39/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Legislator headnote
AI generated39/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ).
Full text
Απόφαση 39 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 39/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 100/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης.
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.
Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ).
Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στο βούλευμα κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η μη όμως ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου.
Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία δε υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.- 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 100/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 56/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων, με το οποίο είχε παραπεμφθεί να δικασθεί για απλή συνδρομή σε κακουργηματική απάτη με ζημία και αντίστοιχο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ήδη των 15.000 ευρώ, με την επιβαρυντική περίσταση για τον αναιρεσείοντα της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος υπό στοιχ. Α', ο αναιρεσείων αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα για το ότι δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τις αναφερόμενες στην αίτηση αναίρεσης καταθέσεις μαρτύρων, τις οποίες είχε επισυνάψει με την κατατεθείσα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος έφεσή του, αποσπάσματα των οποίων παραθέτει.
Ο λόγος αυτός, καθόσον αναφέρεται στην μη λήψη υπόψη των καταθέσεων των μαρτύρων, είτε εκείνων που εξετάσθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης για την υπόθεση αυτή είτε εκείνων που εξετάσθηκαν ενώπιον άλλων αρχών και προσκομίσθηκαν ως έγγραφα, είναι αβάσιμος, αφού από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το οποίο παρατίθεται ολόκληρο στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία κατά τούτο αναφέρεται και το Συμβούλιο αυτό, προκύπτει ότι κατέληξε στην κρίση του για την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος , αφού έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων", χωρίς να είναι υποχρεωμένο να αναφέρει χωριστά κάθε μία από τις καταθέσεις ή καθένα από τα έγγραφα.
Καθόσον δε αναφέρεται στην παράλειψη αξιολόγησης ή την εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και την μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση, ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού, όπως εκτέθηκε, οι αιτιάσεις αυτές δεν συνιστούν λόγο αναίρεσης. 3.- Περαιτέρω στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά της συμμετοχικής δράσης του αναιρεσείοντος με την μορφή της απλής συνέργειας, όπως ότι αυτός, όντας υπάλληλος της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων και στενός συγγενής του αυτουργού της απάτης Κ. Τ., παρέλαβε τα αναφερόμενα στο βούλευμα εικονικά τιμολόγια από τον τελευταίο, πάνω στα οποία αυτός είχε θέσει κατ' απομίμηση τις υπογραφές τρίτων προσώπων, και φρόντισε να τα καταστήσει διάτρητα, ώστε να δείχνουν γνήσια και νόμιμα, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τις διατρητικές μηχανές της υπηρεσίας του, στις οποίες είχε πρόσβαση κατ' ανοχή συναδέλφων του.
Επί πλέον, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, είχε γνωστοποιήσει στον αυτουργό Κ. Τ. και τα φορολογικά στοιχεία των επιχειρήσεων, στο όνομα των οποίων φερόταν ότι είχαν εκδοθεί τα τιμολόγια. Στη συνέχεια με πληρότητα δικαιολογεί τον δόλο του αναιρεσείοντος ως απλού συνεργού που συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση της πράξης της κακουργηματικής απάτης και την βούλησή του να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό και καταλήγει ότι οι εκτεθείσες ενέργειες του αναιρεσείοντος συνιστούν παροχή συνδρομής πριν από την τέλεση της πράξης.
Τέλος δέχεται το βούλευμα ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος συντρέχει και η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης του, αφού, φροντίζοντας να έχει πρόσβαση στις διατρητικές μηχανές και στα στοιχεία των φορολογουμένων από τα αρχεία της υπηρεσίας του, είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή και ενεργούσε όχι ευκαιριακά, αλλά με βάση οργανωμένο σχέδιο και μεθοδευμένο τρόπο ενέργειας και με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της συγκεκριμένης πράξης, έτσι ώστε τα εικονικά τιμολόγια να εμφανίζονται ως γνήσια, και με περαιτέρω σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από τη δραστηριότητα αυτή, δεδομένου μάλιστα, όπως δέχεται το βούλευμα, και ο ίδιος ως αυτουργός είχε οργανώσει το έτος 1995 παρόμοια απάτη σε βάρος του Δημοσίου με την κατασκευή εικονικών τιμολογίων, χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα.
Επομένως και κατά το δεύτερο σκέλος, υπό στοιχ. Β' της αίτησης, ο πρώτος λόγος, με τον οποίον προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις παραπάνω παραδοχές του βουλεύματος, και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται, αφενός μεν έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, αφετέρου δε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1 και 3, 13, 47 παρ. 1 και 49 παρ 2 ΠΚ, είναι αβάσιμοι.
Ειδικότερα, ως προς τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, το Συμβούλιο Εφετών σωστά τις εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, η προκληθείσα από την απάτη του αυτουργού ζημία του Δημοσίου ανήλθε στο, μεγαλύτερο των 5.000.000 δραχμών, ποσό των 7.205.315 δραχμών, ήδη 21.146 ευρώ, και επομένως η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων, ενόψει και του ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ανωτέρω επιβαρυντική περίσταση, φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος σε κάθε περίπτωση, τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όσα δε αντίθετα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον εξεταζόμενο εδώ δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή η τελεσθείσα από αυτόν πράξη έχει χαρακτήρα πλημ/τος, είναι αβάσιμα, όπως και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
β' ΚΠΔ ως άνω λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 3/14-4-2005 αίτηση του Ν. Κ. του Ι., για αναίρεση του υπ' αριθμόν 100/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2006
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ