3/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι λόγω προσωπικού προβλήματος υγείας δεν ενημερώθηκε επαρκώς για την υπόθεση και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης ούτως ώστε να έχει ενημερωθεί κατά τη νέα δικάσιμο. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Legislator headnote
AI generated3/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν (εν όψει του 'ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν ανυπαρξία) λόγω της μεταξύ τους υπάρχουσας πρόδηλης συνάφειας και να ερευνηθούν, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.- Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 3 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΧΟΛΕΣ ΔΕΛΤΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ..., 3)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Κωστή και Χαρίκλεια Απαλαγάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζαβάρα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδαλό και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι λόγω προσωπικού προβλήματος υγείας δεν ενημερώθηκε επαρκώς για την υπόθεση και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης ούτως ώστε να έχει ενημερωθεί κατά τη νέα δικάσιμο. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4182/2005 μη οριστική και 4928/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2496/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2008 αίτησή τους και τους από 3/11/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 25/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή: του δευτέρου λόγου, κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του τρίτου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του αυτού άρθρου, καθώς και του τρίτου προσθέτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, φέρονται προς συζήτηση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-12-08, η από 10-1-08 αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2496/07 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και οι από 3-11-2008 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τόσο η αίτηση αναιρέσεως, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και ειδικώτερα οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, προ τριάντα πλήρων ημερών από της, ως άνω, πρώτης δικασίμου.
Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν (εν όψει του 'ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν ανυπαρξία) λόγω της μεταξύ τους υπάρχουσας πρόδηλης συνάφειας και να ερευνηθούν, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.- Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.
Ο κανόνας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δε εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 602 του Α.Κ., "οι αξιώσεις του εκμισθωτού για αποζημίωση εξ αιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 261 του αυτού Κώδικος, "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου".
Ως αγωγή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται όχι μόνον η άσκηση της αγωγής καθ' εαυτής (καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής) αλλά η άσκηση κάθε "επιθετικού" ενδίκου μέσου, που χορηγείται από τον νόμο στο δικαιούχο προς δικαστική επιδίωξη ή αναγνώριση της αξιώσεώς του και διακόπτει την αδράνειά του.
Ως διαδικαστική δε πράξη, διακόπτουσα την παραγραφή, θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία, κατά τον ΚΠολΔ, για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη η, κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ, αίτηση, προς διόρθωση της αποφάσεως, εφ' όσον, με την διάταξη αυτή, δεν καθιερώνεται κανένα δικαίωμα του διαδίκου, αλλά απλώς παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, αν το ζητήσει ο διάδικος ή αυτεπαγγέλτως, να διορθώσει τα γραφικά ή λογιστικά λάθη, τα οποία παρεισέφρυσαν στην απόφαση, ενώ δεν είναι αναγκαία για την συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης.
Αντιθέτως, η κατά το ανωτέρω άρθρο διόρθωση της αποφάσεως είναι δυνατή και αν εκκρεμεί ένδικο μέσο ακόμη και αυτό της αναιρέσεως (ΑΠ 143/2002). Ωσαύτως, η αίτηση διορθώσεως της αποφάσεως δεν εξομοιώνεται με αγωγή και δεν επάγεται κανένα δικονομικό ή ουσιαστικό αποτέλεσμα και επομένως δεν διακόπτει την παραγραφή, εφ' όσον δεν αποτελεί "επιθετικό" ένδικο μέσο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, που χορηγήθηκε στον διάδικο για την δικαστική επιδίωξη της αξιώσεώς του.
Εξ άλλου, η κατά τα ανωτέρω παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί "εν επιδικία", αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε. Όμως, για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή, που διακόπηκε, από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, η οποία είναι ισόχρονη με την διακοπείσα (ανεξαρτήτως του είδους της βραχυπροθέσμου ή συνήθους) και να μπορεί να συμπληρωθεί, με την παρέλευση του χρόνου, που ισχύει γι' αυτή, εφ' όσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη, ή άλλος λόγος διακοπής, προ της τελεσιδίκου περατώσεως της δίκης, προϋποτίθεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως, με πράξεις των διαδίκων.
Πράγματι, ο θεσμός της παραγραφής αποτελεί την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός έχει ενεργήσει ο, τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο.
Ωστόσο, ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν. Τέτοιοι λόγοι είναι οι, κατ' άρθρο 255 Α.Κ., λόγοι αναστολής της παραγραφής από δικαιοστάσιο ή ανωτέρα βία, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του.
Τέτοια περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας του δανειστού να προχωρήσει σε οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, επιφέρουσα την διακοπή της παραγραφής, αποτελεί και η μετά την δημοσίευση της αποφάσεως παράδοση στο δικαστή του σχεδίου, προς θεώρησή της, ότε δεν υπάρχει στο αρχείο του δικαστηρίου απόφαση προς έκδοση αντιγράφου αυτής (ΑΠ 1891/2006).
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 257 του ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής, ενώ όταν λήξει ο διακωλυτικός της ασκήσεως της αξιώσεως λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία.
Εάν, όμως, κατά την διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι εμποδίσθηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που προτείνεται από το εναγόμενο, και ερείδεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ.
Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας η αντένσταση αυτή κατ' άρθρο 75 του Κ.Πολ.Δ, ενεργεί μόνο υπέρ εκείνου που την πρότεινε. Στην παρούσα περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες (η πρώτη ως μισθώτρια του επιδίκου μισθίου ακινήτου και οι δεύτερος και τρίτος ως εγγυητές), με το δικόγραφο της εφέσεώς των και με τις προτάσεις των, τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, πρότειναν παραδεκτώς, κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ, τον οψιγενή ισχυρισμό της παραγραφής της διωκομένης, με την αγωγή, αξιώσεως των εναγουσών - εφεσιβλήτων, "εν επιδικία", επειδή από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την 9-2-2006, μέχρι της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής, την 16-11-2006, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.
Η δευτέρα ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις της ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, πρότεινε κατ' αντένσταση, ισχυρισμό, περί αναστολής της παραγραφής, εκ του άρθρου 255 Α.Κ., καθώς και διακοπής της παραγραφής, ενώ, όπως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητος και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητος δεν είχε παρασταθεί ενώπιον του Εφετείου και δικάσθηκε ως εάν ήταν παρούσα.
Με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο, εν σχέσει προς τους προαναφερομένους ισχυρισμούς των διαδίκων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω: "...Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων - εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί γιατί αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμη η αντένσταση αναστολής και διακοπής (στη συνέχεια) της παραγραφής, την οποία παραδεκτά και νόμιμα προτείνει η δεύτερη εφεσίβλητη.
Συγκεκριμένα, πράγματι η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 9-2-2006, πλην όμως, στη συνέχεια, αυτή δόθηκε στο Δικαστή για θεώρηση στις 22-2-2006 και επιστράφηκε θεωρημένη και τοποθετήθηκε στο Αρχείο Πολιτικών υποθέσεων του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης στις 24-3-2006 (βλ. την από 22-11-2006 σχετική βεβαίωση της γραμματείας του πολιτικού αρχείου του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης στο τέλος της πιο πάνω απόφασης).
Έτσι, η εξάμηνη παραγραφή που διακόπηκε στις 9-2-2006 με την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως αναστέλλεται μέχρι τις 24-3-2006, κατά το χρόνο, δηλαδή που οι εφεσίβλητοι είχαν αντικειμενική αδυναμία να επιδιώξουν την ικανοποίηση της αξιώσεως τους ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη. Ο προαναφερόμενος χρόνος της αναστολής (9/2 έως 24/3/2006) δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (αρθρ. 257 εδ.
α') και μετά τη παύση της αναστολής (24/3/2006) η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες (αρθρ. 257 εδ. β' του ίδιου Κώδικα). δηλαδή πριν τις 25-9-2006. Πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής, αυτή διακόπηκε. Η διακοπή της έγινε στις 19-9-2006 με την κατάθεση στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης της από 15-9-2006 αίτησης της πρώτης ενάγουσας κατά των εναγομένων και της δεύτερης ενάγουσας για διόρθωση του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (αριθμ.
εκθ. κατ. δικ. 41241/19-9-2006 κάτω από αντίγραφο της αίτησης). Την ίδια ημέρα ορίστηκε, με σχετική πράξη του αρμόδιου δικαστή, ως δικάσιμος η 9η/11/2006, χωρίς τότε να συζητηθεί (βλ. αντίγραφο της αιτήσεως με τη σχετική βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα). Οι ως άνω πράξεις, έστω και μόνο της πρώτης ενάγουσας (ΕφΘεσ. 205-206/2000 Αρχ 2002, σελ. 1805 και 715, αντίστοιχα), αποτελούν διαδικαστικές πράξεις κατά την έννοια τον άρθρου 261 παρ. 2ΑΚ...
ανεξάρτητα αν η πιο πάνω αίτηση επιδόθηκε στους αντιδίκους ή επακολούθησε η συζήτηση της, αφού είναι φανερό ότι η κατάθεση της αίτησης, η εγγραφή της στο πινάκιο και ο ορισμός δικασίμου κατατείνουν στη συνέχεια της διαδικασίας με την έκδοση ορθού εκτελεστού απογράφου και σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής των εφεσίβλητων.
Μετά, τέλος, την ως άνω διακοπή της παραγραφής (στις 19-9-2006), η νέα εξάμηνη παραγραφή (αρθρ. 270 εδ α' του ΑΚ) δεν συμπληρώθηκε γιατί επακολούθησαν άλλες - όπως συνομολογείται - διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων ή του δικαστηρίου (όπως η επίδοση της απόφασης στις 9-11-2006, η άσκηση της εφέσεως στις 21-11-2006,
ο ορισμός δικασίμου στις 19-3-2007 και η αναβολή της V συζήτησης της κλπ.), οι οποίες διέκοψαν αλλεπάλληλα την εξάμηνη παραγραφή σε επιδικία...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή, ως προς αμφότερες τις ενάγουσες - αναιρεσιβλήτους, την προταθείσα από την δευτέρα τούτων αντένταση, περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής και απέρριψε την ένσταση, που προτάθηκε από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, περί παραγραφής της αξιώσεως τούτων (εναγουσών) προς αποζημίωση, λόγω φθορών του μισθίου, δεχόμενο, κατά ένα μέρος την αγωγή, ως προς αμφότερες, κατ' ίσα μέρη.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 255 και 261 ΑΚ, αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, που αφορά στην ευθεία παραβίαση του άρθρου 255 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του, ότι η παράδοση του σχεδίου της αποφάσεως στον δικαστή, προς θεώρηση της καθαρογραμμένης αποφάσεως, και η μη ύπαρξη αυτού στο αρχείο του δικαστηρίου αποτελεί λόγο αναστολής της παραγραφής, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, που δέχεται, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Κρίνοντας, όμως, ότι η κατάθεση, την 19-9-2006, της από 15-9-2006 αιτήσεως των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, προς διόρθωση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχεται, ανελέγκτως, ότι έλαβε χώρα, αποτελεί διαδικαστική πράξη, που επέφερε την διακοπή της παραγραφής, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, διότι απέδωσε την έννοια της διαδικαστικής πράξεως, που επάγεται διακοπή της παραγραφής, σε δικαστική πράξη που δεν επάγεται το αποτέλεσμα τούτο.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Εν όψει δε του ότι η αναίρεση της αποφάσεως, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, (που αφορά σε ένσταση παραγραφής της αξιώσεως), επηρεάζει όλα τα λοιπά προσβαλλόμενα κεφάλαιά της, με τα οποία συνδέεται αρρήκτως, πρέπει αυτή να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, που αφορούν στα κεφάλαια αυτά.
Ακόμη, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2496/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ