Legislator Case Law & Legislation
39/2016 AI generated

39/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 39/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 39 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάν...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Δήμου Παπάγου-Χολαργού, εδρεύοντος στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως εκπροσωπουμένου, καθολικού διαδόχου του πρώην αυτοτελούς Δήμου Παπάγου (άρθρα 1,2 και 283 του Ν.3852/2010-Πρόγραμμα ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ), που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Γεωργακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος (Α.Ο.Ο.Α)" που εδρεύει στο Δήμο Παπάγου-Χολαργού και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Κοσμόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2) "Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατού (ΤΑΣ) πρώην "Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατού Ξηράς" (ΤΑΣΞ) αποτελούντος ήδη "Ειδικό Λογαριασμό του Μετοχικού Ταμείου Στρατού", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το "Μετοχικό Ταμείο Στρατού", ως καθολικού αυτού διαδόχου, και 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Μετοχικό Ταμείο Στρατού (ΜΤΣ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουκουζέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 13/1/2003 πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1396/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5759/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος με την από 9/2/2009 αίτηση και τους από 6/12/2010 προσθέτους λόγους του.

Εκδόθηκε η 919/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 25-5-2015 κλήση του αναιρεσείοντος Δήμου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 11/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9/2/2009 αίτησης και των από 6/12/2010 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, για αναίρεση της υπ' αρ. 5759/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια των 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή προσκομίζεται η απαιτουμένη κατά το άρθρο 103 παρ. 2 εδ. στ, του κατά το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης ισχύοντος Ν3463/2006 περί "Κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" άδεια της Νομαρχιακής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου Παπάγου με αριθμό 16/6.3.2012, με την οποία εγκρίνεται η από 12.2.2009 άσκηση της ένδικης αναιρέσεως. Ενόψει τούτων η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔικ).

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔικ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4 και 570 παρ.3 του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Για το παραδεκτό όμως της ασκήσεώς τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως προθεσμία. Ως ημέρα συζητήσεως της αναιρέσεως, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔικ, εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία, σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεως των προσθέτων λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των οποίων το δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-12-2010, ήτοι πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23.2.2011 δεν προκύπτει ότι επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους, καθόσον ο αναιρεσείων και βαρυνόμενος προς τούτο Δήμος δεν προσκομίζει τις οικείες εκθέσεις επιδόσεως. Ενόψει τούτων οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντ "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", κατά δε το άρθρο 24 παρ. 1 "η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 του ισχύοντος κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (2001) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΠΔ 410/1995), η διοίκηση όλων των τοπικών υποθέσεων ανήκει στη αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, κύρια μέριμνα των οποίων αποτελεί η προαγωγή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των πολιτιστικών και πνευματικών ενδιαφερόντων των κατοίκων της. Στην αρμοδιότητα αυτή των Δήμων ανήκουν ιδίως, μεταξύ άλλων, η προστασία της ζωής και της υγείας των κατοίκων τους, η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, η κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία δημοτικών, κοινοτικών και λαϊκών αγορών κλπ, καθώς και η ενώπιον πάσης Αρχής και Δικαστηρίου εκπροσώπηση των κατοίκων τους, κατά την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων και δικαιωμάτων τους. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 690/1948 "οι κοινόχρηστοι χώροι, οι καθοριζόμενοι υπό των εγκριθέντων, επισπεύσει των ιδιοκτητών των οικείων εκτάσεων, σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινή χρήση από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτους σχεδίου του συνοικισμού". Τα ίδια ισχύουν αναλόγως κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου και για τα οικόπεδα, τα προοριζόμενα κατά τα αυτά ως άνω σχέδια, για την ανέγερση κοινής ωφελείας κτιρίων, των οποίων η κυριότητα, νομή και κατοχή θεωρείται μεταβιβαζομένη στα αρμόδια προς ανέγερση των κοινής ωφελείας κτιρίων νομικά πρόσωπα, με τη φροντίδα των οποίων γίνεται και η μεταγραφή. Περαιτέρω κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, απαγορεύεται κάθε μεταβίβαση της κυριότητας των γηπέδων, που προορίζονται από τα στάδια ρυμοτομίας, για τους αναφερόμενους στις παρ. 1, 2, 3 και 5 σκοπούς. Κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει ως αντικείμενο απαγορευομένη , κατά τα άνω, μεταβίβαση κυριότητας είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη. Κατά την παρ. 8 του αυτού άρθρου τα ως άνω εφαρμόζονται και επί των συνοικισμών που θα εγκριθούν ή και θα επεκταθούν και γενικά των σχεδίων πόλεων και κωμοπόλεων, με την επίσπευση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή και των ιδιοκτητών των εκτάσεων. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι όταν πρόκειται για οικόπεδο που ανήκει στον ιδιοκτήτη με την επίσπευση του οποίου εγκρίνεται το σχέδιο πόλεως και προορίζεται κατά το ίδιο σχέδιο, για την ανέγερση κτιρίου κοινής ωφελείας, όπως είναι και τα κτίρια αγοράς, που εξυπηρετούν τις σχετικές βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού, δεν επέρχεται καμμία μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου του οικοπέδου, όταν αρμόδιο νομικό πρόσωπο για την ανέγερση των εν λόγω κτιρίων, είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο, που είναι ιδιοκτήτης του οικοπέδου. Τέτοια περίπτωση υπάρχει, όταν πρόκειται για ανέγερση κτιρίων αγοράς για την εξυπηρέτηση των αναγκών των οικιστών του συνοικισμού Παπάγου, σε οικόπεδο του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος (ΑΟΟΑ) που αποτελεί ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 1 ΑΝ 1563/1950), με την επίσπευση του οποίου εγκρίνεται το σχέδιο πόλεως, σε έκταση που περιλαμβάνει το άνω οικόπεδο, με την επίσπευση του οποίου εγκρίνεται το σχέδιο πόλεως, σε έκταση που περιλαμβάνει το άνω οικόπεδο, δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ΑΝ 1563/1950 και 3 παρ. 2 ΝΔ 2906/1954, αρμόδιο νομικό πρόσωπο για την ανέγερση των κτιρίων της προαναφερόμενης αγοράς είναι ο ίδιος ο ΑΟΟΑ, αφού σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, στην έννοια των στεγαστικών επιδιώξεων του ΑΟΟΑ, περιλαμβάνεται και η ανέγερση οικοδομών ή η διασκευή χώρων, που εξυπηρετούν τις γενικές βιοτικές ανάγκες των οικιστών. Οι διατάξεις αυτές (άρθρο 3 παρ 2 ΝΔ 2906/1954) ως ειδικές, κατισχύουν των γενικών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα για τις αρμοδιότητες των Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρα 21 παρ 1 περ 1 του ΝΔ 2888/1954, 23 παρ 1 περ θ του ΠΔ 933/1975, 24 παρ 1 Π Δ/τος 410/1955) μεταξύ των οποίων είναι και η κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία δημοτικών, κοινοτικών και λαϊκών αγορών. Εξ ετέρου η προαναφερθείσα ακυρότητα της παρά τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του ΝΔ 690/1948 συναπτόμενης δικαιοπραξίας είναι απόλυτη και ισχύει υπέρ και κατά παντός και γι' αυτό μπορεί να την επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ενώ το δικαίωμα για επίκλησή της δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό (παραγραφή, αποσβεστική προθεσμία), αλλά μόνο σε αποδυνάμωση. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔικ και 174, 180 ΑΚ προκύπτει ότι και ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος στη σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ άλλων, έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητάς της, όταν γι' αυτό έχει έννομο συμφέρον, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διάταξη νόμου του αποκλείει το δικαίωμα αυτό. Το έννομο δε συμφέρον του, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις, και γενικά υπάρχει, όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης, υπάρχει αβεβαιότητα, ως προς ορισμένη έννομη σχέση του και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μέλλοντος περιστατικού, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητας και σύμβασης. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς, είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Το έννομο συμφέρον όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔικ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για το αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των, ενώπιόν του επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα Δήμο κατά των αναιρεσιβλήτων αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των δικαιοπραξιών που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγομένων και αφορούσαν σε χώρους που κατά το ρυμοτομικό σχέδιο ήταν κοινόχρηστοι και περί αναγνωρίσεως της επ' αυτών κυριότητας του Δήμου και της αρμοδιότητάς του για την επ' αυτών ανέγερση κτιρίων κοινής ωφελείας και επικουρικά περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του, επί του εναπομείναντος εδαφικού χώρου του πρώτου από τα ακίνητα αυτά, μετά την πώληση του υπολοίπου του. "Με επίσπευση του πρώτου εναγομένου "Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος" (ΑΟΟΑ) που ιδρύθηκε με σκοπό την παροχή ιδιόκτητης κατοικίας στους αξιωματικούς του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος, εγκρίθηκε αρχικά με το από 27-1-1953 Β.Δ/μα το ρυμοτομικό σχέδιο του τότε Συνοικισμού Παπάγου Αττικής, το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τα από 17-10-1964 και από 8-9-1966 Β.Δ/τα και εντάχθηκε στο σχέδιο αυτό έκταση από 4.387 στρέμματα στην περιοχή του Στρατοπέδου "Γουδί", που παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στον Α.Ο.Ο.Α για τον άνω σκοπό από το Ταμείο Εθνικής Αμύνης (Τ.ΕΘ.Α). Με το από 8-9-1966 Β.Δ. και το διάγραμμα που το συνοδεύει καθορίστηκαν οι κοινόχρηστοι χώροι προς δημιουργία οδών, πλατειών, αλσών, παιδικών χαρών κλπ, καθώς και χώρος για τη δημιουργία "αγοράς", δηλαδή για την ανέγερση κτιρίων κοινής ωφελείας, για την εξασφάλιση των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών των κατοίκων. Ως τέτοιος χώρος προβλέφθηκε με το ως άνω διάταγμα το Ο.Τ ..., όπως αυτό φαίνεται στο παραπάνω διάγραμμα με την ένδειξη "αγορά", καθώς και με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Παπάγου, έχει δε επιφάνεια 3.996 τετραγωνικών μέτρων. Σε τμήμα του χώρου αυτού από 2438 τετραγ. μέτρα, ο Α.Ο.Ο.Α ανήγειρε κτίσμα επιφανείας 276 τετρ. μέτρων, το οποίο λειτουργεί ως λέσχη των απόστρατων αξιωματικών και εστιατόριο.

Εξ άλλου με το από 5-7-1969 Β.Δ και το διάγραμμα που το συνοδεύει, με το οποίο εγκρίθηκε η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου στην παραπάνω περιοχή, με την επίσπευση του Α.Ο.Ο.Α, προβλέφθηκε ως χώρος για τη δημιουργία "αγοράς", εδαφική έκταση 1977,60 τετραγ. μέτρων, όπως αυτή φαίνεται χωρίς αριθμό Ο.Τ στο ως άνω διάγραμμα με την ένδειξη "αγορά", καθώς και με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Α στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Παπάγου. Μεταξύ των προϋποθέσεων για την έγκριση της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου υπήρξε, όπως προκύπτει από το ως άνω διάταγμα, η σύνταξη της υπ' αριθμό .../1969 πράξης του συμ/φου Αθηνών Αθανασίου Αθανασούλη, με την οποία ο Α.Ο.Ο.Α παραιτήθηκε από το δικαίωμα αποζημιώσεως για τους κοινόχρηστους χώρους και τους προοριζόμενους για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων.

Με την από 12-12-1978 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία έστρεψε κατά του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Στρατού Ξηράς (Τ.Α.Σ.Ξ) και του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Μ'Τ.Σ), η Κοινότητα Παπάγου Αττικής ζήτησε να αναγνωριστεί αυτή κυρία του παραπάνω ... Ο.Τ, που κατά την αγωγή αυτή έχει επιφάνεια 2438 τετραγ. μέτρων και να υποχρεωθούν τα εναγόμενα Ταμεία να της αποδώσουν το ακίνητο αυτό, για το λόγο ότι μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου έγινε κοινόχρηστος χώρος, για τη δημιουργία αγοράς, δηλαδή για την εξυπηρέτηση των βασικών βιοτικών αναγκών των κατοίκων της Κοινότητας, και συνεπώς περιήλθε στην κυριότητά της, ως κατά νόμο αρμόδιου νομικού προσώπου για την ανέγερση κτιρίου κοινής ωφελείας και έλαβε το χαρακτήρα πράγματος εκτός συναλλαγής, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη η μεταβίβασή του, η οποία περαιτέρω απαγορεύεται και από Ν.Δ 690/1948.

Προς απόκρουση της παραπάνω αγωγής τα εναγόμενα Ταμεία προσεπικάλεσαν στη δίκη τον Α.Ο.Ο.Α, ως δικονομικό εγγυητή, ο οποίος τους μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ακίνητο, και ο οποίος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτών και κατά της ενάγουσας Κοινότητας Παπάγου. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την αγωγή, τις προσεπικλήσεις και την πρόσθετη παρέμβαση εξέδωσε την υπ' αριθμό 19113/1979 απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ μετά την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής εκδόθηκε η 133/1980 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που απέρριψε την έφεση και στη συνέχεια, κατόπιν αναιρέσεως κατά της τελευταίας, η 505/1982 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση για αναίρεση, κρίνοντας ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν 1563/1950 και 3 παρ.2 του Ν.Δ/τος 2906/1954, που αφορούν τον Α.Ο.Ο.Α, από τις οποίες η τελευταία ορίζει ότι στην έννοια των στεγαστικών επιδιώξεων του Α. Ο. Ο Α περιλαμβάνεται και η ανέγερση οικοδομών, ή διασκευή χώρων εξυπηρετικών των γενικών βιοτικών αναγκών των οικιστών, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1 του Ν.Δ 690/1948, αρμόδιο νομικό πρόσωπο για την ανέγερση του κοινής ωφελείας κτιρίου της αγοράς στο επίδικο Ο.Τ. ... είναι ο Α.Ο.Ο.Α, και έτσι, η κυριότητα νομή και κατοχή αυτού, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται σ' αυτόν.

Έτσι, με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, κρίθηκε τελεσίδικα, αλλά και αμετάκλητα ότι η Κοινότητα Παπάγου Αττικής δεν είναι αρμόδια για την ανέγερση του κτιρίου της αγοράς στο επίδικο Ο.Τ. ..., και συνεπώς ότι δεν έχει περιέλθει σ' αυτή, με την ένταξη στο σχέδιο πόλεως, η κυριότητα του ίδιου Ο.Τ.

Το δεδικασμένο αυτό δεσμεύει τον ενάγοντα Δήμο Παπάγου, ως διάδοχο της Κοινότητας Παπάγου για την άσκηση νέας αγωγής εναντίον των δεύτερου και τρίτου εναγομένων Ταμείων, δεδομένου ότι η νέα αγωγή, δηλαδή η ένδικη, στηρίζεται στην ίδια νομική και πραγματική αιτία με την προαναφερόμενη (άρθρα 321,322,324,325αρ.2 ΚΠολ.Δ),όσον αφορά το ... Ο.Τ , ενώ δεν δεσμεύει τον Α.Ο.Ο.Α, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων στην πρώτη δίκη, διότι αυτός παρέμεινε τρίτος σε σχέση με τους αρχικούς διαδίκους της δίκης αυτής, από δε την έκβαση της εξαρτιόταν μόνο η ευθύνη του ως δικονομικού εγγυητή και δεν επηρεάζονταν οι έννομες σχέσεις του με την Κοινότητα Παπάγου (βλ.ΑΠ 1159/2003 στη ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1248/1998 Ελλ.Δ/νη 40-805).

Συνεπώς η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου μόνο ως προς τα εναγόμενα Ταμεία, ως προς τα αιτήματα της να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι ο μόνος κατά νόμο αρμόδιος φορέας προς ανέγερση του κτιρίου κοινής ωφελείας στο Ο.Τ ... και για αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος στο ίδιο Ο.Τ . Το Πρωτόδικο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τα εναγόμενα ταμεία και ως προς τα προαναφερόμενα αιτήματά της, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, γι αυτό και ο πρώτος λόγος εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, σε σχέση με το επικουρικό αίτημα να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος της εδαφικής λωρίδας, εκτάσεως 1558 τ.μ, που περιβάλλει περιμετρικά το χώρο του ... Ο.Τ (των 2438 τ.μ), και αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο των ως άνω αποφάσεων, οι οποίες έκριναν την έννομη σχέση της κυριότητας ολόκληρου του επίδικου χώρου, που καταλαμβάνει το ... Ο.Τ, όπως αυτός φαίνεται στο διάγραμμα, που συνοδεύει το προαναφερόμενο από 8-9-1966 διάταγμα, έχει δε έκταση, όπως συνομολογεί και ο ενάγων 3.996 τετραγ. μέτρα.

Συνεπώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο, που απέρριψε το αίτημα αυτό, έστω και με διαφορετική δικαιολογία, δεν έσφαλε, γι' αυτό αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες με τις ορθές, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος εφέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω όμως από την ίδια απόφαση, δεν κρίθηκε το εάν ο Α.Ο.Ο.Α είχε δικαίωμα πωλήσεως του επιδίκου .ακινήτου, ούτε η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως αυτού προς το δεύτερο εναγόμενο, ήτοι το Ταμείο Αλληλοβοήθειας Στρατού Ξηράς (Τ.Α.Σ.Ξ) και εν συνεχεία από το δεύτερο στο τρίτο εναγόμενο Μετοχικό Ταμείο Στρατού (Μ.Τ.Σ), γι αυτό και από την εν λόγω απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τα ως άνω ζητήματα. Επίσης δεν κρίθηκε η αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τον άλλο επίδικο, ήτοι το χωρίς αριθμό Ο.Τ χώρο, των 1977,60 τετραγ. μέτρων.

Όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να εγκριθεί η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου με το από 5-7-1969 διάταγμα, με το οποίο προβλέφθηκε και καθορίστηκε στη ζώνη "Ζ" αυτού η έκταση των 1977,60 τετραγ.μέτρων για δημιουργία αγοράς, ο Α.Ο.Ο.Α με την υπ' αριθμό .../31-5-1969 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Αθανασούλη, που κυρώθηκε από το προαναφερόμενο διάταγμα, παραιτήθηκε από κάθε απαίτηση για αποζημίωση από μέρους της Κοινότητος Παπάγου, ή του Δημοσίου, ή οποιουδήποτε τρίτου για τους χώρους που καταλαμβάνονται από οδούς και πλατείες που ανήκουν στην ιδιοκτησία του, με σκοπό να αποτελέσουν οι άνω χώροι και να καταστούν με την πράξη αυτή ρητά και χωρίς καμμιά αποζημίωση κοινόχρηστοι χώροι του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητος Παπάγου, περιερχόμενοι στην κοινή χρήση. Με την ίδια πράξη ο Α.Ο.Ο.Α παραιτήθηκε και από το δικαίωμα αποζημίωσης για τους χώρους τους προβλεπόμενους και προοριζόμενους από το ίδιο σχέδιο για την ανέγερση διαφόρων κοινωφελών κτιρίων (π.χ εκκλησιών, σχολείων, παιδικής χαράς κλπ) και τους παραχώρησε ελεύθερους παντός βάρους, υποθήκης, προσημειώσεως, κατασχέσεως συντηρητικής και αναγκαστικής, δουλείας πάσης φύσεως, ρυμοτομίας και αποζημιώσεως από αυτήν προκειμένου να εξασφαλιστεί η κοινή χρήση και η εκτέλεση των διαφόρων κοινωφελών κτιρίων ή έργων επί των παραχωρουμένων με την πράξη αυτή χώρων. Έτσι, σε σχέση με τους προαναφερόμενους χώρους για την ανέγερση των παραπάνω κοινωφελών κτιρίων, αυτοί με την καθιέρωσή τους ως χώροι κοινής ωφελείας του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας Παπάγου και την παραίτηση του Α.Ο.ΟΑ από οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως για την κατάληψή τους από την Κοινότητα Παπάγου, περιήλθαν στην κυριότητα της Κοινότητας Παπάγου και κατέστησαν πράγματα εκτός συναλλαγής, (βλ.Α.Π 1415/1997 σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α). Όμως δεν ισχύει το ίδιο ως προς το χώρο τον προοριζόμενο για την ανέγερση του κοινωφελούς κτιρίου της αγοράς, ως προς τον οποίο δεν έγινε αναφορά στην παραπάνω πράξη παραιτήσεως, αφού αρμόδιος για την ανέγερση κτιρίου αγοράς επ' αυτού, σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο, (όπως αυτός τροποποιήθηκε, κατά τα παραπάνω) είναι ο Α.Ο.Ο.Α (βλ. την προαναφερόμενη 505/1982 απόφαση του Αρείου Πάγου), με συνέπεια η κυριότητα αυτού να μην περιέλθει στην κυριότητα της παραπάνω Κοινότητας και στη συνέχεια του ενάγοντα Δήμου Παπάγου, που τη διαδέχθηκε.

Συνεπώς η αγωγή ως προς το πρώτο και τρίτο αιτήματα και κατά το μέρος που αφορούν τον επίδικο χώρο των 1977,60 τετραγ. μέτρων δεν είναι νόμιμη, το δε Πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γι αυτό ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αριθμ. 19113/1979 τελεσίδικη (και αμετάκλητη) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεσμεύει τους κατά τη δίκη εκείνη διαδίκους ήτοι τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) Δήμο και το δεύτερο και τρίτο των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) ο Δήμος δεν είναι αρμόδιος για την ανέγερση του κτιρίου της αγοράς στο επίδικο ΟΤ ... και στην όλη επιφάνειά του των 3996 τμ και ότι δεν έχει περιέλθει σ' αυτόν η κυριότητα του εν λόγω ΟΤ μετά την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως. Προσέτι δέχθηκε ότι η αγωγή ως προς τα ίδια αιτήματα και το ίδιο ΟΤ δεν είναι νόμιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, ενώ προσέτι δεν είναι νόμιμη για τα ίδια αιτήματα (ως προς όλους τους διαδίκους) ως προς το έτερο ακίνητο των 1977,60 τμ. Στη συνέχεια ο τέταρτος λόγος της εφέσεως και κατά το μέρος που αυτός αφορούσε το ζήτημα της εγκυρότητας της μεταβιβάσεως από τον πρώτο εναγόμενο (ΑΟΟΑ) στο δεύτερο εναγόμενο Ταμείο του τμήματος των 2438τμ του ΟΤ ... και της εν συνεχεία εγκυρότητας της μεταβιβάσεως του 1/2 του ακινήτου αυτού από το δεύτερο εναγόμενο στον τρίτο, δεν ερευνήθηκε από την εκκαλουμένη, η οποία ερεύνησε τον λόγο αυτό εφέσεως μόνο ως προς την εγκυρότητα των μεταβιβάσεων μεταξύ των ίδιων συμβληθέντων του χώρου των 1977,60 τμ. Ως προς το αίτημα αυτό, που είναι και το αντικείμενο του μοναδικού λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, ο οποίος (λόγος) και μόνο ερευνάται μετά την απόρριψη ως απαραδέκτων των προσθέτων λόγων, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

"Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι με το υπ' αριθμό .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Αθανασούλη, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, ο πρώτος εναγόμενος (Α.Ο.Ο.Α.) μεταβίβασε τον ως άνω χώρο των 1977,60 τμ στο δεύτερο εναγόμενο Ταμείο Αλληλοβοηθείας Στρατού Ξηράς, αυτό δε στη συνέχεια με το υπ' αριθμό .../1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Γκιόκα, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, μεταβίβασε τον ίδιο χώρο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο τρίτο εναγόμενο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, το οποίο ήδη, κατά τα παραπάνω έχει διαδεχθεί το δεύτερο εναγόμενο. Οι μεταβιβάσεις αυτές, που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο ενάγων Δήμος δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητάς τους, αφού η κυριότητα του ακινήτου δεν θα περιέλθει σ' αυτόν, ενώ το γεγονός ότι σ' αυτό θα ανεγερθεί εμπορικό κέντρο που θα προσβάλλει και θα υποβαθμίσει το περιβάλλον, δεν του παρέχει δικαίωμα να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας των παραπάνω συμβολαίων, επικαλούμενος τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, (άρθρα 20 και 24 παρ. 1), αλλά κάθε ιδιώτης-πολίτης του Δήμου Παπάγου έχει δικαίωμα, επικαλούμενος τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες για την προστασία της προσωπικότητάς του να ζητήσει την παύση των εργασιών, που προσβάλλουν και υποβαθμίζουν το περιβάλλον. (βλ. και την Εφ.Αθ. 10592/1995 Αρμ.1996-1498).

Συνεπώς η αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω πωλητηρίων συμβολαίων και κατά το μέρος που αφορούν τη μεταβίβαση του προαναφερομένου επίδικου ακινήτου, είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και αφού ως προς το ζήτημα αυτό αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης (που είχε απορρίψει κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη) την επικύρωσε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον οικείο λόγο εφέσεως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1, 24 παρ1 του Συντ, 24 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΠΔ 410/1995) και 68 και 70 του ΚΠολΔικ, καθόσον δεν τις εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα αρκούσαν για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων-ενάγων ως FISCUS και αρμόδιος για τη διαχείριση της περιουσίας και των ιδιωτικών υποθέσεων του Δήμου δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την αναγνώριση της ακυρότητας των ενδίκων μεταβιβάσεων, μολονότι όμως δέχθηκε ότι είναι νόμιμα λειτουργών ΟΤΑ και ότι συνακόλουθα ως IMPERIUM έχει όλες τις παρεχόμενες από το Σύνταγμα και τον ισχύοντα κατά τον ένδικο χρόνο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων εξουσίες, κατά παράβαση των προεκτεθεισών διατάξεων, δέχθηκε ότι δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ένδικης ακυρότητας, ενώ αυτός είναι επιφορτισμένος εξ ιδίου δικαίου (24 ΚΔΚ), με την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος (που υπάρχει κίνδυνος να υποβαθμιστεί από την ανέγερση στους ένδικους χώρους πολυωρόφων κτιρίων), καθώς και την εξασφάλιση της προστασίας της ζωής και της υγείας των πολιτών του και την επιδίωξη γι' αυτούς καλυτέρων συνθηκών διαβιώσεως. Ενόψει τούτων ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και κατά τις αιτιάσεις του από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Συνακόλουθα η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προαναφερθέν μέρος της (ήτοι της μεταβίβασης των 1977,60τμ και μόνο - καθόσον το περί κυριότητάς τους αίτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της αναιρέσεως - πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δήμου (άρθρο 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔικ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β' 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτους τους από 6.12.2010 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5759/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί κατά ένα μέρος την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ