Legislator Case Law & Legislation
399/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural default and substantive burden of proof error. Appeal rejected due to respondent's absence and lack of reversible error.

Case Number 399/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of Thessaloniki Court of Appeal, ruling that the respondent company was legally summoned but failed to appear at the hearing. The appellants argued the lower court incorrectly reversed the burden of proof regarding the debtor's insufficient assets, but the court found no reversible error since the first instance judgment was based on a full judicial conviction of the facts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the costs were assigned to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559(13), 939, 941, 942, 943 of the Code of Civil Procedure; Articles 495(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the respondent is absent after legal summons, and a claim of burden of proof reversal is unfounded when the lower court reached a full judicial conviction based on the established facts.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural default burden of proof judicial conviction legal summons insufficient assets costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1551/2022
Supreme Court Case 974/2018
Supreme Court Case 10/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 399 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ψ. του Θ., 2) Θ. Ψ. του Ι., 3) Α. Ψ. του Ι., κατοίκων ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κουροπαλάτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....." και τον διακριτικό τίτλο ".....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/ΤΠ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1353/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/8/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. Δ4986/28.6.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ι.Β.Γ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την 8.5.2023, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση για την τελευταία αυτή δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στην αναιρεσίβλητη.

Όμως, η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία, υπ' αριθ. 1353/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 118/ΤΠ/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 1.4.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 26/2024, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 26/2024, ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 26/2024, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014).

Έπεται, δηλαδή, η εν λόγω παροχή των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην έναντι κάθε καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, αποκατάσταση της διαταραχθείσας οικονομικής τάξης του οφειλέτη έναντι των δανειστών του (ΑΠ 977/2021, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015).

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 26/2024, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014).

Επίσης, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 26/2024). Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ.

της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 26/2024, ΑΠ 1732/2022, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησης της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Δυνάμει της υπ'αριθμ. .../16-1- 1998 σύμβασης πίστωσης, που καταρτίστηκε στη ....., η ενάγουσα τραπεζική εταιρία, χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "....." και ήδη ".....", πίστωση μέχρι του ποσού των 85.000.000 δραχμών και ήδη 249.449,74 ευρώ με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτή.

Την παραπάνω σύμβαση, εγγυήθηκε, σύμφωνα με τον 25° όρο αυτής, μεταξύ των άλλων και ο πρώτος εναγόμενος. Ειδικότερα, ο τελευταίος, εγγυήθηκε εγγράφως ρητά και ανεπιφύλακτα την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης προερχόμενης από την πίστωση αυτή, πλέον τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων, ευθυνόμενος σε ολόκληρο με την πιστούχο έναντι της ενάγουσας, παραιτούμενος του δικαιώματος διζήσεως του άρθρου 855 Α.Κ και συμφωνώντας, περαιτέρω, κατά τον όρο 25.2 αυτής, ότι κάθε αναγνώριση χρέους από τον οφειλέτη προς την τράπεζα, θα δεσμεύει και τον ίδιο ως εγγυητή.

Στη συνέχεια, καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της ως άνω πιστούχου και των εγγυητών αυτής, οι από 6-2-2001, 5-6-2001, 1-6- 2004 και 3-2-2006 πρόσθετες της αρχικής σύμβασης πράξεις δυνάμει των οποίων αυξήθηκε το πιστωτικό της όριο κατά, 40.000.000 δραχμές και ήδη 117.388,12 ευρώ, 10.000.000 δραχμές και ήδη 29.347,03 ευρώ, 53.815,11 ευρώ και 550.000 ευρώ, αντίστοιχα, ανερχόμενη έτσι συνολικά στο ποσό του 1.000.000 ευρώ.

Για την παρακολούθηση και εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης πίστωσης, τηρήθηκαν από την ενάγουσα οι υπ'αριθμ. 830-00-2030-023829, 830-00-2030-026430, 830-00-2030-031159, 942-00-1000-762950, 942001003526662 και 942001002326191 λογαριασμοί κίνησης. Σημειώνεται ότι η κίνηση των ανωτέρω λογαριασμών, καθώς και το προκύψαν εξ αυτού χρεωστικό κατάλοιπο, όπως αυτό περιέχεται στην αγωγή, δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους.

Ωστόσο, η συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας δανείστριας και της πρωτοφειλέτριας πιστούχου δεν εξελίχθηκε ομαλά, λόγω συναλλακτικής ασυνέπειας της τελευταίας και για το λόγο αυτό η πρώτη (ενάγουσα), την 5-11-2010, όπως είχε δικαίωμα, σύμφωνα με το νόμο και τους όρους της αναφερόμενης σύμβασης και επειδή δεν τηρούνταν οι όροι της προαναφερόμενης σύμβασης πίστωσης από την ανωτέρω πιστούχο, η οποία έκανε χρήση αυτής, όπως προαναφέρθηκε, προέβη στο οριστικό κλείσιμο των εντός των πλαισίων αυτής κινηθέντων λογαριασμών.

Στη συνέχεια, (η ενάγουσα) με την από 7-12-2010 εξώδικη δήλωσή της απευθυνόμενη προς την πιστούχο και τους εγγυητές, συμπεριλαμβανομένου και του πρώτου εναγομένου, την οποία κοινοποίησε προς αυτούς με τις υπ' αριθμ. 8538Δ' και 8539Δ79-12-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ..., Δ.Α., γνωστοποίησε την από 5-11-2010 γενόμενη καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης και το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε από τους εκ των ανωτέρω τηρηθέντων, υπ' αριθμ. 942001003526662, ύψους 63.824,20 ευρώ και 942001002326191, ύψους 30.297,95 ευρώ, λογαριασμούς και συνολικού ύψους 94.122,15 ευρώ, καλώντας τους συγχρόνως να εξοφλήσουν την ως άνω οφειλή, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών (6-11-2010) μέχρι πλήρους εξόφλησης.

Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση την 1-4-2011, επίδοση την 14-4-2011), η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της δανείστριας, καθώς είχε ήδη γεννηθεί η σε βάρος της πιστούχου και του εγγυητή-πρώτου εναγομένου απαίτησή της, έστω και αν δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, με την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, η οποία, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, έλαβε χώρα προ της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Λόγω μη ανταπόκρισης της πιστούχου και των εγγυητών στην εξόφληση της ανωτέρω οφειλής τους, η ενάγουσα υπέβαλε εναντίον τους, μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου, την από 22-3-2011 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1082/ΔΠ/207/24-3-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... . Επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου Α' εκτελεστού της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε και στον πρώτο εναγόμενο, προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, την 1-4-2011 και με επιταγή προς πληρωμή, συνολικού ποσού 110.109,83 ευρώ, την 2-7-2012 (βλ.

την υπ'αριθμ. 9249Δ71-4-2011 και 115ε72-7-2012 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή) και κατ'αυτής ουδεμία ανακοπή έχει ασκηθεί, όπως τούτο προκύπτει από το υπ'αριθμ. 7092/28-9-2012 πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου ... έχοντας αποκτήσει συνεπώς αυτή ισχύ δεδικασμένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, πριν από το χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, που έλαβε χώρα την 5-11-2010, με το προαναφερθέν χρεωστικό σε βάρος του κατάλοιπο, και συγκεκριμένα, την 31-7-2009, είχε προβεί σε απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες.

Ειδικότερα, δυνάμει του υπ'αριθμ. ..../31-7-2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Α.Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό του, δεύτερο εναγόμενο, το υπ'αριθμ. 193 οικόπεδο, με ΚΑΕΚ .....4014/0/0, ολικής έκτασης 388 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού Πανοράματος του Δήμου ..., στο 15 Ο.Τ.

επι της οδού Π. Ν. και συνορεύει με δημοτική οδό και με τα 183, 182, 192 και 194 τεμάχια οικοπέδων, όπως αυτό σημειώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο κτήσης τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Ε.Κ. . Ακολούθως, δυνάμει του υπ'αριθμ, ..../31-7-2009 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους, υιούς του, ιδανικό μερίδιο 3/8 ή 37,50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αναλογίας 3/4 ή 75% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, ολικής έκτασης 827,24 τ.μ., με αντίστοιχη αναλογία 3/4 εξ αδιαιρέτου στην επ' αυτού ισόγεια οικία, εμβαδού 166 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του δημοτικού διαμερίσματος ....., στο 247 Ο.Τ., επι της οδού ...

Σ., του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... και συνορεύει με την οδό ... Σ., με ανώνυμη δημοτική οδό και με ιδιοκτησίες Φ. Κ., Κ.Κ., Μ. και Κ.Α. και εικονίζεται σημειούμενο περιμετρικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα, που εκπονήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Κ.Π. και προσαρτήθηκε στην με αριθμό ..../2005 πράξη της συμβολαιογράφου ...

Π.Κ. . Η αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων, κατά το χρόνο κατάρτισης των προαναφερομένων συμβολαίων, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν κατά το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού, στο ποσό των 73.545,40 ευρώ και 62.610,26 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 136.155,66 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικώς από τους εναγόμενους.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του και συνακόλουθα η διάγνωση της αφερεγγυότητάς του και του προσδιορισμού της βλάβης της ενάγουσας (Ολ. ΑΠ 12/2012, ΑΠ 1284/2011 ...), δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία που να είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησης της τελευταίας.

Η ανεπάρκεια δε της περιουσίας του πρώτου εναγομένου εξακολουθούσε υφισταμένη κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (13-2-2013), λαμβανομένου υπόψη του ως άνω ύψους του χρέους αυτού προς την ενάγουσα σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλης επαρκούς αξιόχρεης περιουσίας του, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια (ΑΠ 805/2013. ... ).

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο των ένδικων απαλλοτριώσεων, είχε μεν στην κυριότητά του, το με αριθμό 194 οικόπεδο, έκτασης 387 τ.μ., που βρίσκεται στον συνοικισμό "....." ..., επι της οδού Π.Ν. αριθμός 17, στο με αριθμό 15 Ο.Τ. επι του οποίου έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, εμβαδού 122,50 τ.μ., πρώτο όροφο, εμβαδού 122,50 τ.μ.

και δεύτερο όροφο, εμβαδού 122,50 τ.μ., πλην επ'αυτού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα, από 25-1-2013 αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου του Κτηματολογικού Γραφείου ... (με ΚΑΕΚ ...4013/0/0), υπήρχαν εγγεγραμμένα εμπράγματα βάρη και συγκεκριμένα είχαν εγγράφει στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ..., α) στον τόμο ΣΞΗ και αριθμό 67, την 28-9-2001, δυνάμει της υπ'αριθμ. 1166/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δεύτερη προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 152.604,50 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, β) στον τόμο ΣΞΗ και αριθμό 67, την 24-10-2003, δυνάμει της υπ'αριθμ. 1508/2003 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, τρίτη προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 360.000,00 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησης της ίδιας ως άνω τραπεζικής εταιρίας, η οποία (απαίτηση) δυνάμει της υπ'αριθμ. 476/5-5-2009 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, εκχωρήθηκε από την ασφαλισμένη δανείστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." προς την τραπεζική εταιρία ".....

ΑΕ". Επίσης δηλώθηκε συνέχιση του επ'αυτού διενεργηθέντος πλειστηριασμού με το υπ'αριθμ. ...../31-5-2012 έγγραφο της συμβολαιογράφου ..., Γ.Ο., που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία, την 1-6-2012 με αριθμό 1229, υπέρ της επισπεύδουσας Γ. Α. , για ποσό 6.000 ευρώ και καταχωρήθηκαν την 8-6-2012 με αριθμό 1292 και την 5-9-2012 με αριθμό 1864, δηλώσεις αναγγελίας απαίτησης (που επέχουν θέση κατάσχεσης), ποσού 363.807,12 ευρώ της επισπεύδουσας ".....".

Η αγοραία αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης, ανερχόταν στο ποσό των 219.850,00 ευρώ, όπως αυτή, άλλωστε, προσδιορίσθηκε από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου ..., Μ. Π. και αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία, στην υπ'αριθμ. ..../7-9-2010 κατασχετήρια έκθεσή του δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε επ'αυτού από την δανείστρια του πρώτου εναγομένου Α.

Κ., αναγκαστική κατάσχεση ενώ η επικαλούμενη από τους εναγόμενους αξία αυτού, ανερχόμενη στο ποσό των 900.000,00 ευρώ περίπου, κρίνεται υπερβολική και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση του ως άνω αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτηση της, την ύπαρξη της οποίας καθώς και τη φθίνουσα οικονομική πορεία της πιστούχου, ο πρώτος των εναγομένων λόγω και της ιδιότητάς τους αρχικά του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αυτής (πιστούχου) και ακολούθως, μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία, του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, γνώριζε, αφού ήδη από το έτος 2008, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα έγγραφο του καταστήματος της ......, όπου τηρείτο η επίμαχη οφειλή αλλά και από τον δημοσιευμένο ισολογισμό της πρωτοφειλέτριας της 31-12-2009, η τελευταία εμφάνιζε σημαντική επιβάρυνση των οικονομικών της στοιχείων με αποτέλεσμα τη μείωση του πιστωτικού ορίου της με την από 28-11-2008 απόφαση του αρμόδιου συμβουλίου της ενάγουσας, στηριζόμενη στην κάθετη αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων της εταιρίας όπως αυτές εμφανίζονταν στον δημοσιευμένο ισολογισμό της 31-12-2007 ενώ την 18-11-2009 μειώθηκαν περαιτέρω τα πιστωτικά της όρια, καθώς ο ισολογισμός της 31-12-2008 εμφάνιζε αύξηση των δανειακών της υποχρεώσεων σε συνδυασμό με την εμφάνιση σημαντικού ύψους επισφαλειών και εν τέλει με την από 2-3-2010 απόφαση της αρμόδιας διεύθυνσης της ενάγουσας σταμάτησε οριστικά η χρηματοδότηση της εταιρίας ενόψει της αρνητικής εικόνας που εμφάνιζαν τα οικονομικά της στοιχεία κατά την τελευταία τριετία.

Η εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας προκύπτει εξάλλου αβίαστα και από το γεγονός ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα ήταν τα μοναδικά εμφανή αξιόχρεα, ελεύθερα βαρών, περιουσιακά του στοιχεία καθώς το εναπομείναν στην κυριότητά του ως άνω ακίνητο ήταν, όπως προαναφέρθηκε, βεβαρυμμένο με εμπράγματες εξασφαλίσεις από άλλους οφειλέτες του, για ληξιπρόθεσμα χρέη που υπερέβαιναν την αξία του.

Επομένως, κατά το χρόνο των ένδικων απαλλοτριώσεων ο πρώτος εναγόμενος αποδεχόταν με βεβαιότητα το γεγονός ότι με αυτές ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία ήδη κατά τα ανωτέρω έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ανωτέρω απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν ασκεί εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη, από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, με το κλείσιμο των λογαριασμών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα πριν από την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η δε απαίτηση αυτής απλώς κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μεταγενέστερα ...

Ενόψει δε της χαριστικής αιτίας των δικαιοπραξιών, δεν απαιτείται γνώση των δευτέρου και τρίτου εναγομένων περί του ότι ο οφειλέτης πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριας (άρθρο 942 ΑΚ) και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση αυτής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ύπαρξης επαρκούς περιουσίας ακίνητης περιουσίας της πρωτοφειλέτριας, από την συνολική αξία της οποίας υπερκαλύπτεται η απαίτηση της ενάγουσας κρίνεται απορριπτέος, καθόσον τα παραπάνω περιστατικά και αν ακόμα υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο αυτού που απαλλοτριώνει και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, η απαιτούμενη δε για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή και η αφερεγγυότητα του οφειλέτη εξακολουθούν να υφίστανται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία ή τη φερεγγυότητα για την ικανοποίηση του δανειστή, τόσο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, όσο και κατ' αυτόν της άσκησης της αγωγής ή της συζήτησής της.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, συντρέχει νόμιμος λόγος, για την ικανοποίηση εκ μέρους της ενάγουσας, της ληξιπρόθεσμης οφειλής της πιστούχου, ποσού 94.122,15 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για την οποία ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος, διάρρηξης των ένδικων απαλλοτριώσεων." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση των αναιρεσειόντων, την απέρριψε κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθ. 118/ΤΠ/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 1.4.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 942, 943 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη των ως άνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, δεδομένου ότι δέχθηκε:

α) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", από την υπ'αριθμ. .../16-1-1998 σύμβαση πίστωσης, που καταρτίστηκε στη ..., με βάση την οποία η αναιρεσίβλητη χορήγησε στην ως άνω πιστούχο εταιρία πίστωση μέχρι του ποσού των 85.000.000 δραχμών και ήδη 249.449,74 ευρώ με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτή, όπως τροποποιήθηκε με τις από 6-2-2001, 5-6-2001, 1-6- 2004 και 3-2-2006 πρόσθετες της αρχικής σύμβασης πράξεις δυνάμει των οποίων αυξήθηκε το πιστωτικό της όριο κατά, 40.000.000 δραχμές και ήδη 117.388,12 ευρώ, 10.000.000 δραχμές και ήδη 29.347,03 ευρώ, 53.815,11 ευρώ και 550.000 ευρώ, αντίστοιχα, ανερχόμενη έτσι συνολικά στο ποσό του 1.000.000 ευρώ, β) ότι ο πρώτος αναιρεσείων, εγγυήθηκε την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης προερχόμενης από την πίστωση αυτή, πλέον τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων, ευθυνόμενος σε ολόκληρο με την πιστούχο έναντι της ενάγουσας, παραιτούμενος του δικαιώματος διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ και συμφωνώντας, περαιτέρω, ότι κάθε αναγνώριση χρέους από τον οφειλέτη προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα, θα δεσμεύει και τον ίδιο ως εγγυητή, γ) ότι η συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας δανείστριας και της πρωτοφειλέτριας πιστούχου δεν εξελίχθηκε ομαλά και για το λόγο αυτό η αναιρεσίβλητη προέβη στις 5.10.2010 στο οριστικό κλείσιμο των εντός των πλαισίων αυτής κινηθέντων λογαριασμών και γνωστοποίησε προς τον αναιρεσίβλητο στις 9.12.2010 την γενόμενη καταγγελία και το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε συνολικού ύψους 94.122,15 ευρώ, δ) ότι στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1082/ΔΠ/207/24-3-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ενώ επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου Α' εκτελεστού της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε και στον πρώτο αναιρεσείοντα, προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, την 1-4-2011 και με επιταγή προς πληρωμή, συνολικού ποσού 110.109,83 ευρώ, την 2-7-2012, ε) ότι κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση την 1-4-2011, επίδοση την 14-4-2011), η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της δανείστριας, καθώς είχε ήδη γεννηθεί η σε βάρος της πιστούχου και του εγγυητή - πρώτου αναιρεσείοντος απαίτησή της, έστω και αν δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, με την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, η οποία, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, έλαβε χώρα προ της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στ) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, πριν από το χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, με το προαναφερθέν χρεωστικό σε βάρος του κατάλοιπο, και συγκεκριμένα, την 31-7-2009, είχε προβεί σε απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες μεταβιβάζοντας προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, γιους του, τα περιγραφόμενα ακίνητα, λόγω γονικής παροχής, ζ) ότι η αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων, κατά το χρόνο κατάρτισης των προαναφερόμενων συμβολαίων, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν κατά το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού, στο ποσό των 73.545,40 ευρώ και 62.610,26 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 136.155,66 ευρώ, η) ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία που να είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησης της τελευταίας, η δε ανεπάρκεια της περιουσίας του εξακολουθούσε υφισταμένη κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (13-2-2013), καθόσον τούτος κατά το χρόνο των ένδικων απαλλοτριώσεων, είχε μεν στην κυριότητά του, το με αριθμό 194 οικόπεδο, έκτασης 387 τ.μ., που βρίσκεται στον συνοικισμό "..." ..., επι της οδού Π.

Ν. αριθμός 17, στο με αριθμό 15 Ο.Τ. επι του οποίου έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή, αξίας 219.850,00 ευρώ, πλην όμως η αξία του συγκεκριμένου αυτού περιουσιακού του στοιχείου δεν ήταν επαρκής για την ικανοποίηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης δεδομένου ότι επί του ακινήτου αυτού είχαν εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ..., δεύτερη προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 152.604,50 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τρίτη προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 360.000,00 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησης της ίδιας ως άνω τραπεζικής εταιρίας, ενώ δηλώθηκε συνέχιση του επ' αυτού διενεργηθέντος πλειστηριασμού που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία, την 1-6-2012 με αριθμό 1229, υπέρ της επισπεύδουσας Γ.

Α., για ποσό 6.000 ευρώ και καταχωρήθηκαν την 8-6-2012 με αριθμό 1292 και την 5-9-2012 με αριθμό 1864, δηλώσεις αναγγελίας απαίτησης (που επέχουν θέση κατάσχεσης), ποσού 363.807,12 ευρώ της επισπεύδουσας "...", θ) ότι η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτηση της, ι) ότι ενόψει της χαριστικής αιτίας των δικαιοπραξιών, δεν απαιτείται γνώση των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων περί του ότι ο οφειλέτης πρώτος αναιρεσείων απαλλοτριώνει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης δανείστριας.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την κατά νόμο θεμελίωση της εναντίον τους αγωγής διάρρηξης, με το να δεχθεί 1) ότι ο εγγυητής είναι οφειλέτης με την έννοια του άρθρου 942 ΑΚ μόνον όταν επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ικανοποιηθεί από την περιουσία του πρωτοφειλέτη, 2) ότι η αναιρεσίβλητη πριν από το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν κατέστη δανείστρια αυτού ενόψει του ότι είχαν ήδη συντελεστεί οι επίδικες απαλλοτριώσεις πριν από το χρονικό αυτό σημείο και 3) ότι η διάταξη του άρθρου 942 ΑΚ είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ., που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές:

ότι ο πρώτος αναιρεσείων μεταβίβασε τα ανωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα στους άλλους δύο αναιρεσίβλητους γιους του εν γνώσει του ότι η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και ότι δεν ασκεί επιρροή η επικαλούμενη επάρκεια της περιουσίας της πρωτοφειλέτριας και πιστούχου για την ικανοποίησης της πιο πάνω αξίωσης.

Βάσει δε των περιστατικών αυτών εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να απαιτήσει τη διάρρηξη των επίμαχων μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών στο σύνολό τους, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 942 ΑΚ, με το να μην διαλάβει επαρκείς παραδοχές για την δυνατότητα ικανοποίησης της αναιρεσίβλητης από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας, με συνέπεια να μη μπορεί να κριθεί εάν έπρεπε να διαρρηχθούν οι ένδικες δικαιοπραξίες ως καταδολιευτικές, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης, επικαλούμενος ότι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα ήταν τα μοναδικά εμφανή αξιόχρεα περιουσιακά στοιχεία ελεύθερα βαρών του πρώτου αναιρεσείοντα αντέστρεψε το βάρος απόδειξης ως προς την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας αυτού για την ικανοποίηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης.

Ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, δεχόμενο με τις παραδοχές του, τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, περί ανυπαρξίας επαρκούς εμφανούς περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντα για την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσής της και επομένως δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί, διότι αυτή λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.8.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 1353/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ