39/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6076/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7108/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Μαΐου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated39/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του.
Full text
Απόφαση 39 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντία Καζά.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "F.M. RECORDS -ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ, ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΔΙΣΚΩΝ κ. ΚΑΣΣΕΤΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6076/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7108/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Μαΐου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως .
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη (άρθρα 568 παρ. 4 και 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν. 2915/2001 "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμμιά απόδειξη.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του.
Επίσης μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001 και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράλειψη του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ως προς τις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση ορίσθηκε μετά την 1-1-2002 (άρθρο 15 ν. 2943/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τις ένορκες βεβαιώσεις (που λήφθηκαν για άλλη δίκη), σχημάτισε την ουσιαστική κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι:
α) η προς την αναιρεσίβλητη οφειλή του αναιρεσείοντος από τη χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της μεταξύ αυτών συμβάσεως ανέρχεται στο ποσό των 228.733,44 ευρώ, και β) δεν αποδείχθηκαν εκπεστέες δαπάνες παραγωγής των υλικών φορέων ήχου από την αναιρεσίβλητη (ούτε είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα σχετικός κατ' ένσταση ισχυρισμός).
Επομένως το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκληση των ως άνω λόγων αναιρέσεως, πλήσσεται η από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Τέλος αβάσιμος είναι και ο δεύτερος κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν διέταξε απόδειξη για τα ως άνω περιστατικά, εφόσον, ενόψει του χρόνου συζητήσεως της ένδικης αγωγής, στο Πρωτοδικείο (μετά την 1-1-2002) δεν ήταν δικονομικώς επιτρεπτή η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό;
αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στην υπόψη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους τέταρτο και εν μέρει δεύτερο, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, .λόγους αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί, ότι τα εκτιθέμενα στην καταγγελία του περιστατικά δεν αποτελούσαν σπουδαίο λόγο για τη λύση της σύμβασης του με την αναιρεσίβλητη, η οποία εν τούτοις κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα) επί ένα έτος δεν επέλεγε έργο του και δεν του παρείχε οικονομικά στοιχεία για τον έλεγχο των δικαιωμάτων του στα κέρδη της, ενώ αυτή (αναιρεσίβλητη) επίσης κατά τον ίδιο αναιρεσείοντα, έχοντας υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων του από τους αρμόδιους εισπρακτικούς φορείς, δεν εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωσή της, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστοι, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά μόνον αποσπασματικές περικοπές της σχετικά με την ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, στη βάση των οποίων κρίθηκε τούτο από το Εφετείο, ενώ και η φερόμενη ως αντιφατική ως προς τις χρεώσεις της αναιρεσίβλητης, μη καταβολή από αυτή των προς τον αναιρεσείοντα δικαιωμάτων αμοιβής του δεν συνιστά, κατά το αναιρετήρο, παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά επιχειρούμενη από τον αναιρεσείοντα ερμηνεία μεμονωμένων φράσεων του αιτιολογικού, με βάση τη δική του εκτίμηση ως προς τα κρίσιμα για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναιρέσεως περιστατικά.
Επειδή, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ ΑΠ 44/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έκρινε ότι η επαναφερθείσα με λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, με την οποία ισχυρίσθηκε (αυτός) ότι η αναιρεσίβλητη τον ανάγκασε να προβεί στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, λόγω της προκλητικής, προσβλητικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της, διότι αντέδρασε με πρωτοφανή σκληρότητα, αποστέλλοντας εξώδικα σε όλες τις μεγάλες εταιρίες, γνωστοποιώντας τη μεταξύ τους αντιδικία και απειλώντας ότι καμμία εταιρία δεν θα έπρεπε να συνεργασθεί μαζί του, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι δεν γινόταν επίκληση περιστατικών που να μη δικαιολογούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος λόγω προφανούς υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Επομένως, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος ως μη νόμιμη, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται και ο έκτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση αυτή, είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 32/1996). Με τον πέμπτο και τελευταίο προς έρευνα λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, "σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 561 Κ.Πολ.Δικ.", ότι απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ιδίου πταίσματος της αναιρεσίβλητης για τη ζημία της, με την υπαίτια από αυτή διάρρηξη της συνεργασίας τους, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής (αναιρεσείουσας) το οποίο περιείχε αίτημα αποζημιώσεώς της.
Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η προβαλλόμενη πλημμέλεια της αποφάσεως του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν, πέρα από τις απαραδέκτως προβαλλόμενες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), συγκροτείται κάποια από τις περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
προβλεπόμενος αναιρετικές πλημμέλειες, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 7.108/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ