3/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated3/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε: α) κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ή β) να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και γ) τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 3 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α - Β Ο.Ε.", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαντούση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/1997 μη οριστική, 7123/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2726/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2004 αίτησή της και με τους από 6-12-2004 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 23-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και τρίτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης (εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα) και τη μερική αναίρεση της υπ' αριθ. 2726/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί του επιδικασθέντος Φ.Π.Α. της αμοιβής της αναιρεσίβλητης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Επί του κυρίου δικογράφου της αίτησης.
Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε θεωρούνται και οι λόγοι της έφεσης (ΑΠ 1573/2006 Ελ.Δ/νη 2007 σελ. 772).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε: α) κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ή β) να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και γ) τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος.
Δημιουργείται δε ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ.9 περ.β' του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ όταν το Εφετείο, κατά παραβίαση των οριζομένων και από την διάταξη του αριθ. 522 του ΚΠολΔ, με την οποία αυτό περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που προβλήθηκαν με την έφεση και των τυχόν πρόσθετων λόγων της, ερεύνησε και δέχθηκε αίτημα της αγωγής που είχε απορριφθεί πρωτόδικα, χωρίς ο ενάγων να παραπονεθεί ως εκκαλών για την απόρριψή του (ΑΠ 2095/1984 ΝοΒ 33,1156).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των προσκομιζομένων εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη εξέθετε στην από 13-6-1995 αγωγή της ότι η αναιρεσείουσα κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους τον Οκτώβριο του 1993 της ανέθεσε την εκτέλεση τριών γεωτρήσεων προς εντοπισμό ύδατος στο νομό ......, έναντι συμφωνημένης αμοιβής 7.000 δρχ.
το μέτρο με διάμετρο γεώτρησης 9 7/8 ίντσες σε περίπτωση αποτυχημένης γεώτρησης, και 14.000 δρχ. το μέτρο με διάμετρο γεωτρήσεως 15 1/2 ίντσες σε περίπτωση επιτυχημένης γεώτρησης. Ότι εξετέλεσε μία γεώτρηση στην ...... στις αρχές Νοεμβρίου 1993 βάθους 200 μέτρων ανεπιτυχή για την οποία η συμφωνημένη αμοιβή της είναι (200 μέτρα Χ 7.000 δρχ.
ανά μέτρο +18% Φ.Π.Α.)=1.652.000 δρχ., δεύτερη γεώτρηση στην ...... στις αρχές Δεκεμβρίου 1993 βάθους 280 μέτρων επιτυχή, για την οποία η συμφωνημένη αμοιβή της είναι (280 μέτρα Χ 14.000 δρχ. ανά μέτρο +18% Φ.Π.Α.)=4.625.000 δρχ. και τρίτη γεώτρηση στο ...... τον Δεκέμβριο 1993, επιτυχή βάθους 130 μέτρων, για την οποία η συμφωνημένη αμοιβή της ανέρχεται σε (130 μέτρα Χ 14.000 δρχ.
ανά μέτρο +18% Φ.Π.Α.)= 2.147.000 δρχ. 'Ότι η πιο πάνω αμοιβή της ανέρχεται συνολικά με τη συνάθροιση των τριών επί μέρους ποσών σε 8.425.000 δρχ. (1.652.000 + 4.625.000 δρχ + 2.147.000 δρχ.), έναντι της οποίας (συνολικής) η αναιρεσείουσα της κατέβαλε μόνο το ποσό του 1.000.000 δρχ., και εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 7.425.000 δρχ. (8.425.000-1.000.000), του οποίου ζήτησε την καταβολή νομιμοτόκως από της 31-5-1995, οπότε εχώρησε εξώδικη όχληση.
Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αναιρεσείουσα ως εναγομένη, αφού συνομολόγησε ειδικά τις ποσότητες ανά μέτρο τρέχον του εκτελεσθέντος έργου για κάθε γεώτρηση, όπως είχαν εκτεθεί στην αγωγή από την αναιρεσίβλητη, αμφισβήτησε αιτιολογημένα τις πιο πάνω επικαλούμενες από την αναιρεσίβλητη ως συμφωνημένες τιμές ανά μέτρο τρέχον γεώτρησης, και ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι αυτές είχαν συμφωνηθεί αντίστοιχα στα ποσά των 5.000 δρχ.
ανά τρέχον μέτρο αποτυχημένης γεώτρησης και 10.000 δρχ ανά τρέχον μέτρο επιτυχημένης γεώτρησης, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ώστε με τη συνομολογούμενη στην αγωγή καταβολή από την ίδια του ποσού του 1.000.000 δρχ. είχε εξοφλήσει συνολικά την αμοιβή της αναιρεσίβλητης για την πρώτη (αποτυχημένη) γεώτρηση (200 μέτρα Χ 5.000 δρχ.
ανά τρέχον μέτρο). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στη δεύτερη συζήτηση της αγωγής, μετά τη διενέργεια των εμμαρτύρων αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ'αριθ. 863/1997 προδικαστική απόφασή του, εξέδωσε την υπ'αριθ. 7123/2001 οριστική απόφασή του, Με την απόφαση εκείνη κρίθηκε οριστικά ότι η συμφωνηθείσα τιμή ανά μονάδα έργου που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη ανερχόταν στα ποσά αντίστοιχα των 7.000 δρχ.
και 14.000 δρχ. για κάθε τρέχον μέτρο γεώτρησης αποτυχημένης ή επιτυχημένης, κρίθηκε δε αβάσιμος κατ'ουσία ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι τιμές αυτές ανερχόταν στα ποσά των 5.000 και 10.000 δραχ. με ειδική αιτιολογία στάθμισης και εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδείξεων για το ταχθέν ειδικά αντίστοιχο θέμα απόδειξης.
Με αυτά τα δεδομένα του αποδεικτικού πορίσματος εκείνης της απόφασης, αλλά και το γεγονός ότι εκ μέρους της αναιρεσείουσας ως εναγομένης είχε συνομολογηθεί ρητά η ποσότητα ανά γεώτρηση του εκτελεσθέντος έργου, που αναφερόταν στην ένδικη αγωγή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην παραδοχή στο σύνολό της της αγωγής της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σ'αυτήν με το διατακτικό της το ποσό που είχε ζητηθεί των 7.425.200 δρχ.
με το συνυπολογισμό και την προηγηθείσης καταβολής από τον αναιρεσείοντα του 1.000.000 δρχ. Και ναι μεν είναι γεγονός ότι η υπ'αριθ. 7223/1997 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρά τον ορθό λογιστικό υπολογισμό της ζητηθείσας και επιδικασθείσας στην αναιρεσίβλητη αμοιβής και για τα τρία έργα των γεωτρήσεων, περιέλαβε και την από παραδρομή πλεοναστική κρίση ότι για την πρώτη γεώτρηση που ήταν αποτυχημένη, η αναιρεσείουσα κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του 1.000.000 δρχ.
Η εσφαλμένη όμως αυτή αιτιολογία, δεν δικαιολογούσε έννομο συμφέρον κατά την έννοια των άρθρων 68 και 516 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης ως ενάγουσας, για την προσβολή της ως εκκαλούσα με το ένδικο μέσο της έφεσης, αφού το μεν διατακτικό εκείνης της απόφασης με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της, δεν είχε στοιχεία προσδιοριστικά βλάβης στο πρόσωπό της, ούτε επηρεαζόταν από την εσφαλμένη αιτιολογία, λόγω της ορθότητας των λογιστικών υπολογισμών μεταξύ του εκτελεσθέντος έργου και της συμφωνηθείσης τιμής του, που στήριζε το αποδεικτικό πόρισμα αλλά και το διατακτικό της παραδοχής της αγωγής, ώστε η εσφαλμένη αυτή αιτιολογία δεν οδηγούσε τελικά ούτε από μόνη της, ούτε σε συνδυασμό με την υπόλοιπη απόφαση σε δημιουργία δυσμενούς για την αναιρεσίβλητη δεδικασμένου.
Εν όψει αυτών, μόνο η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της υπ'αριθμ. 7123/2001 οριστικής απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της από 13-11-2001 έφεσής της με το 2ο λόγο της οποίας διατυπωνόταν το ειδικό παράπονο της κακής εκτίμησης των αποδείξεων από το γεγονός ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η συμφωνηθείσα τιμή ανά μονάδα μέτρου γεώτρησης ήταν 7.000 και 14.000 δρχ.
αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν 5.000 και 10.000 δρχ. αντίστοιχα για ανεπιτυχή και επιτυχημένη γεώτρηση (σελ. 5 έως 7 του εφετηρίου). Αναγνωρίζοντας δε και η ίδια η αναιρεσείουσα την πιο πάνω εσφαλμένη από παραδρομή αιτιολογία της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, διατύπωσε και το ειδικό παράπονο ότι εσφαλμένα και αναιτιολόγητα η πρωτόδικη απόφαση είχε απορρίψει την ένστασή της για την εξόφληση του συγκεκριμένου έργου την πρώτης γεώτρησης με το ποσό του 1.000.000 δρχ. (σελ. 8 του εφετηρίου).
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 2726/2004 απόφασή του δέχθηκε τ'ακόλουθα επί της έφεσης της αναιρεσείουσας: Στο ...... τον μήνα Οκτώβριο 1993 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, μη περιβληθείσα κατ'επιθυμίαν της εναγομένης οποιονδήποτε έγγραφο τύπο, και, δια της οποία η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί, με έξοδα της εναγομένης, στην διενέργεια τριών γεωτρήσεων για τον εντοπισμό ύδατος στις περιοχές ......, ......
και ...... του νομού ......, η δε εναγομένη-εργοδότης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή το ποσό των 7.000 δρχ. κατά μέτρο, με διάμετρο γεώτρησης 9 7/8 ίντσες σε περίπτωση αποτυχημένης γεώτρησης και το ποσό των 14.000 δρχ. κατά μέτρο με διάμετρο γεώτρησης 15 1/2 ίντσες σε περίπτωση επιτυχημένης γεώτρησης.
Η εν λόγω αμοιβή θα κατεβάλλετο μετά την εκ μέρους της ενάγουσας πραγματοποίηση των συμφωνηθεισών γεωτρήσεων και πάντως έως τις 31-12-93 χωρίς να εξαρτηθεί η πληρωμή της από την προηγούμενη παραλαβή και έγκριση του έργου εκ μέρους της Υπηρεσίας Εγγείων Βελτιώσεων (ΥΕΒ), από την οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου η εναγόμενη ως ανάδοχος.
Περί των ανωτέρω ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης με σαφήνεια καταθέτουν οι μάρτυρες απόδειξης Α, γεωτρυπανιστής, και Β, ασχολούμενη και αυτή με την ανάληψη ομοειδών έργων και παρουσία των οποίων τα διάδικα μέρη δεσμεύθηκαν δικαιοπρακτικώς κατά τα προεκτεθέντα. Σε εξάρτηση της καταβολής της συμφωνηθείσης αμοιβής από την προηγούμενη οριστική έγκριση και παραλαβή του έργου εκ μέρους της κυρίας τούτου ΥΕΒ με συνομολόγηση συναφούς αναβλητικής αίρεσης (ΕΚ 201) προκειμένου να καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η παραπάνω κυρία συμβατική παροχή της εναγομένης-εργοδότιδος, ουδέποτε τα διάδικα μέρη προέβησαν.
Οι συμφωνηθείσες γεωτρήσεις εκτελέσθηκαν από την ενάγουσα και δη η πρώτη σην περιοχή της ...... τον μήνα Νοέμβριο 1993, βάθους 200 μέτρων, αποβάσα ανεπιτυχής, η δεύτερη στην περιοχή ...... στις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου 1993, βάθους 280 μέτρων, αποβάσα επιτυχής και η τρίτη στην περιοχή ......, το μήνα Δεκέμβριο 1993, επίσης βάθους 130 μέτρων ωσαύτως επιτυχής αποβάσα.
Με βάση επομένως τις συμβατικές παραμέτρους της επίδικης σύμβασης έργου, η οφειλόμενη στην ενάγουσα αμοιβή συγκεφαλαιώνεται στο ποσό των 8.425.000 δρχ. ως εξής α' γεώτρηση, δρχ. 7.000 το μέτρο Χ 200 μέτρα + 18% Φ.Π.Α. =1.652.000 δρχ., β' γεώτρηση, δρχ. 14.000 το μέτρο Χ 280 μέτρα + 18% ΦΠΑ=4.625.000 δρχ. και γ' γεώτρηση 14.000 το μέτρο Χ 130 μέτρα + 18% Φ.Π.Α. =2.147.600 δρχ.
Από την συνολικά οφειλόμενη κατά τα ανωτέρω, εργολαβική αμοιβή της ενάγουσας η εναγόμενη κατέβαλε σ'αυτήν 1.000.000 δρχ. και επομένως εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο ποσό εκ δρχ. 68.425.000-1.000.000 + 7.425.000 δρχ. νομιμοτόκως. Στην αυτήν όμως κρίση κατέληξε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες που αντικαθίστανται απ'αυτές της παρούσας, ορθώς εκτιμήσαν τις αποδείξεις, και επομένως τα περί του εναντίου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον οικείο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν.
Με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης από τον αριθ.8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα με λόγο της έφεσής της, και είχαν σχέση με τον ισχυρισμό της ότι εξόφλησε πλήρως την αμοιβή του πρώτου έργου της ανεπιτυχούς πρώτης γεώτρησης που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη με την καταβολή του ποσού του 1.000.000 δρχ., χωρίς δε ειδικό παράπονο της έφεσής της επανεξέτασε τα στοιχεία της ίδιας γεώτρησης και καθόρισε την αμοιβή της αναιρεσίβλητης για το ίδιο έργο μαζί με το ΦΠΑ σε 1.652.000 δρχ.
αντί του ποσού του 1.000.000 δρχ. που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Εξ άλλου, με το δεύτερο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης από τον αριθ.9 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, χωρίς ειδικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης επιδίκασε για τις δύο υπόλοιπες γεωτρήσεις μεγαλύτερο ποσό αμοιβής της από εκείνο που είχε ζητήσει αυτή με την αγωγή της δηλαδή 7.425.000 δρχ.
συνολικά, αντί της συνολικής αμοιβής με τον Φ.Π.Α. 6.772.600 δρχ., με το δεδομένο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη για την πρώτη ανεπιτυχή γεώτρηση είχε εξοφληθεί πλήρως για τη δικαιούμενη αμοιβή με το ποσό της μερικής καταβολής του 1.000.000 δρχ. Με βάση όμως όσα προαναφέρθηκαν, και οι δύο λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τους αριθμητικούς και πραγματικούς συλλογισμούς της υπ'αριθ. 7123/2001 απόφασης επιδίκασε το σύνολο του αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, και δεν απέρριψε οποιοδήποτε επιμέρους αίτημα με την προαναφερθείσα πεπλανημένη παραδοχή στο αιτιολογικό της.
Εξάλλου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που επιλήφθηκε εκ νέου, συνεπεία του ειδικού παραπόνου της έφεσης της αναιρεσείουσας του ζητήματος της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη αμοιβής και για την πρώτη ανεπιτυχή γεώτρηση αλλά και την προβαλλόμενη συνολικής εξόφλησης με την καταβολή του ποσού του 1.000.000, επίσης με χωρίς σφάλμα στους αριθμητικούς και πραγματικούς συλλογισμούς της επιδίκασε το σύνολο του αγωγικού αιτήματος, αντικαθιστώντας κατ'άρθρ. 534 του ΚΠολΔ την πιο πάνω εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, η οποία κρίθηκε ορθή κατά το διατακτικό της, και απορρίπτοντας τελικά την έφεση της αναιρεσείουσας.
Β) Επί του από 6-12-2004 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση? αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 του ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από το διορισθέντα Εισηγητή, προκύπτει ότι την ημέρα συζήτηση για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται η κατά την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρο 568 του ΚΠολΔ από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος ορισθείσα, όχι δε και η μεταγενέστερη ύστερα από αναβολή από εκείνη ή από ματαίωση προσδιορισθείσα (βλ.
Α.Π. 654/1984, 143/1984, 123/1972). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-11-2004 πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου ορίσθηκε ως ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η 23η Οκτωβρίου 2006. Στη συνέχεια στις 6 Δεκεμβρίου 2004 η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 6 Δεκεμβρίου 2004 δικόγραφο προσθέτων λόγων, του οποίου δεν προκύπτει από πουθενά επίδοσή του στην αναιρεσίβλητη, τριάντα πλήρεις ημέρες προ τη 23ης Οκτωβρίου 2006, που είχε οριστεί αρχικά κατά τα ανωτέρω ως δικάσιμος από τον Πρόεδρο του ίδιου Τμήματος.
Η συζήτηση της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων ματαιώθηκε, γιατί η δικάσιμος συνέπεσε με την αργία των Δικαστηρίων της χώρας λόγω των Νομαρχιακών και Δημοτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2006, ότι συνέχεια δε με την από 2 Νοεμβρίου 2006 κλήση της αναιρεσείουσας ορίσθηκε ως νέα δικάσιμος για την συζήτηση της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων η 5 Νοεμβρίου 2007 κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3 Νοεμβρίου 2008).
Εν όψει αυτών, η αναιρεσείουσα στις 14 Δεκεμβρίου 2007 επέδωσε στην αναιρεσίβλητη το ένδικο δικόγραφο των προσθέτων λόγων (βλ. την υπ' αριθ. ...... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......). Επομένως, μετά από προβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα, οι ερευνώμενοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2004 αίτηση και το από 6-12-2004 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2726/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίλβητης, και για τις προτάσεις που κατέθεσε, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ