Legislator Case Law & Legislation
39/2011 AI generated

39/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 39/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 39 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 39/2011

Legislator headnote

AI generated

39/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 39 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 39/2011

Keywords

AI generated
withdrawal of unemployment benefits exemption from unemployment insurance unemployment insurance claimant termination of accident benefits suspension of benefit entitlement tenant eviction protection
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 39/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα -----

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και με το διακριτικό τίτλο "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόφιλο Κώτσιου και Διονύσιο Μπάστα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 14-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 7561 β γ/20-7-2010 και 768/19-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως, αντίστοιχα, των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Βόλου Χρήστου .... και ...., ακριβή αντίγραφα αφενός της κρινόμενης από 15-10-2008 αιτήσεως αναιρέσεως αφετέρου της από 6-10-2009 κλήσης για συζήτηση αυτής μετά από ματαίωση της συζητήσεώς της στη δικάσιμο της 6-10-2009, στην οποία αρχικά είχε προσδιοριστεί, με την κάτω από αυτήν (κλήση) πράξη ορισμού δικασίμου, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

ΙΙ.- Στο άρθρο 3 §§ 1 και 2 του Π.Δ. 54/1998 (ΦΕΚ 54 τεύχος Α' της 18-3-98) "Περί Κανονισμού των Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του Προσωπικού Κινήσεως των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) ", ορίζεται ότι : "Η διάρκεια της περιόδου εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως και τις σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως με σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε (5) εργασίμων ημερών. Υπάρχει δυνατότητα παράτασης της ημερήσιας περιόδου εργασίας μέχρι μία (1) ώρα την ημέρα ώστε η συνολική διάρκεια της να φθάνει μέχρι εννέα (9) ώρες ημερησίως και δύο (2) φορές την εβδομάδα κατά μία (1) ώρα, επιπλέον, ώστε η συνολική διάρκειά της να φθάνει μέχρι δέκα (10) ώρες τις δύο αυτές φορές την εβδομάδα, αλλά η συνολική διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας δεν θα υπερβαίνει τις σαράντα πέντε (45) ώρες συνολικά, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6". Στη συνέχεια στο άρθρο 6 ορίζεται ότι : "1.Υπερωριακή εργασία νοείται κάθε υπέρβαση της κατά το άρθρο 3 ημερήσιας περιόδου εργασίας (8 ώρες ημερησίως). 2. Υπέρβαση των κατά την προηγούμενη παράγραφο ορίων ημερησίας περιόδου εργασίας ή απασχολήσεως, λογιζομένη ως υπερωρία, επιτρέπεται στις παρακάτω περιπτώσεις: α) Εκτέλεση ενός δρομολογίου διάρκειας μεγαλύτερης του οριζόμενου στο άρθρο 3 ορίου πραγματικής εργασίας, β) εξαιρετικής σώρευσης εργασίας που μπορεί να προβλεφθεί και γ) παραμονών των εξαιρέσιμων ημερών ή τοπικών εορτών. 3. Οι κατά τα ανωτέρω υπερωρίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις δύο (2) ώρες κάθε ημέρα ούτε τις 120 ώρες ετησίως άσχετα αν αυτές πραγματοποιούνται για επαύξηση του χρόνου της περιόδου εργασίας ή οδήγησης ή και των δύο. 4γ. Κατ' εξαίρεση, επίσης, επιτρέπεται υπέρβαση των κατά την προηγούμενη παράγραφο οριζομένων υπερωριών στις περιπτώσεις "επιβαλλόμενης επισκευής αυτοκινήτων". 5. Οι κατά τα ανωτέρω υπερωρίες συνυπολογιζομένων και αυτών που ορίζονται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου, δεν μπορούν να υπερβαίνουν κατ' ανώτατο όριο για κάθε ημέρα τις τρεις (3) ώρες και τις 180 ώρες ετησίως". Περαιτέρω, κατά την υπ' αριθμ. 10|2000 διαιτητική απόφαση "για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων, που απασχολούνται στα αστικά και υπεραστικά λεωφορεία όλης της χώρας" ( Π.Κ. Υπ. Εργ.5/5-4-2000), " Η διάρκεια της περιόδου εργασίας, για τα υπεραστικά και τα αστικά λεωφορεία, μονής φυλακής του άρθρου 3 § 1 ΠΔ 54|1998 επαναπροσδιορίζεται και δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως και τις σαράντα (40) εβδομαδιαίως, με το σύστημα της εβδομαδιαίας εργασίας πέντε εργασίμων ημερών. Για την εφαρμογή του πενθημέρου και την χορήγηση των αργιών της παρ. 1 αυτού του άρθρου, σχηματίζονται ετησίως 114 ημέρες ανάπαυσης .... 4. Η απασχόληση των εργαζομένων με το πρόγραμμα ετήσιας κατανομής των αναπαύσεων της παρ. 3 δεν συνιστά υπερωριακή εργασία ή εργασία Κυριακής ή αργίας, εφόσον ο ετήσιος προγραμματισμός τηρεί τις 114 ημέρες αργιών και αναπαύσεων. Η υπέρβαση της νόμιμης ημερήσιας απασχόλησης των 8 ωρών, αμείβεται ως υπερωρία, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως εντός του έτους σύμφωνα με τον ετήσιο προγραμματισμό για χορήγηση 114 αναπαύσεων ....". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) για το προσωπικό κινήσεως των ΚΤΕΛ, το νόμιμο ωράριο εργασίας είναι 8ωρο, 2) η υπέρβαση της νόμιμης ημερήσιας απασχόλησης των 8 ωρών αμείβεται ως υπερωρία, 3) οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000 και 4) δεν είναι δυνατή η υπερεργασιακή απασχόληση του προσωπικού κινήσεως των ΚΤΕΛ. Επίσης προκύπτει ότι εάν εργαστούν επιπλέον του νομίμου ωραρίου χωρίς να συντρέχει περίπτωση νόμιμης υπερωρίας δικαιούνται αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση. Η αγωγή με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής υπερωριακής εργασίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, δεν είναι αόριστη αν δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της προσφερόμενης υπερωριακής εργασίας κάθε ημέρα ή το σύνολο των ωρών απασχολήσεως κάθε εβδομάδα, αλλά αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή η ημερήσια επί οκτάωρο εργασία και το πέραν αυτής σύνολο των ωρών υπερωριακής απασχολήσεως κατά μήνα. Ούτε είναι αόριστη η αγωγή εάν εκτίθεται ότι ο ενάγων εργαζόταν πέραν του νομίμου και κανονικού ωραρίου του προσδιορίζοντας κατά τα ανωτέρω το σύνολο των ωρών της υπερωριακής απασχόλησης κατά μήνα, χωρίς να περιγράφεται ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της εργασίας κάθε ημέρας. Στην περίπτωση της αξιώσεως από παράνομη υπερωριακή απασχόληση απαραίτητο επιπλέον στοιχείο είναι να εκτίθεται ότι η εργασία παρασχέθηκε καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του και εντεύθεν παράνομα, αφού στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται (επί αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού) τα επιδόματα, που οφείλονται στις προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος, αφού η παροχή εργασίας με έγκυρη σύμβαση μπορεί να γίνει και από εργαζόμενους χωρίς προϋπηρεσία ή οικογενειακά βάρη. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων , στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή , για την οποία η εσφαλμένη , ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εκθέτει σ' αυτήν ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσέφερε τις υπηρεσίες του ως οδηγός λεωφορείου Δ.Χ. ενταγμένου στη δύναμη του εναγομένου ΚΤΕΛ Ν. Μαγνησίας μέχρι την 28.2.2002, που αποχώρησε. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης απασχολήθηκε υπερωριακά, πέραν των νομίμων καθηκόντων του και του νομίμου ωραρίου, επί 24 ώρες μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.3.1999 μέχρι 28.2.2002 για την εκτέλεση των λεπτομερώς αναφερομένων εργασιών, που είχαν σχέση με την συντήρηση και επισκευή του λεωφορείου. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.690,37 ευρώ ως αποζημίωση για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εξαιτίας της οποίας αυτό έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερο εις βάρος του. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά η αγωγή δεν πάσχει αοριστίας εκ του ότι α) δεν αναγράφεται τόσο η ημερήσια όσο και η εβδομαδιαία απασχόληση του ενάγοντος και β) δεν αναγράφονται τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, προϋπηρεσίας κλπ. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή δεν ήταν από τον ανωτέρω λόγο αόριστη και γι' αυτό το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό περί του αντιθέτου πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 96//2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δεν έσφαλε. Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής εξαιτίας αοριστίας της για τον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος ( δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξαιτίας της υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος του ορισμένου της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, η οποία, όπως εκτιμάται, φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, είναι δικονομική, έτσι ώστε, και υπό την εκδοχή ότι αυτή έχει παραβιαστεί, να μην ιδρύεται ο από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Υπό την εκδοχή δε ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την ίδια διάταξη λόγω αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την κρίση του Εφετείου που αναφέρεται στη νομική επάρκεια της ένδικης αγωγής ως προς το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει κατά το μέρος του αυτό να απορριφθεί, επίσης προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η με αυτόν προβαλλόμενη ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται αποκλειστικώς σε αντιφάσεις, που, κατά το λόγο αναιρέσεως, υπάρχουν στη "μείζονα" πρόταση του σχετικού νομικού συλλογισμού, οι οποίες όμως (αντιφάσεις) δεν θεμελιώνουν τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Μεταξύ των διαδίκων συνήφθη τον Μάρτιο του 1999 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα ως οδηγό σε ΔΧ λεωφορεία ιδιοκτησίας της. Ο ενάγων απασχολήθηκε συνεχώς μέχρι τις 28-2-2002 που αποχώρησε για λόγους υγείας. Πέραν των υποχρεώσεων που απέρρεαν από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ και οι οποίες συνίσταντο στην εκτέλεση εργασιών εντός του νόμιμου ωραρίου εργασίας του και ήταν απαραίτητες για την εκτέλεση κάθε δρομολογίου, όπως είναι ο εφοδιασμός του λεωφορείου με καύσιμα, λιπαντικά, έλαια μηχανής και νερό ψυγείου, η επιθεώρηση όλων αυτών πριν από κάθε δρομολόγιο, η εποπτεία και ο έλεγχος της καθαριότητας του λεωφορείου κατά την ώρα της υπηρεσίας του, ήταν υποχρεωμένος να ασχολείται με τις εργασίες επισκευής και συντήρησης του αυτοκινήτου, οι οποίες ήταν απαραίτητες για τη συνεχή καλή λειτουργία και δεν ήταν δυνατόν να διενεργηθούν μέσα στο νόμιμο ωράριο της οχτάωρης κανονικής απασχόλησής του. Οι εργασίες αυτές ήταν το πλύσιμο του αυτοκινήτου, η αλλαγή λαδιών, ο έλεγχος φρένων και ηλεκτρολογικού συστήματος, η συντήρηση μηχανής και η λίπανση. Συγκεκριμένα, δύο φορές το μήνα μετέφερε το λεωφορείο στο συνεργείο για ρεγουλάρισμα φρένων, απασχολούμενος επί 30 λεπτά της ώρας και συνολικά επί 1 ώρα. Δύο φορές το μήνα μετέφερε το λεωφορείο στο συνεργείο για τη συντήρηση της μηχανής απασχολούμενος 1 ώρα την κάθε φορά και συνολικά επί 2 ώρες. Μία φορά το μήνα απασχολήθηκε επί 30 λεπτά για τον έλεγχο του ηλεκτρολογικού συστήματος. Δεκατρείς φορές το μήνα μετέφερε το λεωφορείο στο συνεργείο που διατηρούν οι μέτοχοι του ΚΤΕΛ Βόλου επί της οδού Λαρίσης τέρμα, από τις οποίες 4 φορές για γρασάρισμα, μια για αλλαγή λαδιών (κάθε 5000 χιλιόμετρα) και 8 φορές για εξωτερικό πλύσιμο του λεωφορείου, απασχολούμενος συνολικά επί 30 λεπτά την κάθε φορά και συνολικά επί 6 ώρες και 30 λεπτά. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε α) ότι ο ενάγων απασχολήθηκε υπερωριακά με το εσωτερικό καθάρισμα του λεωφορείου δοθέντος ότι για την εργασία του αυτή ελάμβανε το ειδικό επίδομα άνευ εισπράκτορα που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 Κεφ. Β. παρ. 2 εδ. θ του ΠΔ 229/1994 "Περί Γενικού Κανονισμού προσωπικού ΚΤΕΛ" και β) ότι απασχολήθηκε στο εξωτερικό πλύσιμο του λεωφορείου δοθέντος ότι η εναγομένη από το Μάρτιο του 1998 λειτουργούσε αυτόνομο πλυντήριο των οχημάτων της. Έτσι, ο ενάγων απασχολήθηκε στη συντήρηση και επισκευή του λεωφορείου κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 28-2-2002, 10 ώρες μηνιαίως. Ο χρόνος αυτός απασχόλησης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και οφείλεται η νόμιμη αμοιβή. Πραγματοποιούνταν δε πέρα από το νόμιμο ωράριο εργασίας του, χωρίς να συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις των νομίμων υπερωριών (άρθρο 6 Π.Δ. 54/1998) και δεν ήταν συναφείς ή παρεμφερείς απασχολήσεις με τα κύρια αμειβόμενα από την αρχική σύμβαση καθήκοντα του οδηγού.

Συνεπώς, είχαν το χαρακτήρα της παράνομης υπερωρίας και πρέπει στον ενάγοντα να καταβληθούν κατά το άρθρο 1§ 2 του Ν. 435/1976, τα χρήματα που εξοικονόμησε (ωφελήθηκε) η εναγομένη σε βάρος του (σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού), τα οποία θα κατέβαλε οπωσδήποτε σε άλλο μισθωτό με τα αυτά προσόντα για την εκτέλεση της πιο πάνω πρόσθετης εργασίας με βάση έγκυρη εργασιακή σύμβαση, αναλόγως με το ωρομίσθιο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, που καταβλήθηκαν στο ενάγοντα το επίδικο χρονικό διάστημα, προσαυξημένο κατά 100%. Έτσι, ο ενάγων δικαιούται να λάβει σύμφωνα με τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, κατά το με βάση αυτές ωρομίσθιο, που δεν αμφισβητήθηκαν πρωτοδίκως και δεν πλήττονται με την έφεση, 1) Από 1-3-99 μέχρι 31-12-99 οι βασικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 564.756 δρχ. : 25=22.590 δρχ. ημερομίσθιο Χ 6/40=3.388 δρχ. ημερομίσθιο +100% προσαύξηση παράνομης υπερωρίας= 6.776 δρχ ωρομίσθιο παράνομης υπερωρίας Χ 10 ώρες το μήνα = 67.760 δρχ. το μήνα Χ 10 μήνες= 677.600 δρχ. 2) Από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 οι βασικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 634.025 δρχ : 25=25.361 δρχ. Χ 6/40=3.804 δρχ. + 100%=7.608 δρχ. Χ 10 ώρες μηνιαίως =76.080 δρχ. μηνιαίως Χ 11 μήνες = 836.880 δρχ. 3) Από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001 οι βασικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 634.025 δρχ.: 25=25.361 δρχ. Χ 6/40= 3.804 δρχ.+ 100%= 7.608 δρχ. Χ 10 ώρες το μήνα= 76.080 δρχ. μηνιαίως Χ 11 μήνες= 836.880 δρχ. 4) Από 1-1-2002 μέχρι 28-2-02 οι βασικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 1.604,38 ευρώ :25 = 64,18 ευρώ Χ 6/40= 9,63 ευρώ +100%= 19,26 ευρώ Χ 10 μήνες= 192,60 ευρώ Χ 2 μήνες= 385,20 ευρώ. Συνολικά δε η αμοιβή του ενάγοντος για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση ανέρχεται σε 7.285,75 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τους ως άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, τους σχετικούς με την εργασία και απασχόληση του προσωπικού κίνησης των λεωφορείων ΚΤΕΛ. Ειδικότερα, οι εργασίες αυτές πραγματοποιήθηκαν πέρα από το νόμιμο ωράριο εργασίας του, χωρίς να συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις των νομίμων υπερωριών (άρθρο 6 Π.Δ. 54/1998). Το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι συνέτρεξε περίπτωση επιβαλλόμενης επισκευής αυτοκινήτου, αλλά μόνο περιπτώσεις συντήρησής του. Επομένως, δεν έχει παραβιασθεί η διάταξη της παρ. 4γ'του άρθρου 6 π.δ. 54/1998, όπως προβάλλεται με το αναιρετήριο. Επίσης οι εργασίες αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν υπερεργασία και, επομένως, δεν έχει παραβιασθεί η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, όπως, επίσης, προβάλλεται με το αναιρετήριο. Τέλος, δεν συντρέχει, ούτε έχει δεχθεί κάτι τέτοιο το Εφετείο, στην κρινόμενη διαφορά περίπτωση εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 4 της 10/2000 διαιτητικής απόφασης και, επομένως, ούτε η διάταξη αυτή έχει παραβιασθεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο περιέχεται η σχετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (Κ.Τ.Ε.Λ.) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 289/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ