Appeal against a council ruling is inadmissible as the accused lacks statutory right to appeal such decisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Council of Appeal ruling, declaring it inadmissible. The appellant, a defendant, argued that prior procedural errors rendered the investigation void, but the appeal targeted a council decision which the law does not permit challenging via appeal. The court ruled that since Article 482 of the Code of Criminal Procedure was repealed, the defendant had no legal right to appeal this specific type of council ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 482, 463, 476, 513 KPD; An appeal against a council ruling is inadmissible when the law does not grant the accused the right to appeal such decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 39 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 39/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 150/2024 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 04.03.2024 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 254/2024. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά, με αριθμό 185/18.9.2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιόν σας σύμφωνα με τα αρθρ. 485, 513 παρ. 1α ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 7/2024 αίτηση αναίρεσης του Ν. Ρ. του Χ. και της Ά. που γεννήθηκε στην Αμφιλοχία Αιτ/νίας το 1953 κάτοικος Αθήνας (...) κατά του υπ'αριθμ. 150/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το αρθρ. 482 ΚΠΔ το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά βουλεύματος καταργήθηκε με τα άρθρ. 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 463 παρ. 1 εδ.α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα.
Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν έχει κανένα δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά πρωτόδικου βουλεύματος.
Κατά το άρθ. 476 & 1 ΚΠΔ "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή δεν είχε έννομο συμφέρον ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή όταν τούτο ασκείται για δεύτερη φορά ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, εκτός εάν η διατύπωση που δεν έχει τηρηθεί για την άσκησή του είναι τυπική και μπορεί να συμπληρωθεί.
Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του ή να συμπληρώσει την τυπική διατύπωση που δεν έχει τηρηθεί, σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο).
Αν ο αναιρεσείων κρατείται, δεν μετάγεται αλλά μπορεί να υποβάλλει υπόμνημα και να εκπροσωπηθεί από συνήγορο. Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στη δικογραφία".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ " Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476..." Εν προκειμένω ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά του υπ'αριθμ. 150/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 3712/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο απέρριψε κατ'ουσίαν την από 3-1-2019 αίτηση του εν θέματι με την οποία ζητούσε αυτός την κήρυξη της ακυρότητας της σε βάρος του διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης με βάση την από ΑΒΜ Δ2016 /2738 έγκληση και μετά τη προκ/κή εξέταση και της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε στη συνέχεια σε βάρος του με απευθείας κλήση του στο ακροατήριο του αρμόδιου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Βάση των προαναπτυχθέντων η αναίρεση ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο και κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται και άρα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επειδή κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων η υπό ενασχόληση αναίρεση δεν είναι παραδεκτή επειδή συντρέχει περίπτωση κατ'αρθρ. 583 παρ. 1 ΠΔ να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί από το Δικαστήριό Σας (Συμβούλιο) σύμφωνα με το άρθ. 476 παρ.1 ΚΠΔ, η από 4-3-2024 αναίρεση του Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου Α. (...). Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα. Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Παππαδάς"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση .
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ. (κατά το άρθρο 585 αυτού), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 43 του άρθρου 7 του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019, τεύχος πρώτο) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 142 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), "1.
Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή δεν είχε έννομο συμφέρον ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή όταν τούτο ασκείται για δεύτερη φορά ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα, εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, εκτός εάν η διατύπωση που δεν είχε τηρηθεί για την άσκησή του είναι τυπική και μπορεί να συμπληρωθεί.
Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει, αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του, για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του, σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Αν ο αναιρεσείων κρατείται, δεν μετάγεται αλλά μπορεί να υποβάλλει υπόμνημα και να εκπροσωπηθεί από συνήγορο.
Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου, με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στη δικογραφία". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 464 εδ. α' του ανωτέρω ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, "Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα. (...)", ενώ από τις διατάξεις του άρθρου 483 του ίδιου ως άνω κώδικα, με τις οποίες ορίζονται τα πρόσωπα που δικαιούνται να ασκήσουν αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, που είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, ως ισχύουσες κατά τον χρόνο έκδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος (6-2-2024), προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης κατά βουλευμάτων μπορούν να ασκήσουν μόνο οι Εισαγγελείς (Πλημμελειοδικών, Εφετών και Αρείου Πάγου) κατά τις αναφερόμενες στο ως άνω άρθρο (483 του ΚΠΔ) διακρίσεις, ουδέποτε δε οι διάδικοι (ΑΠ 603/2024, ΑΠ 285/2024, ΑΠ 1088/2022, ΑΠ 396/2022, ΑΠ 325/2021, ΑΠ 899/2020, ΑΠ 684/2020 ).
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι, το δικαίωμα του κατηγορουμένου για άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος είχε ήδη καταργηθεί με το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010 (Φ.Ε.Κ. 218/23-12-2010, τεύχος πρώτο). Ο ανωτέρω περιορισμός στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλευμάτων, δεν αντιβαίνει ούτε στο Σύνταγμα ούτε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), ούτε στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997 (Φ.Ε.Κ. 25/26-2-1997, τεύχος πρώτο).
Ειδικότερα, ο ανωτέρω περιορισμός δεν παραβιάζει την κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Συντάγματος αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και την αρχή της αναλογικότητας, αντιστοίχως, ούτε δε προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου για μια δίκαιη δίκη, αφού, μεταξύ του κατηγορουμένου, που αποτελεί διάδικο (άρθρο 70 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ.) και του Εισαγγελέα, που είναι δικαστικός λειτουργός (άρθρα 87 παρ. 3 και 88 παρ. 5 του Συντάγματος), υπάρχει ήδη διαφοροποίηση της ιδιότητάς τους και συνεπώς επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείρισή τους, με την χορήγηση στον εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 483 του Κ.Ποιν.Δ., κατά τις αναφερόμενες σ' αυτό διακρίσεις, του δικαιώματος να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, ακόμη και εκείνου, το οποίο δεν μπορεί να προσβληθεί από τον κατηγορούμενο και προς το συμφέρον προσέτι του τελευταίου, που, πάντως, δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία, καθόσον μπορεί, το μεν, με αίτησή του στον εισαγγελέα να ζητήσει την υπέρ αυτού και παρ' εκείνου άσκηση του μη επιτρεπόμενου σ' αυτόν (κατηγορούμενο) ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον βουλεύματος, το δε, διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προτείνει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου στην κύρια διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που θα εκδοθεί σε βάρος του (Α.Π. 1473/2022).
Εξάλλου, η θέσπιση περιορισμών στο δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι αυτά πρέπει να χορηγούνται κατόπιν στάθμισης αφενός μεν του συμφέροντος της Πολιτείας, που αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της όλης ποινικής διαδικασίας, αφετέρου δε εκείνου του πολίτη, εν προκειμένω του κατηγορουμένου, οπότε κατισχύει το πρώτο, καθόσον έτσι, προάγεται το δημόσιο συμφέρον, χωρίς, όμως, υπέρμετρη, με βάση τα προεκτεθέντα, απομείωση των δικονομικών δικαιωμάτων του πολίτη, ενώ, προσέτι, από τα άρθρα 2 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 (Φ.Ε.Κ. 89/12-6-1987, τεύχος πρώτο) και 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνάγεται ότι, δικαίωμα προσφυγής και επανεξέτασης της υπόθεσής του σε ανώτερη δικαιοδοσία έχει κάθε άνθρωπος, που καταδικάστηκε από δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή, όχι δε σε περίπτωση παραπομπής του από δικαστικά συμβούλια, δεδομένου ότι, ούτε το Σύνταγμα ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) ούτε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παρέχουν δικαίωμα απεριόριστης και δίχως χρονικούς περιορισμούς άσκησης ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και υφίσταται από τα παραπάνω νομοθετήματα καθορισμός περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας, χωρίς φραγμούς πρόσβασης σ' αυτούς (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 898/2021).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην προκείμενη υπόθεση με το υπ' αρ. 150/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η υπ' αρ. ΕΜ 71/2023 Έφεση του αναιρεσείοντος -εκκαλούντος - κατηγορουμένου Ε. Ρ. κατά του υπ' αρ. 3712/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 03/01/2019 αίτηση του αιτούντος αναιρεσείοντος.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών ισχυρίστηκε ότι κατόπιν της υπ' αρ. ΑΒΜ 2016/2738 έγκλησης της ανώνυμη εταιρείας με την επωνυμία "θυρεός ανταλλακτήρια συναλλάγματος α.ε." που κατατέθηκε στις 06/12/2016, ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, διατάχθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης την οποία ανέλαβε η 27Η πταισματοδίκης Αθηνών.
Ότι η τελευταία τον κάλεσε ενώπιον της στις 09/01/2017 για να λάβει γνώση της επίμαχης έγκλησης σε βάρος του και να παράσχει εξηγήσεις, εξεταζόμενος χωρίς όρκο . Ότι εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία και κατέθεσε την από 09/01/2017 έγγραφη αίτησή του, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί έγγραφο κατηγορητήριο προκειμένου να πληροφορηθεί με σαφήνεια, πληρότητα και ακρίβεια το περιεχόμενο των αδικημάτων που φερόταν ως ύποπτος ότι τέλεσε και να μπορέσει να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.
Ότι η ως άνω πταισματοδίκης του παρέδωσε ακριβή αντίγραφα των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, χωρίς όμως να του παραδώσει ακριβές αντίγραφο κατηγορητηρίου. Ότι, παρά ταύτα και ενώ η ίδια ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε κατηγορητήριο στην δικογραφία, τον υποχρέωσε να εξεταστεί χωρίς όρκο, παρέχοντάς του και την προσήκουσα προθεσμία για την κατάθεση εγγράφου υπομνήματος.
Ότι, πράγματι, την 11/01/2017 κατέθεσε ενώπιον της το υπό την αυτή ημερομηνία σημείωμα εξηγήσεων, χωρίς να γνωρίζει ποιες ήταν συγκεκριμένες κατηγορίες που του αποδίδονταν. Ότι στη συνέχεια η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών τον κάλεσε εκ νέου, δια της ως άνω πταισματοδίκη, σε συμπληρωματικές εξηγήσεις -τις οποίες ο ίδιος έδωσε - χωρίς να ικανοποιήσει το από 09/01/2017 αίτημά του για τη σύνταξη σε βάρος του κατηγορητηρίου.
Ότι, μετά ταύτα, η ποινική δικογραφία επιστράφηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών ο ίδιος δε τυχαία πληροφορήθηκε τη σύνταξη κατηγορητηρίου σε βάρος του. Ότι με τις ενέργειες αυτές τόσο η πταισματοδίκης Αθηνών όσο και η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την άρνησή τους να του χορηγήσουν ακριβές αντίγραφο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, πριν την παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του, έχουν παραβιάσει θεμελιώδη υπερασπιστικά του δικαιώματα ως υπόπτου με αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας και συγκεκριμένα της προκαταρκτικής εξέτασης και των 2 εγγράφων εξηγήσεων που παρείχε στο πλαίσιο της, κατ' άρθρον 101, 102, 104, 171 παρ. 1, 173 παρ. 2, 174 παρ. 1, 176 παρ. 1 και 273 παρ,2 ΚΠΔ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ισχυριζόμενος ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είναι αρμόδιο να κρίνει την αίτηση του διότι μέχρι την κατάθεση της δεν του είχε επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα και συνεπώς δεν είχε λάβει αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, ζήτησε να κηρυχθούν άκυρες η προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε σε βάρος του με βάση την ανωτέρω έγκληση της εταιρείας με την επωνυμία "θυρεός ανταλλακτήρια συναλλάγματος", οι δύο έγγραφες εξηγήσεις, που κατέθεσε αυτός ενώπιον της 27ης πταισματοδίκη Αθηνών, και η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του στη συνέχεια, με την παραπομπή του στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδόθηκαν με το παρανόμως συνταχθέν κλητήριο θέσπισμα.
Το προσβαλλόμενο με την έφεση υπ' αρ. 3712/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έκρινε την αίτηση αυτή, περί κήρυξης ακυροτήτων της προδικασίας, τυπικά δεκτή και στη συνέχεια την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη διότι έκρινε ότι πρόκειται περί παρεμπίπτοντος βουλεύματος το οποίο δεν προσβάλλεται κατά νόμο με έφεση, η άσκηση της οποίας είναι απαράδεκτη κατ' άρθρον 476 παρ.1 ΚΠΔ.
Έτι δε έκρινε ότι δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη τυχόν ακυρότητας της προδικασίας, η υπόθεση της οποίας δεν φέρεται παραδεκτά ενώπιον του. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο εκκαλών - κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Εν όψει όσων αναφέρθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό προς τούτο δικαίωμα και επί πλέον, στρέφεται κατά βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα.
Κατά συνέπειαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και παράλληλα, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας (άρθρο 476 παρ. 1 και 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/3/2024 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ν. Ρ., κατοίκου Αθηνών, οδός ... για αναίρεση του υπ' αριθ. 150/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία ασκήθηκε με κατάθεση του οικείου δικογράφου ενώπιον της γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, συνταχθείσας προς τούτο της από 7/2024 εκθέσεως εγχειρίσεως. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2025. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ