39/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated39/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Full text
Απόφαση 39 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Διακογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. Σ., 2. Ν. Δ. Κ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Αποστολίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 818/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 79/2013 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-4-2014 αίτησή του που επανήλθε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 19-7-2019 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αναστασία Περιστεράκη, ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεση της Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ744/2019,ΑΠ 1663/2010).
Αντίθετα από την διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την επέκταση του δεδικασμένου επί των προδικαστικών ζητημάτων απαιτείται το προδικαστικό ζήτημα να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Δηλαδή το ζήτημα, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης, ήτοι το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, το δε κύριο ζήτημα την έννομη συνέπεια αυτού που δέχθηκε ή απέρριψε το Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 10/2002).Εξάλλου ,από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι` αυτά.
Δεν αφορά συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους για την υποβοήθηση της κρίσεως του δικαστηρίου επί του δικαιώματος, για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής περί νομής (αποβολής ή διαταράξεως) αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος επί του πράγματος κατά το χρόνο της προσβολής, όχι δε και το δικαίωμα κυριότητος επί του ίδιου πράγματος ή την άγουσα σε κτήση τέτοιου δικαιώματος νομή χρησικτησίας.
Η τυχόν δε εξέταση από το δικάσαν την αγωγή περί νομής δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών προς υποβοήθηση της κρίσεώς του περί της εριζόμενης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της προσβολής (αποβολής ή διαταράξεως) δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της αποφάσεως ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ1125/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 7-4-2014 αίτηση αναίρεσης ο Μ. Κ. ζητεί την αναίρεση της 74/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 ΚΠοΛΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8-7-2008 αγωγή του, αιτούμενος να αναγνωριστεί νομέας του περιγραφόμενου εκεί ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν τη νομή του ακινήτου αυτού από την οποία παράνομα τον απέβαλαν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 818/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος και τον αναγνώρισε νομέα του επίδικου ακινήτου υποχρεώνοντας τους αναιρεσίβλητους στην απόδοση σ'αυτόν της νομής του εν λόγω ακινήτου. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 24-7-2011 έφεση παραπονούμενοι για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη 79/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1993 μέχρι την 2-9-2007 που παράνομα αποβλήθηκε από τους αναιρεσίβλητους, έκανε δεκτή την αγωγή του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει ομοία κρίση.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης, παρότι είναι ο νικήσας διάδικος αιτούμενος την αναίρεσή της κατά την αιτιολογία της με την οποία έγινε δεκτό ότι αυτός νέμεται το επίδικο ακίνητο από το έτος 1993 και όχι από το 1990 όπως αυτός ισχυρίζεται, με την αγωγή του, η οποία (αιτιολογία) παράγει δεδικασμένο γι'αυτόν στη δίκη για την αναγνώριση της κυριότητας αυτού επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Οι αναιρεσίβλητοι έχουν ασκήσει κατά του αναιρεσείοντος την από 28-5-2012 αγωγή αναγνωριστική της κυριότητας τους επί του επιδίκου ακινήτου και ο αναιρεσείων έχει ασκήσει την από 7-6-2013 αγωγή αναγνωρίσεως του δικαιώματός του κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Με το αίτημα αυτό η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την άσκησή της, δεδομένου ότι από την τελεσίδικη απόφαση που έκρινε επί του δικαιώματος νομής του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου δεν παράγεται δεδικασμένο για τη δίκη αναγνώρισης της κυριότητας των διαδίκων επ'αυτού, όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495κ ΚΠοΛΔ) και να συμψηφιστούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα λόγω της συγγενικής τους σχέσης (αδέλφια), κατά τα άρθρα 179,183 και 191παρ 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2014 αίτηση αναίρεσης του Μ. Κ. κατά της 79/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ