Legislator Case Law & Legislation
39/2022 AI generated

39/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 39/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

39/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση παραίτησης από την έφεση, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, η οποία είναι διετής κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο άρθρ. 1 του Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, αρχίζει από την επομένη της καταχώρησης της παραίτησης στα πρακτικά ή της επίδοσης του δικογράφου της δήλωσης παραίτησης από την ασκηθείσα έφεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 39/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ρ. του Ι. - Ι., κατοίκου ... (πρώην κατοίκου ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γεωργούντζου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ... και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 8-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή εκπροσώπησης του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι 517/2016 μη οριστική και 113/2017 οριστική αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία υπόκειται σε έφεση, δηλαδή είναι εκκλητή και όχι ανέκκλητη, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως, διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσας έφεσης, εφ' όσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της εκ νέου (ΟλΑΠ 473/83, ΑΠ 474/2016).

Σε περίπτωση παραίτησης από την έφεση, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, η οποία είναι διετής κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο άρθρ. 1 του Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, αρχίζει από την επομένη της καταχώρησης της παραίτησης στα πρακτικά ή της επίδοσης του δικογράφου της δήλωσης παραίτησης από την ασκηθείσα έφεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι της υπ' αριθμ. 113/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε η από 18-08-2017 (αριθμ. κατάθ. 504183/18-08-2017) έφεση του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της οποίας στις 12-3-2019 ο εκκαλών, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της έφεσης.

Ως εκ τούτου, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τις 13-3-2019, ήτοι από την επομένη ημέρα δημοσίευσης των πρακτικών του Εφετείου (άρθρ. 144 παρ 1 ΚΠολΔ), δηλαδή εντός της κατά τα προεκτιθέμενα νόμιμης διετούς προθεσμίας. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 2-7-2019, όπως τούτο προκύπτει από την από2-7-2019, έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ο δε περί εκπροθέσμου της αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. Α.Κ. σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν. 2238/1994, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωσή του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα.

Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητού, συνοδευομένης με βεβαίωση του ιδίου, ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαιτήσεως υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητού, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..

Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της ως άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαιτήσεως, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 ΚΠολΔ.

Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντιρρήσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαιτήσεως, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Δημόσιο (ΑΠ 1074/2019, ΑΠ 645/2017, ΑΠ 750/2017, ΑΠ 1245/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Όμως, οι περιορισμοί αυτοί, εκτός του ότι θα πρέπει να επιδιώκουν θεμιτό στόχο και να είναι ανάλογοι προς το στόχο αυτό, θα πρέπει να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Και δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος αυτού οι προϋποθέσεις και περιορισμοί, που τίθενται στα ένδικα βοηθήματα των ανακοπών των άρθρων 73 επ. του ΚΕΔΕ, διότι ο εκχωρούμενος οφειλέτης έχει τη δυνατότητα άσκησης και άλλου ενδίκου βοηθήματος και δη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 904 του ΑΚ, προκειμένου να κριθούν όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα σχετικά με τη διαφορά, στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας (πρβλ.

ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005, ΟλΑΠ 29/2002, ΑΠ 1329/2014, ΑΠ 1886/2006). Κατά δε το άρθρο 904 εδ. α' και β' του ΑΚ: "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή δημιουργείται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Ως νόμιμη αιτία, κατά το άρθρο 904 του ΑΚ, ορίζεται κάθε γεγονός, που παρέχει τη σύμφωνη με την έννομη τάξη δικαιολογία για την οριστική διατήρηση του πλουτισμού στην περιουσία του λήπτη.

Βέβαια, το άρθρο 904 δεν προσδιορίζει το ίδιο το πότε συντρέχουν τέτοια γεγονότα. Αυτά θα αναζητούνται στις διατάξεις εκτός εκείνων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λαμβανομένων παράλληλα υπόψη και των στόχων του θεσμού αυτού. Γίνεται δε δεκτό, ότι νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά την έκφραση του νόμου, δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ 1438/2014, 1351/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 15-7-2015 αγωγή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει του από 5-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης η εταιρεία "...", της οποίας ήταν τότε (ο ενάγων) νόμιμος διαχειριστής, μίσθωσε ένα οικόπεδο με το επ' αυτού κατάστημα στην ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η μισθώτρια ως επαγγελματική στέγη υγειονομικού ενδιαφέροντος.

Ότι μετά την ανώμαλη εξέλιξη της μίσθωσης εξαιτίας της ακύρωσης της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του μισθίου καταστήματος και της επακολουθήσασας σφράγισής του, η μισθώτρια εταιρεία αποχώρησε από αυτό την 1-4-2011. Ότι από την απόδοση του μισθίου στους εκμισθωτές και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του από αυτούς τον Απρίλιο του 2011 λύθηκε η μίσθωση και έπαψε να υφίσταται υποχρέωση της μισθώτριας για καταβολή μισθώματος, ενώ σε κάθε περίπτωση από την 1-4-2011 και εφεξής έπαψε να υφίσταται υποχρέωση της μισθώτριας για καταβολή μισθώματος λόγω ελαττωμάτων του μισθίου και άσκησης από τη μισθώτρια των δικαιωμάτων του άρθρου 576 του ΑΚ με σχετική δήλωσή της προς τους εκμισθωτές.

Ότι, παρά ταύτα, οι εκμισθωτές εκχώρησαν δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 7 και 20 του Ν 2238/1994 προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (εν προκειμένω στη ΔΟΥ ...) δήθεν οφειλόμενα μισθώματα της ανωτέρω μισθώτριας εταιρείας προς αυτούς του από 1-4-2011 έως 31-12-2012 χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού 188.018,24 ευρώ.

Ότι στις 3-2-2015 το εναγόμενο κοινοποίησε στη μισθώτρια και σ' αυτόν προσωπικά ατομική "ειδοποίηση καταβολής - υπερημερίας". Ότι ο ίδιος (ενάγων), όχι από ελεύθερη βούληση αλλά προς αποφυγή του κινδύνου λήψης αναγκαστικών μέτρων σε βάρος του και άσκησης κατ' αυτού ποινικής δίωξης για οφειλές προς το Δημόσιο, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας, αλλά και ενόψει της δέσμευσης όλων των ατομικών τραπεζικών λογαριασμών του από το Δημόσιο, κατέβαλε αυθημερόν (3-2-2015) το σύνολο της ανωτέρω βεβαιωθείσας οφειλής στο εναγόμενο, έτσι ώστε το τελευταίο πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας του, καθόσον ουδεμία οφειλή από μισθώματα είχε η μισθώτρια κατά τα προεκτιθέμενα.

Ότι επικουρικά, και εάν ήθελε γίνει δεκτή η ύπαρξη υποχρέωσης της μισθώτριας για καταβολή των ανωτέρω μισθωμάτων, το εναγόμενο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του κατά το ποσό των 78.167,79 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα των τριών (εκ των τεσσάρων) συνεκμισθωτών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012, ελλείψει δόσης πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους στον τέταρτο εξ αυτών προς υπογραφή (για λογαριασμό τους) των σχετικών δηλώσεων εκχώρησης των ισόποσων μισθωμάτων (26.055,93 χ 3 = 78.167,79 €) προς το εναγόμενο.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει νομιμοτόκως, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 188.018,24 ευρώ, άλλως το ποσό των 78.167,79 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 113/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 18-08- 2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της οποίας παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής με προφορική δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθμ. 244/12-03-2019 πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η από 15-7-2015 αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της ως προς τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, θεμελιώνει τη νομική βασιμότητα της αξίωσης του ενάγοντος στη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτήν, η ύπαρξη του πλουτισμού του αναιρεσίβλητου εναγομένου, η επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας του και η έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Ειδικότερα αναφέρεται, ότι προς αποφυγή λήψης αναγκαστικών μέτρων σε βάρος του, ως νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας, και άσκησης κατ' αυτού ποινικής δίωξης για βεβαιωμένα χρέη, αλλά και λόγω δέσμευσης των τραπεζικών του λογαριασμών από το εναγόμενο, ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει στο τελευταίο από την ατομική του περιουσία το εκτιθέμενο ποσό, κατά το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, καθόσον τα εκχωρηθέντα σ' αυτό μισθώματα δεν οφείλονταν λόγω λήξης της μίσθωσης και αποχώρησης της μισθώτριας από το μίσθιο κατάστημα πριν από το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο φέρονται ως οφειλόμενα τα μισθώματα, άλλως λόγω άσκησης εκ μέρους της μισθώτριας του κατ' άρθρο 576 του ΑΚ δικαιώματός της για μη καταβολή μισθωμάτων λόγω ελαττώματος του μισθίου.

Η υπό κρίση δε αξίωσή του θεμελιώνεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη ανακοπής του ΚΕΔΕ σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, καθόσον οι ανακοπές των άρθρων 73 επ. του ΚΕΔΕ δεν αποκλείουν τον εκχωρούμενο οφειλέτη από την άσκηση της αξίωσής του για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού με αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 904 του ΑΚ.

Άλλωστε, ο Ν 2238/1994 παρέχει τη νόμιμη αιτία στην κτήση του πλουτισμού όχι όμως και στην οριστική διατήρησή του, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 αυτού, με την εκχώρηση των μισθωμάτων, το Δημόσιο υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητού, ως ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως εκ τούτου, ο λήπτης αποκτά την αξίωση, κατά το μέτρο που την είχε ο εκχωρητής έναντι του οφειλέτη - εκμισθωτή. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία, ότι ο ενάγων είχε μόνο το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του ΚΕΔΕ και ότι η εγκυρότητα της κοινοποιηθείσας σ' αυτόν "ατομικής ειδοποίησης καταβολής - υπερημερίας" όχι μόνο δεν αναιρέθηκε, αλλά ούτε καν προσβλήθηκε με την εν λόγω ανακοπή, παραβλέποντας, μάλιστα, τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι εξαναγκάσθηκε στην καταβολή του αιτούμενου ποσού για τους προεκτεθέντες λόγους, έσφαλε κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 455 επ., 904 επ.

του ΑΚ, 1 παρ. 2 και 2 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), 4 παρ. 7 του Ν 2238/1994 και 20 του Συντάγματος, σύμφωνα με το βάσιμο με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτο μέρος του 1ου λόγου της αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ένδικο μέσο), καθώς και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1443/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε, με επάλληλη αιτιολογία, την αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον έκρινε, ότι δόθηκε αντάλλαγμα από το λήπτη του πλουτισμού Ελληνικό Δημόσιο στους εκμισθωτές εκχωρητές με την απαλλαγή των τελευταίων από τη φορολογική τους υποχρέωση προς καταβολή του αναλογούντος στα εκχωρηθέντα μισθώματα φόρου.

Εντούτοις, στην αγωγή δεν γίνεται μνεία περί ανταλλάγματος εκ μέρους του Δημοσίου προς τους εκμισθωτές, με τη μορφή της απαλλαγής των εκμισθωτών από τη σχετική φορολογική υποχρέωσή τους, πολύ δε περισσότερο στην αγωγή δεν εκτίθεται το ύψος της εν λόγω απαλλαγής από το φόρο, καθόσον κατά το μέρος που υπολείπεται του καταβληθέντος ποσού, διατηρείται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Συνακολούθως, το τυχόν αντάλλαγμα, το οποίο συνιστά γεγονός, που έχει ουσιώδη επίδραση στη δίκη, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά την έρευνα του νόμω βασίμου της αγωγής. Πάντως, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του Ν 2238/1994, η εκχώρηση των ανείσπρακτων μισθωμάτων γίνεται στο Δημόσιο από τον εκμισθωτή χωρίς αντάλλαγμα.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, η προσβαλλομένη, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη λόγω δόσης ανταλλάγματος εκ μέρους του λήπτη του πλουτισμού στους εκμισθωτές - εκχωρητές, προσβάλλεται επιτυχώς και ως προς την επάλληλη αιτιολογία της, διότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το βάσιμο 3ο λόγο της αναίρεσης.

Συνεπώς, ο 1ος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, και ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω ερευνηθέντων λόγων (που έγιναν δεκτοί) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του άλλων λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, το αναιρεσίβλητο, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ και άρθρ. 22 Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 113/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Ειδική Διαδικασία Μισθωτικών Διαφορών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ