίας συνολικού ποσού πέντε εκατομμυρίων οκτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (5.874.450,97 €), πλέον Φ.Π.Α. 18%, ποσού ενός εκατομμυρίου τριάντα δυο χιλιάδων διακοσίων ενός ευρώ και δέκα επτά λεπτών (1.032.201,17 €), νομιμοτόκως το μεν ποσό των 3.649.764,45 ευρώ, που αφορά την αμοιβή επιτυχίας της ενάγουσας για τις Μαρίνες Ζέας και Φλοίσβου Αττικής, από 21.2.2003 μέχρι την εξόφληση, το δε ποσό των 2.224.686,52 ευρώ, που αφορά την αμοιβή επιτυχίας της για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πέντε Ακτές, από 25.9.2002 μέχρι την εξόφληση, με εξαίρεση το μέρος των 200.000 ευρώ από το τελευταίο αυτό ποσό, που επιδικάζεται ατόκως και υπό τον όρο της ταυτόχρονης με την καταβολή του στην ενάγουσα κατάθεση απ' αυτή ισόποσων εγγυητικών επιστολών υπέρ της εναγομένης. Συμψηφίζει εν μέρει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας και καταδικάζει έτσι την εναγομένη να καταβάλει δικαστική δαπάνη στην ενάγουσα συνολικού ποσού εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ