Legislator Case Law & Legislation
39/2021 AI generated

Supreme Court allows revocation of gifts due to ingratitude based on medical neglect and elderly care failure.

Case Number 39/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Third-instance Court of Evvia's decision rejecting a revocation of gifts claim. The appellant argued the appellee's refusal to visit him during acute health crises constituted ingratitude under Article 505 of the Civil Code. The Court agreed, finding the appellee's conduct socially unacceptable given the appellant's age and isolation, thereby overturning the lower court's dismissal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505 and 512 of the Civil Code; gifts made from a special moral duty or for reasons of propriety cannot be revoked, but revocation is permitted when ingratitude is proven through conduct that contradicts prevailing social notions of morality and propriety.

Keywords

AI generated
revocation of gifts ingratitude moral duty health neglect Civil Code social propriety supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 505 of the Civil Code
Article 512 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Θ., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Παπαχαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ., συζύγου Ε. Χ., το γένος Μ. και Δ. Ρ., κατοίκου … . Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-07-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 50/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 07-07-2016 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι έγκυρη η ανάκληση των δωρεών στις οποίες είχε προβεί προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω επιδειχθείσας αχάριστης από αυτήν συμπεριφοράς και να υποχρεωθεί αυτή, με καταδίκη σε δήλωση βούλησης, να του αναμεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 89/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 50/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, η οποία απέρριψε στην ουσία της την έφεση. Κατά της απόφασης αυτής βάλλει ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

[Β] Κατά το άρθρο 512 ΑΚ «δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν». Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Το ηθικό καθήκον πρέπει να είναι ιδιαίτερο. Δεν αρκεί, δηλαδή, το κοινό ηθικό καθήκον, το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνάνθρωπους του, αλλά πρέπει να συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Στις δωρεές αυτές εμπίπτει, κατά την έννοια της προηγουμένης διάταξης και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από τον δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει εκ του νόμου αμοιβή από τον δωρητή για την παροχή τους.

Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλόμενους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.

Έτσι μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώριση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν τον χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (ΑΠ 2054/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 968/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή η στον σύζυγο η στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν.

Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια.

Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 654/2011, AΠ 1758/2011).

Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 648/2008, ΑΠ 155/1995).

Περαιτέρω, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 2054/2014).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, ειδικότερα, υπάρχει όταν η νομική έννοια, η οποία αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για τον εφαρμοστέο κανόνα, αναφέρεται μεν στην ελάσσονα πρόταση αλλά χωρίς να εξειδικεύεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά και όταν τα αναφερόμενα περιστατικά δεν επαρκούν για να στηρίξουν την εξειδίκευση της νομικής έννοιας-προϋπόθεσης ή είναι αντιφατικά (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 5/1990, ΑΠ 5/1994).

[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 50/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«_Οι διάδικοι τυγχάνουν συγγενείς τρίτου βαθμού, και ειδικότερα, η εναγόμενη - εφεσίβλητη είναι ανιψιά του ενάγοντος - εκκαλούντος, θυγατέρα της αδερφής του Δ.. Ο ενάγων, γεννηθείς την 28-02-1926, κάτοικος … Γερμανίας, εγκαταστάθηκε μόνιμα με τη σύζυγό του Μπρ., το έτος 1980, στη γενέτειρά του, … Δήμου ... Εύβοιας. Δεν είχαν αποκτήσει τέκνα, κατά συνέπεια, από το έτος 2003 οπότε αποβίωσε η σύζυγός του, ο ενάγων σε ηλικία 82 ετών κατοικούσε μόνος του. Ήδη από το έτος 2008, ο ενάγων - προφανώς ευκατάστατος - είχε προβεί σε δωρεές προς τα δώδεκα (12) ανίψια του, είτε ακινήτων, είτε μετρητών χρημάτων και λιρών, ενώ κατά τα έτη 2011 και 2012 είχε δώρισε στον Ι.Ν. Αγίας ... το ποσό των 100.000 ευρώ στη μνήμη των γονέων και της συζύγου του. Τη μεγαλύτερη, ωστόσο, εύνοιά του είχε κερδίσει η εναγόμενη ανιψιά του στην οποία είχε δωρίσει τρία (3) ακίνητα, η ταυτότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, και συγκεκριμένα :

α) δυνάμει του …/3.6.2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ταμυναίων, Αφροδίτης Ντεβράκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ψιλή κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλεως στην κτηματική περιφέρεια … στη θέση "...", εκτάσεως 3.736,42 τμ.,

β) δυνάμει του .../15.10.2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερέτριας, Μαρίας συζ. Ευ. Μανή, το γένος Γ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά πλήρη κυριότητα, ένα οικόπεδο εντός των ορίων του οικισμού του Δ.Δ. ... στη θέση "...", εκτάσεως 4.568,21 τμ. και

γ) δυνάμει του …/2.11.2015 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλκίδας με έδρα την ..., Ευαγγελίας - Αναστασίας Μανή, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ψιλή κυριότητα, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο εκτάσεως 585,37 τμ. με την εντός αυτού διώροφη οικία (μεζονέτα), εντός των ορίων του οικισμού ..., το οποίο αποτελούσε την κύρια αυτού κατοικία.

Στα ανωτέρω συμβόλαια έχει αναγραφεί ότι παραιτείται ο δωρητής (ενάγων) από κάθε δικαίωμα για την ανάκλησή τους, αναγνωρίζοντας ότι αυτές (δωρεές) έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας προς την εναγομένη, στο δε τρίτο από αυτά, επιπλέον με τον όρο ότι : «να μη μεταφερθεί ο δωρητής ποτέ σε κανένα γηροκομείο οποιαδήποτε και αν είναι η κατάσταση της υγείας του, να παραμείνει η οικιακή βοηθός του μέχρι το θάνατό του για την εξυπηρέτησή του (τα έξοδα της οποίας θα καλύπτονται από τη σύνταξη του δωρητή) και να καλύψει η δωρεοδόχος όλα τα έξοδα νοσηλείας και κηδείας του δωρητή, ειδικά δε για τα έξοδα κηδείας να χρησιμοποιήσει η δωρεοδόχος οποιοδήποτε επίδομα ή αποζημίωση από οποιοδήποτε Ταμείο (δωρητή), εντός και εκτός Ελλάδος».

Περαιτέρω, ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή ότι η παραπάνω δήλωσή του ενώπιον των συμβολαιογράφων, ότι οι επίμαχες δωρεές έγιναν από ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, δεν έγινε στα σοβαρά αλλά φαινομενικά (εικονικά), η αληθινή δε, βούλησή του, την οποία γνώριζε και αποδέχθηκε η εναγομένη, ήταν ότι οι ανωτέρω δωρεές έγιναν με την προοπτική ότι η τελευταία θα του συμπαραστέκεται τόσο ψυχικά, όσο και έμπρακτα στο μέλλον, ενόψει της ηλικίας του (90 ετών το έτος 2015), της επιδείνωσης της υγείας του και του γεγονότος ότι ήταν άτεκνος και είχε αποβιώσει η σύζυγός του.

Επίσης, επικαλείται ότι την 22-03-2016, και ενώ είχε αποχωρήσει πρόσκαιρα η οικιακή του βοηθός για την πατρίδα της, γεγονός που γνώριζε η εναγομένη, τηλεφώνησε στην τελευταία και την κάλεσε να μεταβεί στην οικία του προκειμένου να τον συνοδέψει σε γιατρό, καθόσον είχε παρατηρήσει ότι είχε αιματηρές κενώσεις.

Ότι η εναγομένη δεν το έπραξε, επικαλούμενη αδυναμία του συζύγου της να την μεταφέρει από τον … όπου κατοικούν, στην …, όταν δε, της είπε να μισθώσει ταξί και πάλι αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι δε το θεωρεί αναγκαίο. Ότι αποτέλεσμα της αδιαφορίας της εναγομένης ήταν να εξασθενήσει ο οργανισμός του και μετά από δύο ημέρες να πέσει και να χτυπήσει στα πλευρά και το χέρι του, οπότε τον επισκέφθηκε ο ανιψιός του Θ.

Η., ο οποίος κάλεσε γιατρό να τον περιθάλψει. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης αποτελεί έμπρακτη εκδήλωση της αχαριστίας της και βαρύ, σε βάρος του, παράπτωμα, λόγω των οποίων ανακάλεσε τις ανωτέρω δωρεές κοινοποιώντας σε αυτή την από 29-03-2016 εξώδικη διαμαρτυρία του - πρόσκληση με δήλωση ανάκλησης δωρεάς, την οποία η τελευταία δεν αποδέχθηκε.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, τόσο κατά την ερμηνεία του άρθρου 512 ΑΚ, όσο και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνοντας ότι οι επίμαχες δωρεές έγιναν λόγω ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και λόγους ευπρέπειας του ιδίου προς την εναγομένη, που συνίστανται στις φροντίδες που του παρείχε η τελευταία από το έτος 2008, αφού, διαχρονικά διατηρούσε (ενάγων) οικιακή βοηθό που τον εξυπηρετούσε στις οικιακές εργασίες, η δε εναγομένη, εκμεταλλευόταν την οικία του προκειμένου να διαμένει Σαββατοκύριακα και τις διακοπές με την οικογένεια της στην …, απολαμβάνοντας, ταυτόχρονα, τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού.

Επίσης, παραπονείται ο ενάγων ότι δεν εκτιμήθηκαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι μαρτυρίες που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε. Σχετικά με τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η στενή κοινωνική, φιλική και εν γένει σχέση εμπιστοσύνης των διαδίκων είχε ξεκινήσει πολύ πριν το έτος 2009, όπως αποδεικνύεται από τα τρία (3) από 13-05-2009, 15-08-2009 και 23-12-2010 προσκομιζόμενα από την εναγομένη, σε απλή φωτοτυπία έγγραφα, τα οποία έχουν συνταχθεί από τον ενάγοντα και τιτλοφορούνται «Η διαθήκη μου», η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε.

Ανεξάρτητα από το εάν τα έγγραφα αυτά θα ισχύσουν ως έγκυρα προς το περιεχόμενο, ή ακόμα και εάν τα αφαίρεσε εν αγνοία του η εναγόμενη από την κατοχή του (όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων), σε αυτά αποτυπώνεται η στενή σχέση εμπιστοσύνης και ευγνωμοσύνης του ενάγοντα προς την εναγόμενη, αφού με το πρώτο από αυτά ορίζει αυτή ως «πληρεξούσια να κατανείμει την περιουσία του», και την κατονομάζει κληρονόμο στην οικία του στην ...

και στο κτήμα στα "...", στο δεύτερο από αυτά την ορίζει ως κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του με ορισμένες υποχρεώσεις προς τρίτους, ενώ στο τελευταίο, ανακαλώντας τα προηγούμενα, την ορίζει «μοναδική κληρονόμο σε κινητά και ακίνητα [...] η οποία μου παραστέκεται όλα τα χρόνια». Προσκομίζει, επίσης, η εναγομένη χειρόγραφο σημείωμα του ενάγοντος στο οποίο της παρέχει οδηγίες για τις ενέργειες που οφείλει να προβεί μετά το θάνατό του ενώπιον των Γερμανικών αρχών.

Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται ότι η στενή σχέση των διαδίκων, άρχεται, τουλάχιστον από το έτος 2007, ήτοι ένα έτος πριν το θάνατο της συζύγου του ενάγοντα (όπως καταθέτει η, κατά το χρόνο εκείνο, οικιακή βοηθός του Ντ. Γ. στην …/2016 ένορκη βεβαίωση) και συνίστατο σε επισκέψεις ανελλιπώς κάθε Σαββατοκύριακο της ενάγουσας και του συζύγου της από τον ..., όπου κατοικούσαν, στην ..., προκειμένου να συντροφεύουν τον ενάγοντα και τη σύζυγό του.

Μετά δε την απώλεια της τελευταίας διανυκτέρευαν με τον ενάγοντα. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες διέμεναν μαζί του περισσότερες ημέρες. Κατά τις επισκέψεις τους, έφερναν δώρα και σπιτικό φαγητό και φρόντιζαν όλες τις εκκρεμότητες του ενάγοντα, μέχρι την επίσκεψή τους το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και ενισχύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων, για τις οποίες παραπονείται ότι δεν εκτιμήθηκαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, η ανιψιά του ενάγοντα Ά.

Μ. (βλ. σχετ. την .../2016 ένορκη βεβαίωση) και ο ανιψιός του Θ. Μ. (βλ. σχετ. την .../2016 ένορκη βεβαίωση) καταθέτουν ότι η εναγομένη διέμενε με το σύζυγό της και τα παιδιά της στον ... και επισκεπτόταν τον ενάγοντα συχνά και πριν ο ενάγων προσλάβει οικιακή βοηθό, έμεναν μαζί του Σαββατοκύριακα στην οικία του. Ο τελευταίος επιβεβαιώνει, επίσης, ότι λόγω της ιδιαίτερης εύνοιας που απολάμβανε η εναγόμενη από τον ενάγοντα, ο τελευταίος την είχε συνδικαιούχο στον τραπεζικό συνταξιοδοτικό του λογαριασμό.

Η δε συγχωριανή του ενάγοντα Α. Κ., που κατά χρονικά διαστήματα από το 2004 έως το 2007 και από το 2008 έως το 2013 πήγαινε στην οικία του ενάγοντα δύο φορές εβδομαδιαίως για να εκτελέσει οικιακές εργασίες καταθέτει (βλ. σχετ. την .../2016 ένορκη βεβαίωση) ότι όλα τα χρόνια που μπαινόβγαινε στο σπίτι του ενάγοντα ποτέ δεν είδε την εναγομένη να του βάζει πλυντήριο ή να του σιδερώνει ρούχα.

Έβλεπε, όμως, ότι τον επισκεπτόταν τα Σαββατοκύριακα και κάποιες φορές του έφερνε κάποιο φαγητό όχι βέβαια για να καλύπτει τις ανάγκες όλης της εβδομάδας. Οι ανωτέρω μάρτυρες αποδίδουν την ιδιαίτερη εύνοια του ενάγοντα προς την εναγομένη (σε σχέση με τα λοιπά ανίψια του όπως οι ίδιοι), στο ότι ο πρώτος είχε "πεισθεί" από τη δεύτερη ότι θα του συμπαραστεκόταν στα γηρατειά του, χωρίς να εξειδικεύουν τον τρόπο με τον οποίο αυτή τον είχε πείσει, αν όχι με την έμπρακτη και μακροχρόνια συμπαράσταση σ' αυτόν, την οποία και οι ίδιοι ομολογούν.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι συνδέονταν στενά μεταξύ τους, σχέση που δημιουργήθηκε και εκδηλωνόταν με τη συνεχή, τουλάχιστον επί οκταετία (2007-2015) προθυμία της εναγόμενης να εξυπηρετεί τον ενάγοντα όποτε είχε ανάγκη, είτε σε πρακτικά ζητήματα, είτε συντροφεύοντας αυτόν, παρέχοντας του φροντίδα, ασφάλεια και ψυχική επαφή, τα οποία είχε ανάγκη λόγω της μεγάλης ηλικίας και της μοναχικότητας του, συναισθήματα που δεν αναπληρώνονται από την παρουσία οικιακών βοηθών.

Η σχέση αυτή προϋπήρχε των επίμαχων δωρεών, οι οποίες έγιναν από τον ενάγοντα ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες και τις φροντίδες που του είχε προσφέρει η εναγόμενη, από τις οποίες άντλησε ευχαρίστηση, προέβη δε σε αυτές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας. Και μπορεί μεν, ο ενάγων να προσέβλεπε στη σχέση αυτή μέχρι το θάνατό του (αφού είχε δώσει οδηγίες στην εναγομένη για τον τρόπο που θα ενεργήσει μετά από αυτόν), οι επίμαχες δωρεές ωστόσο, είχαν το χαρακτήρα ανταμοιβής για την ήδη μακροχρόνια, επί οκταετία τουλάχιστον φροντίδα και συμπαράσταση που είχε απολαύσει και ωφεληθεί στο παρελθόν από την εναγομένη και δεν έγιναν με την προοπτική της μελλοντικής συμπαράστασης της εναγομένης σ' αυτόν, όπως όψιμα ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή.

Σύμφωνα με τα παραπάνω τυγχάνει απορριπτέος ο πρώτος λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, πέραν του ότι, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των επίδικων δωρεών ως γενομένων από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας δεν δικαιολογεί την ανάκληση τους κατ' άρθρο 512 ΑΚ, δεν αποδείχθηκε το βαρύ παράπτωμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, της εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος και δη υπό την επικαλούμενη μορφή της αχαριστίας λόγω αδιαφορίας για την υγεία του, όπως αβάσιμα επικαλείται με το δεύτερο λόγο εφέσεως.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων επικαλείται ότι την 22-03-2016, οπότε διαπίστωσε ότι είχε αιματηρές κενώσεις, κάλεσε τηλεφωνικά την εναγομένη να πάει από τον ... στην ... να τον συνοδεύσει σε γιατρό και εκείνη αρνήθηκε και, ότι λόγω της αρνήσεώς της, εξασθένησε ο οργανισμός του με αποτέλεσμα να πέσει μετά από δύο ημέρες (ήτοι 24-03-2016) και να χτυπήσει στο χέρι και στα πλευρά.

Η ανωτέρω άρνηση της εναγομένης, αφενός μεν, αποτελεί μεμονωμένη συμπεριφορά, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται άλλα αντίστοιχα περιστατικά στο παρελθόν, αφετέρου δε, δεν αποδεικνύεται ότι συνδέεται αιτιωδώς με την πτώση του ενάγοντα. Ο τελευταίος, ειδικότερα, δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο (ιατρικό πιστοποιητικό, ιατρική συνταγή κλπ) από το οποίο να αποδεικνύεται το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας του, την αιτία που προκάλεσε αυτό, πως το αντιμετώπισε και ότι αυτό υπήρξε η αιτία της πτώσης του.

Επικαλείται τη μαρτυρία του ιατρού γενικής ιατρικής, Ι. Κ. (βλ. σχετ. την .../2018 ένορκη βεβαίωση) ο οποίος επιβεβαιώνει ότι ο ενάγων είχε υποστεί εξάρθρωση ώμου λόγω πτώσης εντός της οικίας του, περαιτέρω όμως, αναφορικά με το πρόβλημα των αιματηρών κενώσεων που καταθέτει ότι του ανέφερε ο ενάγων ως πιθανή αιτία της πτώσης του, το οποίο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής μπορεί να είναι πολύ σοβαρό, δεν αναφέρει τίποτα πχ.

ότι το διαπίστωσε ή ότι συνέστησε στον ενάγοντα να επισκεφθεί ιατρό ή νοσοκομείο. Αντίθετα, η εναγομένη αποδεικνύει με πλήθος ιατρικών εγγράφων ότι τον Μάρτιο του έτους 2016 αντιμετώπιζε ο σύζυγός της καρδιακό πρόβλημα λόγω του οποίου έχρηζε και αυτός φροντίδας και δε μπορούσε να οδηγήσει ώστε να την μεταφέρει στην ... (όπως άλλωστε δικαιολογήθηκε στον ενάγοντα).

Σε κάθε περίπτωση ο ενάγων, προκειμένου να αποφύγει την επιδείνωση της υγείας του μπορούσε να καλέσει γιατρό στο σπίτι, ή να καλέσει κάποιο άλλο από τα ανίψια του που κατοικούν στην ... να τον εξυπηρετήσει. Το γεγονός, μάλιστα, ότι δεν κάλεσε σε βοήθεια κάποιο άλλο από τα ανίψια του που κατοικούν πλησίον του στην ..., τους οποίους είχε επίσης ευεργετήσει, και δη, την Ά. (θυγατέρα της αδερφής του Π.), το Θ. (γιό του αδερφού του Κ.) ή τη Β.

Μ., αλλά επέμεινε στην προσέλευση της εναγόμενης από τον ..., δείχνει ακριβώς τη στενή σχέση που είχε καλλιεργηθεί επί έτη μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, από το μεμονωμένο αυτό περιστατικό δε συνάγεται συμπεριφορά αχαριστίας της εναγόμενης, τέτοια που να αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης της προς τον ενάγοντα και βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί, αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή της προς αυτόν που αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Περαιτέρω, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, το ύφος της από 13-04-2016 εξώδικης απάντησης - διαμαρτυρίας της εναγόμενης είναι πράγματι σε ορισμένα σημεία αιχμηρό (πανδαμάτωρ χρόνος, σεναριακής έμπνευσης άτεχνο αφήγημα, πιθανή εκφυλιστική ασθένεια), ωστόσο δικαιολογείται από το κακό κλίμα που αιφνιδίως δημιουργήθηκε ανάμεσα στους διαδίκους, και ειδικότερα, από τα παρακάτω γεγονότα που προηγήθηκαν αυτού:

Ήδη από την 16η-03-2016 η εναγομένη, ειδοποιούμενη από τον ξάδερφό της Θ. Η., ότι είχε αναχωρήσει πρόσκαιρα η οικιακή βοηθός του ενάγοντα, επισκέφθηκε τον τελευταίο με το γιό της με σκοπό να διαμείνει μαζί του, αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντάς της ότι θα την ειδοποιούσε αν παρίστατο ανάγκη. Μεσολάβησε το τηλεφώνημα του ενάγοντος στην εναγόμενη την 22-03-2016 και το περιστατικό της πτώσης του την 24-03-2016, και την 26-03-2016, όταν τον επισκέφτηκε η εναγομένη με σκοπό να διαμείνει μαζί του για να τον προσέχει, εκείνος ουσιαστικά την έδιωξε, λέγοντάς της, ενώπιον του γιού της και τρίτων συγγενών, ότι δεν επιθυμούσε να μείνει μαζί του διότι πίστευε ότι θα τον δηλητηρίαζε.

Στη συνέχεια, την 01-04-2016 της απέστειλε με δικαστικό επιμελητή την από 29-03-2016 εξώδικη δήλωση - ανάκληση δωρεάς δηλώνοντας ότι θεωρεί τη συμπεριφορά της ως αχάριστη και ανακαλεί τις γενόμενες προς αυτή δωρεές. Οι ανωτέρω μεταβάσεις της εναγομένης στην ... αποδεικνύονται από τις αποδείξεις διοδίων που προσκομίζει.

Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη την προγενέστερη απότομη και αναιτιολόγητη - για την εναγομένη - συμπεριφορά του ενάγοντα απέναντι της, το αιχμηρό ύφος της εξώδικης απάντησής της δε συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, απορριπτομένου και του δευτέρου λόγου της εφέσεως. [...]_».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθώς στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σ` αυτή ασαφείς και ελλιπείς παραδοχές ως προς περιστατικά αναγκαία για την αξιολόγηση και την κρίση αν συντρέχουν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 512 Α.Κ.

Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης οι επίμαχες δωρεές έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας και είχαν το χαρακτήρα ανταμοιβής για την ήδη μακροχρόνια, επί οκταετία τουλάχιστον φροντίδα και συμπαράσταση που ο ενάγων είχε απολαύσει και ωφεληθεί στο παρελθόν από την εναγομένη.

Οι παροχές δε της τελευταίας προς τον ενάγοντα συνίσταντο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, σε επισκέψεις ανελλιπώς κάθε Σαββατοκύριακο της ίδιας και του συζύγου της από τον ..., όπου κατοικούσαν, στην ..., προκειμένου να συντροφεύουν τον ενάγοντα και τη σύζυγό του, μετά την απώλεια της οποίας διανυκτέρευαν με τον ενάγοντα, καθώς και σε διαμονή μαζί του περισσότερες ημέρες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ κατά τις επισκέψεις τους αυτές έφερναν δώρα και σπιτικό φαγητό και φρόντιζαν όλες τις εκκρεμότητες του ενάγοντα, μέχρι την επίσκεψή τους το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Ωστόσο, από τις παραπάνω παραδοχές ουδόλως καταφάσκεται το επικαλούμενο από την εναγομένη ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και οι λόγοι ευπρέπειας που προσέδωσαν ανταποδοτικό χαρακτήρα στις επίμαχες δωρεές και υπαγόρευσαν στον ενάγοντα να προβεί στην κατάρτισή τους. Ειδικότερα, οι πιο πάνω υπηρεσίες που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι πρόσφερε η εναγομένη στον ενάγοντα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν, σύμφωνα με τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγο ευπρέπειας που να επιβάλλουν στον ενάγοντα υποχρέωση να προβεί σε ανταποδοτικές δωρεές και μάλιστα υψηλής αξίας, ήτοι δωρεά ακινήτων συνολικής αντικειμενικής αξίας 112.520,74 ευρώ.

Επομένως, μολονότι οι διάδικοι προσέδωσαν με τα παραπάνω συμβόλαια τέτοιο χαρακτήρα στις δωρεές, δηλαδή ως επιβαλλόμενες από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις και, κατ` ακολουθία, η ρήτρα που αναγράφηκε σ αυτά περί παραίτησης του δωρητή από το δικαίωμά του να ανακαλέσει τις δωρεές είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης (από τον αριθμό 19 κατ' ορθή εκτίμηση και όχι 1) κατά το πρώτο σκέλος του.

Περαιτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και όσον αφορά την κρίση του περί του ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά αχαριστία, δεχόμενο, με επάλληλη αιτιολογία, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ούτε οι νόμιμοι όροι εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το βαρύ παράπτωμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, της εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος και δη υπό την επικαλούμενη μορφή της αχαριστίας λόγω αδιαφορίας για την υγεία του. Τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η άρνηση της εναγομένης να μεταβεί, από τον ...

στην ..., τόσο στις 22-03-2016, όταν ο ενάγων την κάλεσε τηλεφωνικά να πάει επειδή διαπίστωσε ότι είχε αιματηρές κενώσεις, όσο και στις 24.3.2016, όταν λόγω της εξασθένησης του οργανισμού του, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, έπεσε και χτύπησε στο χέρι και στα πλευρά (εξάρθρωση ώμου), αποτελεί μεμονωμένη συμπεριφορά ενώ επίσης οι αιματηρές κενώσεις δεν αποδεικνύεται ότι συνδέονται αιτιωδώς με την πτώση του ενάγοντος.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 505 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά της εναγομένης είναι αποδοκιμαστέα κοινωνικά και αντιβαίνει στις επικρατούσες αντιλήψεις γύρω από την ηθική και την ευπρέπεια.

Ειδικότερα, η εν λόγω συμπεριφορά συνδυαζόμενη με τις λοιπές επικρατούσες ειδικές συνθήκες που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα την ηλικία του ενάγοντος (90 ετών), το γεγονός ότι ζούσε μόνος του, (η οικιακή βοηθός του είχε μεταβεί πρόσκαιρα στην πατρίδα της), την αξία των δωρεών και τα δύο περιστατικά προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε ο ενάγων (στις 22 και στις 24-03-2016), συνιστά βαρύ παράπτωμα και υπάγεται στην έννοια της αχαριστίας που δικαιολογεί την ανάκληση των δωρεών.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός και ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με αποτέλεσμα να πλήττονται επιτυχώς και οι δύο-επάλληλες-αιτιολογίες της απόφασης.

Κατόπιν αυτών και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 Κ.ΠολΔ. παρέλκουσας της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ` αυτόν (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο, σχετικό, αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 50/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Εύβοιας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ