3/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης), Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated3/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι συνάπτεται μεταξύ του εργοδότη, που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού, που προστατεύεται και τοποθετείται σ’αυτόν, σύμβαση αναγκαστικής για τον εργοδότη εργασίας, τη δε δικαιοπρακτική βούληση του τελευταίου αναπληρώνει η απόφαση της Επιτροπής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 3 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 3/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης), Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Των αναιρεσιβλήτων: ....(αναφέρονται 6 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2585/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6196/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος και μερικά ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, να γίνει μερικά δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθούν εν μέρει η προσβαλλόμενη 6196/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η 2585/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθεί εν μέρει, κατά το αναγνωριστικό αίτημά της που αναφέρεται στο σκεπτικό (συνταξιοδοτικές - ασφαλιστικές συνέπειες), η από 15-11-2001 αγωγή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν.1648/1986 "περί της προστασίας πολεμιστών, αναπήρων - θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων", στις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου αυτού υπάγονται και τα αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 129390/4.10.1988 αποφάσεως του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 768/25.10.1988), η οποία κυρώθηκε από την έκδοσή της με το άρθρο 26 του Ν.1876/1990, άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ).
Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του αυτού Νόμου, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις κοινής ωφέλειας, όπως προσδιορίζονται στις περιπτώσεις γ’ και ε’ της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Ν.1256/1982, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρίες, εφόσον απασχολούν κατά την έκδοση της αποφάσεως για την τοποθέτηση προσωπικό άνω των πενήντα ατόμων, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν πρόσωπα, που προστατεύονται από το προηγούμενο άρθρο, σε ποσοστό 3% από εκείνα της παραγράφου 4 αυτού (ήδη 5% σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 30.965/1991 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν.1648/1986), ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Νόμου (1648/1986), η τοποθέτηση των ανωτέρω προσώπων γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 8 αυτού, ισχύει για την περιφέρεια της Νομαρχίας, που τους τοποθέτησε και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του εν λόγω Νόμου, ο τοποθετούμενος υποχρεούται να εμφανισθεί στην επιχείρηση εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της αποφάσεως περί της τοποθετήσεώς του και να αναλάβει υπηρεσία.
Τέλος, κατά το άρθρο 10 παρ. 4 του ιδίου Νόμου, κατά των αποφάσεων της ως άνω Επιτροπής χωρεί προσφυγή στη δευτεροβάθμια Επιτροπή για τη νομιμότητα ή σκοπιμότητα της τοποθετήσεως από μέρους του υποχρέου εργοδότη, του προστατευόμενου από το νόμο προσώπου και κάθε τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, ενώ κατά το άρθρο 9 του αυτού Νόμου, η ανάκληση της τοποθετήσεως και οι σχετικές με την τοποθέτηση αμφισβητήσεις ανήκουν στην αρμοδιότητα των ανωτέρω Επιτροπών.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι συνάπτεται μεταξύ του εργοδότη, που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού, που προστατεύεται και τοποθετείται σ’αυτόν, σύμβαση αναγκαστικής για τον εργοδότη εργασίας, τη δε δικαιοπρακτική βούληση του τελευταίου αναπληρώνει η απόφαση της Επιτροπής.
Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού προς ανάληψη υπηρεσίας. Ο εργοδότης, αποκρύπτοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και οφείλει σ’ εκείνον, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., μισθούς υπερημερίας, χωρίς να δικαιούται να ερευνήσει και ο ίδιος τη συνδρομή των απαιτουμένων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του εν λόγω μισθωτού, ούτε να απαιτήσει τη συνδρομή των προσθέτων όρων του τυχόν ισχύοντος Κανονισμού του, αφού η πρόσληψη του μισθωτού έχει τελειωθεί με την εμπρόθεσμη εμφάνισή του στον υπόχρεο εργοδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1648/1986, που υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως ή ειδικής ρυθμίσεως.
Η μη αποδοχή από τον εργοδότη των προσφερομένων υπηρεσιών του μισθωτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες, που επέρχονται από την υπερημερία του. Όμως, δεν αποκλείεται με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 281, 57 και 59 Α.Κ. η άρνηση της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού να συνιστά προσβολή του απολύτου δικαιώματος της προσωπικότητάς του και να θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., αναγνωριστική αγωγή μπορεί να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση της υπάρξεως ή μη κάποιας έννομης σχέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 8 του Ν.1648/1986 της Νομαρχίας Κοζάνης αποφάσισε την αναγκαστική τοποθέτηση στην αναιρεσείουσα των αντιδίκων της.
Ειδικότερα, τοποθετήθηκαν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, με την υπ’ αριθ. 6/14.5.1987 οικεία πράξη, ως άτομο με ειδικές ανάγκες, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτη τούτων, με την υπ’ αριθ. 7/14.5.1987 οικεία πράξη, ως μέλη πολυτέκνων οικογενειών και ο πέμπτος εξ αυτών, με την υπ’ αριθ. 11/23.5.1987 οικεία πράξη, ως τέκνο αναπήρου πολέμου.
Οι αναιρεσίβλητοι εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα προς ανάληψη υπηρεσίας και συγκεκριμένα, στις 18.5.1987 οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτη και στις 25.5.1987 ο πέμπτος. Αρχικά η αναιρεσείουσα, δια των αρμοδίων οργάνων της, απέκρουσε τις υπηρεσίες αυτών, τις οποίες αποδέχθηκε τελικά στις 16.5.1988, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και να τους οφείλει τις αποδοχές υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος, που λογίζεται γι’ αυτούς ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η ανωτέρω αξίωση των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή των μισθών υπερημερίας έχει παραγραφεί από μακρού χρόνου, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας. Η ταυτοσήμου οικονομικού περιεχομένου αξίωση προς αποζημίωση αυτών, την οποία προβάλλουν οι ίδιοι, δεν θεμελιώνεται στο νόμο, αφού η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν συγκροτεί την έννοια της αδικοπραξίας και συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αναζητήσεως απ’ αυτούς του πλουτισμού (περιελθόντος) κατά το άρθρο 938 Α.Κ.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι, εφόσον η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και να τους απασχολήσει συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, οι τελευταίοι νομίμως, κατά τα άρθρα 57 παρ. 1 και 59 Α.Κ., ζητούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης.
Το αίτημα όμως αυτό έχει υποκύψει σε παραγραφή, αφού από τότε που έλαβε χώρα η τελευταία επιλήψιμη προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων (15.5.1988), της οποίας οι ίδιοι έλαβαν γνώση αμέσως, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (6.3.2002) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Στη συνέχεια έκρινε το Εφετείο ότι το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση εκάστου αναιρεσιβλήτου προς ανάληψη υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα μέχρι την αποδοχή των υπηρεσιών του από την τελευταία αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 15.11.2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά αβάσιμη και αναγνώρισε ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα το χρονικό διάστημα από 18.5.1987 έως 15.5.1988 για τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτη αναιρεσιβλήτους και εκείνο από 25.5.1987 έως 15.5.1988 για τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε το Εφετείο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ, που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση υπό τις ως άνω παραδοχές αυτού, διότι η ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων για ορισμένο χρονικό διάστημα ως υπαλλήλων της αναιρεσείουσας αφ’ ενός μεν δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους, αφού πρόκειται να αυξηθεί ο μισθός τους συντομότερα με την ένταξή τους σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο (χρονοεπίδομα, προαγωγή), αφ’ ετέρου δε αποτελεί έννομη σχέση, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ως άνω αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αναγνωρίσει το ανωτέρω χρονικό διάστημα ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων στην αντίδικό τους και ως προς τις συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές συνέπειες, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθεί, διότι τούτο, όπως προκύπτει από το σύνολο του σαφούς περιεχομένου της εν λόγω αποφάσεώς του, έχει αναγνωρίσει αποκλειστικά και μόνο ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα το χρονικό διάστημα από 18.5.1987 έως 15.5.1988 για τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτη αναιρεσιβλήτους και το χρονικό διάστημα από 25.5.1987 έως 15.51988 για τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, ενώ δεν έχει αποφανθεί ρητώς για τις εντεύθεν προκύπτουσες συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές συνέπειες, παρά μόνο για τις προαγωγικές και μισθολογικές συνέπειες του γεγονότος αυτού μέχρι το χρόνο λύσεως της συμβάσεως εκάστου εξ αυτών, ήτοι κατά το χρόνο που οι αναιρεσίβλητοι ήταν "εν ενεργεία" υπάλληλοι της αναιρεσείουσας και είχαν έννομο συμφέρον στην προσμέτρηση του χρόνου αυτού για την ένταξή τους στο προσήκον μισθολογικό κλιμάκιο και εντεύθεν, στη μισθολογική προαγωγή τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.5.2004 αίτηση της Δ.Ε.Η για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6196/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ