Legislator Case Law & Legislation
39/2015 AI generated

39/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 39/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

39/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δ' του ιδίου π.δ/τος 34/1995 προκύπτει ότι η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από μελλοντική συμπεριφορά του δικαιούχου της αξίωσης και συγκεκριμένα αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπροθέσμως την κατ' άρθρο 599 § 1 και 608 § 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου, με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 39/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. ΟΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μελέτιο Φώτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, κατά παραδοχή των δεύτερου και πέμπτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση κατ' αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ/τος 34/1995, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 ν. 4242/2014, η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Λύση της εμπορικής μισθώσεως είναι δυνατόν να επέλθει, μετά την κατάρτιση αυτής, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με νεώτερη συμφωνία των μερών, η οποία υπάρχει και όταν, προ της παρελεύσεως του συμβατικού ή νομίμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει, με σκοπό την λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ 236/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του π.δ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 §§ 14 και 15 του ν. 2741/1999, προκύπτει: α) ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή, κι' αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων περιπτώσεων, όταν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών χωρίς να ασκηθεί η περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών.

Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη, της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12 + 4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία.

Νομοθετικός σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή, αφού, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 2741/1999 "σε αυτή την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε (ο μισθωτής) την άϋλη αυτή εμπορική αξία". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 61 περ.

δ' του ιδίου π.δ/τος 34/1995 προκύπτει ότι η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από μελλοντική συμπεριφορά του δικαιούχου της αξίωσης και συγκεκριμένα αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπροθέσμως την κατ' άρθρο 599 § 1 και 608 § 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου, με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική.

Η εννεάμηνη προθεσμία δεν συνιστά παραγραφή, αλλ' αποσβεστική προθεσμία, αφού με την τήρηση ή τη μη τήρησή της συνάπτονται διαπλαστικά αποτελέσματα, η οριστική λήξη ή η παράταση της μίσθωσης (ΑΠ 288/2010). Επομένως η παρέλευση αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 280 Α.Κ., που ορίζει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος.

Η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη". Από την ίδια διάταξη επίσης του άρθρου 61 περ. δ' του ίδιου π.δ/τος προκύπτει ότι η σχετική αξίωση του εκμισθωτή πρέπει να ασκηθεί μόνο μετά τη λήξη - συμπλήρωση της δωδεκαετίας από την έναρξη της μίσθωσης και μάλιστα σε αποκλειστικό χρονικό διάστημα 9 μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας, δεν είναι δε νοητή η άσκηση της ίδιας αξίωσης ούτε πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, αφού τότε δεν έχει επέλθει η λήξη της μίσθωσης ούτε μετά τη συμπλήρωση της εννεάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, με την οποία αποσβένεται οριστικά η αντίστοιχη αξίωση του εκμισθωτή για την απόδοση του μισθίου και ο χρόνος της μίσθωσης, αναγκαστικά, παρατείνεται για μια ακόμα τετραετία από τη λήξη της δωδεκαετίας.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις (άσκηση της αξίωσης του εκμισθωτή πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, ή μετά τη συμπλήρωση του εννεάμηνου από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας), δεν έχει λήξει οριστικά η διάρκεια της μίσθωσης, ο δε μισθωτής που ενδίδει οικειοθελώς πλέον στην παρατύπως ασκηθείσα αξίωση του εκμισθωτή, δεν δικαιούται στην προβλεπόμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας (ΑΠ 1542/2012), μολονότι επιφέρει τη λύση της μίσθωσης.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995, κατά την οποία η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφόσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά, ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία προς αμφότερους τους συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διαθέσεως αυτών οι "κατά την κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στο Π.Δ 34/1995.

Η ακυρότητα, όμως, αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις, ως άνω, συμφωνίες μόνον όταν αυτές γίνονται, κατά την "κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ. 34/1995. Επομένως, η παραίτηση και οι ως άνω συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον γίνονται μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 5 § 1 του Συντάγματος και του άρθρου 361 Α.Κ., και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας (ΑΠ 213/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 18-7-2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, η τελευταία εξέθεσε ότι ο Σ. Μ., με το από 24-5-1999 ιδιωτικό μισθωτήριο εκμίσθωσε στην εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, εταιρεία για χρονικό διάστημα τριών ετών, που άρχιζε την 1-6-1999 έως και 31-5-2001 το περιγραφόμενο στο δικόγραφο αυτής ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εργαστήριο - γραφείο της, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 20.000 δρχ.

ή 58,70 ευρώ. Ότι η μίσθωση παρατάθηκε από το νόμο συμπληρώνοντας δωδεκαετία την 31-5-2011, με μηνιαίο μίσθωμα κατά το χρόνο αυτό 90,15 ευρώ, η δε ενάγουσα, με το υπ' αριθ. .../30-5-2011 συμβόλαιο αγοράς της συμ/φου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα του ως άνω μισθίου και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ένδικης μίσθωσης, η οποία λύθηκε την 30-9-2011, δυνάμει της από 25-5-2011 υπεύθυνης δήλωσης που υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης μισθώτριας, με την οποία δήλωσε ότι η μίσθωση θα λυθεί την ανωτέρω ημερομηνία και ότι για την περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης της χρήσης του μισθίου συμφωνήθηκε ως ποινική ρήτρα το ποσό των 30 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης, πρόταση που αποδέχθηκε ο αρχικός εκμισθωτής - δικαιοπάροχος της ενάγουσας. 'Οτι η εναγομένη παρά την κατά τα ως άνω λήξη της μίσθωσης αρνείται την απόδοση του μισθίου καθώς και την καταβολή του ποσού της ποινικής ρήτρας, ανερχομένου για το χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 18-7-2012 στο ποσό των 8.760 ευρώ (292 ημέρες χ 30).

Με βάση τα προεκτεθέντα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη στην απόδοση του μισθίου και στην καταβολή του ποσού των 8.760 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο) απέρριψε την αγωγή, ως νομικά αβάσιμη. Κατ' αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη, η οποία ζήτησε την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της.

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη και δέχθηκε την αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με το να δεχθεί το Δικαστήριο ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, καταρτίστηκε μεταξύ του αρχικού εκμισθωτή -δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της εναγομένης έγκυρη συμφωνία, που επέφερε τη λύση της μίσθωσης, και να δεχθεί την αγωγή, ως παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, η συμφωνία που επικαλείται η ενάγουσα ότι καταρτίσθηκε με βάση την από 25-5-2011 υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας - εναγομένης εταιρείας, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά, δοθέντος ότι δεν είχε ως περιεχόμενο τη λύση της μίσθωσης πριν από την πάροδο του νόμιμου χρόνου αυτής (δωδεκαετίας), ούτε αποδόθηκε το μίσθιο από τη μισθώτρια.

Κατά συνέπεια, μετά τη λήξη της μίσθωσης, λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 61 περ. δ' του π.δ/τος 34/1995. Εφόσον λοιπόν, η ενάγουσα, ως υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, δεν ζήτησε την απόδοση του μισθίου εντός της 9μηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η δε μισθώτρια δεν απέδωσε το μίσθιο, η μίσθωση παρατάθηκε για τέσσερα έτη, δυναμένη να καταγγελθεί μέχρι τη συμπλήρωση της τετραετίας μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο νόμο (κακή χρήση, ιδιόχρηση, καθυστέρηση μισθώματος κ.λπ.).

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση περιέχει παραίτηση της μισθώτριας από τα δικαιώματα που της παρέχουν τα άρθρα 60 και 61 του π.δ/τος 34/1995 (παραίτηση από το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, παρά τη μη συμπλήρωση της νόμιμης τετραετούς παράτασης της μίσθωσης), γενομένη μετά την κατάρτιση της μίσθωσης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αποσβεστική προθεσμία των εννέα μηνών λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι με την ως άνω υπεύθυνη δήλωση η μισθώτρια παραιτήθηκε και από αυτήν, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η παραίτηση, αυτή είναι άκυρη, με συνέπεια το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής απόδοσης μισθίου, αλλά και το νόμω αβάσιμο της αγωγής καταβολής ποινικής ρήτρας, αφού δεν συνέτρεξε νόμιμος λόγος κατάπτωσης αυτής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. δεύτερου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί προς εκδίκασή της από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί η ένδικη έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης. Η τελευταία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τόσο του δευτέρου βαθμού, κατά τον οποίο παραστάθηκε, όσο και της αναιρετικής δίκης, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 104/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 20-7-2013 έφεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τόσο του δευτέρου βαθμού, όσο και της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ