39/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated39/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και στον ηττώμενο αναιρεσείοντα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 495 παρ.3,176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
Full text
Απόφαση 39 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Λεβεντάκο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ., 2.Χ. Α. του Κ., 3.Γ. Α. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Παπαθανασίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 296/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 15-2-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την ισχύουσα και εδώ εφαρμοζομένη (μετά την τροποποίηση) διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων βάλλει κατά της 296/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, το οποίο δίκασε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 2/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ερυθρών, εν τοιαύτη περιπτώσει έχουσας εφαρμογή της νυν ισχύουσας και προαναφερόμενη διατάξεως 560 ΚΠολΔ.
Της διατάξεως δε αυτής εκτιμάται ότι γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα στο κρισιολογούμενο αναιρετήριο δικόγραφό του. Εν τούτοις ο τελευταίος με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αιτιάται ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραδοχής ουσιωδών, αλλ'αναποδείκτων ισχυρισμών των εναγομένων (τώρα αναιρεσιβλήτων).
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, τούτου δοθέντος, καθόσον η πλημμέλεια αυτή (υπ'αρ. 10) δεν προβλέπεται στο άνω άρθρο. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει, ότι το δικαστήριο με την πληττομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψιν του (όλα τα) επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (κατά τις αναφερόμενες σε έκαστο λόγο αναιρέσεως διακρίσεις αυτών) και έτσι υπέπεσε στην κατ'άρ. 11 πλημμέλεια.
Και αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι η συγκεκριμένη πλημμέλεια δεν συμπεριλαμβάνεται στο πεδίον προβλέψεως της άνω διατάξεως. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων καταλογίζει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψιν "την ένσταση παραγραφής καθόσον από την προσκομιζόμενη αεροφωτογραφία του έτους 1983 (δημόσιο έγγραφο) αποδεικνύεται ότι από το έτος αυτό και μέχρι το 2011 υφίσταται αμπέλι και όχι άλλης μορφής καλλιέργεια όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι".
Ως εκ τούτου, κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετείται η υπ'αρ. 5 (όπως εκτιμάται, του άρθρ. 560 ΚΠολΔ) πλημμέλεια. Εν τούτοις, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση του πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαλαμβάνονται, σε αυτό οι επί του ζητήματος αντίστοιχες παραδοχές, ως ακολούθως: "Οι ισχυρισμοί του μάρτυρα του εναγομένου ότι όταν ο εναγόμενος πατέρας του ισχυρίστηκε ενώπιον του αστυνομικού οργάνου ότι καταπάτησε μέρος του επιδίκου αγρού εννοούσε ότι τον αντήλλαξε, καθώς και ότι όταν ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του αγρονόμου ότι η ανταλλαγή έγινε το έτος 1965 (και όχι το έτος 1987, όπως εκ των υστέρων ισχυρίστηκε) "έκανε πάλι λάθος", δεν κρίνονται πειστικοί υπό του Δικαστηρίου.
Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι απέκτησε τον επίδικο αγρό το έτος 1987, κατόπιν ανταλλαγής, που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και του Ν. Δ., προκύπτουν μόνο από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, ο οποίος τυγχάνει υιός του, ενώ δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Τέλος, τα ακίνητα που περιγράφονται στα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο α) υπ' αριθ. 30…/1980 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου … Β.
Ψ. και β) υπ' αριθ. 655…/15-09-1998 συμβόλαιο σύστασης επικαρπίας της Συμβολαιογράφου … Μ. Δ., δεν αποδεικνύεται ότι είναι όμορα του επιδίκου και ότι δεν πρόκειται για άλλα ακίνητα στην ευρύτερη περιοχή. Κατόπιν αυτών, η ένσταση παραγραφής του δικαιώματος των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος νέμεται το επίδικο εν μέρει από το έτος 1960 και εν μέρει από το έτος 1987, όπως ισχυρίστηκε, ώστε να μην υφίσταται δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων, οι οποίοι, βάσει όσων προαναφέρθηκαν, έχουν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".
Η προμνησθείσα επισκόπηση αναδεικνύει το απαράδεκτο και αυτού του λόγου αναιρέσεως, του δικαστηρίου έχοντος (διεξοδικώς μάλιστα) απαντήσει επί της προειπωθείσης ενστάσεως, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αδοκίμως όμως κατά τα άνω εκτιθέμενα. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι "το δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν έλαβε υπόψιν του αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερον, δεν έλαβε υπόψιν του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων καθόσον από την προσκομιζόμενη αεροφωτογραφία του έτους 1983 (δημόσιο έγγραφο) αποδεικνύεται ότι από το έτος αυτό και μέχρι το 2011 υφίσταται αμπέλι και όχι άλλης μορφής καλλιέργεια όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι".
Ο αναιρεσείων στον προρρηθέντα λόγο αναιρέσεως υπό το άνω περιεχόμενό του αιτιάται ότι το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στην υπ'αρ. 5 (όπως εκτιμάται του άρθρ. 560 ΚΠολΔ) πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφασιν της προειπωθείσης πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς απυρόβλητη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και στον ηττώμενο αναιρεσείοντα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 495 παρ.3,176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2017 αίτηση του Β. Τ. περί αναιρέσεως της 296/2016 αποφάσεως του (ως εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ