Legislator Case Law & Legislation
39/2007 AI generated

39/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 39/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 39 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

39/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 39 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 39/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαραλαμπόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Χριστοπούλου και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2095/2000 μη οριστική, 4362/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7762/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαρτίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των αρθρ. 118 αρίθ. 4, 566 παρ. και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει, να καθορίζονται πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος υπέπεσε στη διετή παραγραφή των άρθρων 10 παρ. 1 και 19 παρ. 2 ν. 489/1976, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης που προβλήθηκε από μέρους των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων, 261, 263, 298, 914, 929, 247, 251, 268 και 937 ΑΚ. Έτσι που διατυπώνονται οι λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν διαλαμβάνονται: α) οι κρίσιμες με πληρότητα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και β) η εξειδίκευση του νομικού σφάλματος της αποφάσεως με βάσει τις παραδοχές της. Η παράθεση στο αναιρετήριο θεωρητικών νομικών σκέψεων του αναιρεσείοντος σε κρίσιμα, κατά τον ίδιο, νομικά ζητήματα και πολλών περικοπών από τα δικόγραφα των αγωγών και των προτάσεων των διαδίκων, δεν είναι κρίσιμη, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως. II. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 ΑΚ και 10 παρ. 1 και 19 παρ. 2 ν.489/1976 συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής εφόσον κατευθύνεται κατά ασφαλιστή και του Επικουρικού Κεφαλαίου, είναι διετής (άρθρ. 10 παρ. 1 και 19 παρ. 2 ν.489/1976) και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α΄ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο, δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξη τους. Εξαίρεση, υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία είναι απρόβλεπτη, οπότε ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία ( παραγραφή ) και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα, αν δε πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεως κατά α) ασφαλιστή, η παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης του παθόντος. Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως, ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση που είχε αντικείμενο αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα. Αντίθετα, αν πρόκειται για προβλεπτές ζημίες, η παραγραφή παρατείνεται σε εικοσαετία, υπό την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι στο μεταξύ διάστημα, μέχρι την τελεσιδικία, δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε τυχόν προβλεπόμενη συντομότερου χρόνου παραγραφή (ΑΠ 755/2005, ΑΠ 1100/2005). Προκύπτει, επίσης, ότι στις περιπτώσεις που οι ζημιές είναι προβλεπτές, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση αγωγής για την καταβολή αποζημιώσεως για μελλοντική ζημία, και ότι η διακοπείσα αυτή παραγραφή, αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (άρθρ. 261 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι επί των από 29.6.1992 και 31.5.1994 αγωγών, τις οποίες ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ Α.Ε.Γ,Α.", της οποίας ειδικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", και της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ, εκδόθηκε η 1028 /1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 ΚΠολΔ) ότι ο αρχικά εναγόμενος ..... , ως προς τον οποίο έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... τρακτέρ, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πιο πάνω ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." και ο δεύτερος εναγόμενος ..... , οδηγός του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του τρίτου των αρχικά εναγομένων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α" ήταν συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, του ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 29-11-1991, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες και ότι ο αναιρεσείων, ευρισκόμενος στην πλατφόρμα του πρώτου οχήματος (ελκυστήρα), τραυματίστηκε σοβαρά με κατάγματα 1ης, 2ης, 3ης, και 4ης πλευράς, δεξιά και αριστερά ηβοϊσχυακού κλάδου και ότι συνεπεία του ατυχήματος, κατέστη ανίκανος προς εργασία για χρονικό διάστημα πέντε ετών, δηλαδή, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1996 και απώλεσε από την εργασία του τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά. Ότι η αναπηρία του αναιρεσείοντος εξακολούθησε και στο διάστημα της υπό κρίση από 1.6.1998 αγωγής για προβλεπόμενο διάστημα επτά ετών από 1.1.1997 έως 31.12.2004, ενώ το διάστημα 33 ετών, για το οποίο ζητούσε αποζημίωση ο αναιρεσείων, κρίθηκε υπερβολικό και κατά το χρόνο εκείνο πρόωρο, λόγω των συνεχών προόδων της ιατρικής επιστήμης αλλά και της σημαντικής προόδου και βελτίωσης του αναιρεσείοντος από το σοβαρό τραυματισμό του. Η ίδια αξίωση, κατά το μέρος που η αγωγή στρεφόταν κατά των αναιρεσιβλήτων ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και της Ασφαλιστικής Εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ, κρίθηκε από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι υπέκυψε στη διετή παραγραφή, εκ του ότι από την επόμενη του ατυχήματος (29.11.1991) και πριν από τη δημοσίευση την 11.2.1998 της τελεσίδικης, κατά τα ανωτέρω, 1028/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είχε συμπληρωθεί διετία. Δέχθηκε ειδικότερα το Εφετείο, ότι οι δύο πρώτες από 29.6.1992 και 31.5.1994 αγωγές του αναιρεσείοντος που ασκήθηκαν για ένα μέρος της όλης αξίωσης προς αποζημίωση λόγω της θετικής και αποθετικής ζημίας του αναιρεσείοντος, δεν επέφεραν διακοπή και της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ως προς τον ασφαλιστή που είχε αρχίσει από την επόμενη του ατυχήματος και για το μέρος της ένδικης αξίωσης για την προβλεπτή ζημία του περαιτέρω χρόνου (δηλ. του ενδίκου χρονικού διαστήματος), ως προς το οποίο είχε ήδη συμπληρωθεί η παραγραφή πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αφού η πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση δεν δημοσιεύτηκε εντός διετίας από του ατυχήματος. Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ως βάσιμη τη σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων- εναγομένων, Επικουρικού Κεφαλαίου και της Ασφαλιστικής Εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α., περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τους τελευταίους την ασκηθείσα έφεση κατά της 4362/2002 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, και είχε δεχθεί την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, μόνο, ως προς τους εναγόμενους ιδιώτες, των οποίων και μόνο, αναγνώρισε την υποχρέωση να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα εις ολόκληρο, ο καθένας, τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή επρόκειτο περί προβλεπτής αξιώσεως ήδη γνωστής στον αναιρεσείοντα από του χρόνου του τραυματισμού του έλαβε υπόψη όλους τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στο δικόγραφο της αγωγής αλλά και το δικόγραφο της εφέσεώς του. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εισαγωγικών αυτών δικογράφων αλλά και των αποφάσεων που επ' αυτών εκδόθηκαν προκύπτει, ότι με την 1028/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές οι δύο από 29.6.1992 και 31.5.1994 αγωγές του αναιρεσείοντος και ειδικότερα η δεύτερη κατά το κύριο αίτημά της, να του επιδικαστεί, δηλαδή, αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του διαστήματος από 1.6.1992 μέχρι 31.12.1996 για ολική ανικανότητά του προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Η απόφαση αυτή δεν ασχολήθηκε (ούτε άλλωστε υπήρχε γι' αυτό λόγος) με το σωρευόμενο επικουρικό αίτημα της δεύτερης αυτής αγωγής να του επιδικαστούν διαφυγόντα εισοδήματα που θα αποκόμιζε εργαζόμενος στην Αλβανία, μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. Ήδη με την κύρια βάση της υπό κρίση αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 7762/2003 απόφαση, ζητείται αποζημίωση με εφάπαξ καταβολή για διαφυγόντα εισοδήματα από εργασία του αναιρεσείοντος στην Ελλάδα από 1.1.1997 μέχρι 31.12.2030, οπότε θα συμπλήρωνε το 65° έτος της ηλικίας του ενώ με την επικουρική βάση της ίδιας αγωγής ζητείται η αποζημίωση αυτή για εργασία στην Αλβανία να καταβάλλεται περιοδικώς κατά μήνα από δραχμές 63.125. Η αξίωση αυτή ως κύριο αίτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο καμιάς προηγούμενης αγωγής. Διατυπώθηκε απλώς ως επικουρικό αίτημα στη δεύτερη από 31.5.1994 αγωγή του αναιρεσείοντος αλλά με αυτήν δεν ασχολήθηκε το Εφετείο με την 1028/1998 απόφασή του, αφού δέχθηκε το κύριο αίτημα, δηλαδή, την αποζημίωση μέχρι 31.12.1996.

Συνεπώς, τυχόν εκκρεμοδικία από το επικουρικό αίτημα έπαψε με τη δημοσίευση της πιο πάνω 1028/1998 απόφασης, δηλαδή, την 11.2.1998. Με την υπό κρίση από 1.6.1998 τρίτη αγωγή ασκείται το πρώτον αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα από το ατύχημα της 29.11.1991 και η παραγραφή της αξίωσης άρχισε τουλάχιστον από της επομένης του ατυχήματος, ήτοι την 30.11.1991 και συμπληρώθηκε με την παρέλευση διετίας την 30.11.1993 (άρθρ. 10 παρ. 2 ν. 489/1976). Η τελεσίδικη 1028/1998 απόφαση δεν ωφελεί για την αξίωση της τρίτης αγωγής, επειδή αυτή δημοσιεύτηκε μετά την άνω διετία και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ για την επιμήκυνση σε εικοσαετία του χρόνου της παραγραφής. Η ασκούμενη εν λόγω αξίωση θα μπορούσε να διασωθεί από τη διετή παραγραφή αν επρόκειτο για απρόβλεπτη ζημία για την οποία αρχίζει νέα παραγραφή, αλλά δεν πρόκειται περί αυτού εν προκειμένω, αφού ο ίδιος ο αναιρεσείων κάνει λόγο στις αγωγές του για βαριά σωματική βλάβη που τον κατέστησε δια βίου ανάπηρο ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι πρόκειται περί προβλεπτής από την αρχή ζημίας. Ούτε, επίσης, μπορεί να εφαρμοστεί η επικαλούμενη διάταξη του άρθρ. 263 ΑΚ, κυρίως, διότι δεν υπάρχει τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς. Περαιτέρω, όμως, και με την εκδοχή, ακόμη, ότι αγωγή απορρίφθηκε ως ασκηθείσα προώρως για το διάστημα από 1.1.1997 μέχρι την 31.12.2030 που αποτελεί το κύριο αίτημα της υπό κρίση τρίτης αγωγής, η απόρριψη αυτή προδήλως δεν είναι απλώς για τυπικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 263 ΑΚ για να μπορεί να γίνει λόγος για τη διατήρηση των συνεπειών από την εκ νέου άσκηση της αγωγής εντός εξαμήνου. Έτσι, όταν το Εφετείο με την 1028/1998 απόφασή του έκανε λόγο για το ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί για διάστημα μέχρι την 2030, δεν απέκτησε τέτοια δυνατότητα απόφανσης μετά ολίγα μόνο έτη, όταν εξέδιδε την προσβαλλόμενη 7762/2003 απόφασή του, για τον πρόσθετο, ακόμη, λόγο, ότι οι λόγοι που προκάλεσαν την αδυναμία απόφανσης του Εφετείου με την 1028/1998 απόφασή του δεν είναι απλώς τυπικοί αλλά ουσιαστικοί.

Συνεπώς, και ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και κατά το μέρος που βάλλει κατά της παραδοχής του Εφετείου περί προβλεπτής εξ αρχής συνέπειας, ως απαράδεκτος διότι βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙΙ. Αβάσιμος είναι και ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ως ορισμένη την προβληθείσα ένσταση παραγραφής και εκτίμησε τον αρνητικό ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσίβλητου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ως ένσταση, ενώ, επρόκειτο περί απλού ισχυρισμού. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων, η σχετική περί παραγραφής ένσταση πλήρως και ορισμένως προβλήθηκε, το δε ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ένσταση παραγραφής διατύπωσε.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.3.2004 αίτηση για αναίρεση, της υπ' αριθ. 7762/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ για τον κάθε ένα από αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ