Legislator Case Law & Legislation
39/2008 AI generated

39/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 39/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

39/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 39/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Εδρεύοντος στην ...... Εκκλησιαστικού Γηροκομείου της Ιεράς Μητροπόλεως ......, Ιδρύματος υπό την επωνυμία "..........", νομίμως εκπροσωπουμένου και 2. ........... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κωστούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η οποία με το με αριθμό 6037/2007 ειδικό πληρεξούσιο αναφέρει, ότι με το από 23-10-2006 Προεδρικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο με αρ. 65/7-11-2006 αναγνωρίσθηκε και κατέστη ..... ο .......

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αναγνωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και 2. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1988 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/1989, 132/1993, 197/1995, 452/1997, 99/2000 προδικαστικές, 73/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2003 προδικαστική, 376/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά τους νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση που ασκείται από το διάδικοι κατά του οποίου είχε ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, έστω και αν πρόκειται περί αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, όπως είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών στην εκκρεμή δίκη, που ενδιαφέρει την κληρονομία που καταλείφθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο πρώτο αναιρεσείον φιλανθρωπικό ίδρυμα (άρθρο 126 του α.ν.2039/1939).

Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης των εναγομένων, καθόσον μεν στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και κατ'έφεση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων-εναγομένων, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ειδικότερα στους λόγους αυτούς μνημονευόμενα έγγραφα και ιατρικές γνωματεύσεις, που επικαλέστηκαν και παραδεκτά προσκόμισαν ενώπιόν του, (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην απόφαση αυτή), οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με το εφετήριο, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί της ύπαρξης δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη Ψ κατά το χρόνο του θανάτου του.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα τις από ...., .....

και ...., αντίστοιχα, ιατρικές γνωματεύσεις του νευρολόγου - ψυχιάτρου ......... μνημόνευσε ειδικά, ενώ τις συνημμένες στην από ...... μυστική διαθήκη του διαθέτη ιατρικές γνωματεύσεις του νευρολόγου - ψυχιάτρου ....... μνημόνευσε, επίσης γενικά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών εγγράφων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.

ΑΠ 14/2005, Ολ. ΑΠ 9/2000). Η ενσωμάτωση, επίσης, στις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων στις οποίες και μόνο γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς του συγκεκριμένου μέρους των εν λόγω προτάσεων και, συνακόλουθα, νόμιμο τρόπο επίκλησης των εγγράφων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο διαθέτης Ψ έπασχε από χρόνια παρανοϊκή ψύχωση από την οποία προκλήθηκε σ'αυτόν και υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης της από ......

μυστικής διαθήκης του και της παράδοσής της στο συμβολαιογράφο Κορίνθου Περίανδρο Τόγια, ο οποίος συνέταξε την ....... σχετική πράξη του, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής του και ότι εξαιτίας της αμέσως πιο πάνω νόσου ο εν λόγω διαθέτης δεν είχε τη χρήση του λογικού του και, συνακόλουθα, ήταν ανίκανος να συντάξει την προαναφερόμενη διαθήκη του, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1718 ΑΚ, είναι άκυρη, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων αποδείξεων, και έγγραφα χωρίς νόμιμη επίκλησή τους από τον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο με τις ενώπιόν του από 16-2-2005 προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη ή σελίδες των πρωτόδικων προτάσεών του, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, αλλά με συρραφή και ενσωμάτωση στις πιο πάνω ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τούτων πρωτόδικων προτάσεών του.

Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται σ'αυτόν.- ούτε γενικά, ούτε ειδικά, ώστε απ' αυτά να προκύπτει η ιδιότητά τους, τα συγκεκριμένα έγγραφα, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς νόμιμη επίκλησή τους από τον αναιρεσίβλητο με τις ενώπιον του Εφετείου πιο πάνω προτάσεις του,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2005 αίτηση για αναίρεση της 376/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το οποίο ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ