Legislator Case Law & Legislation
399/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over promotion denial due to statute of limitations and lack of prior promotion.

Case Number 399/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his promotion claim. The appellant argued he was wrongfully denied promotion to Deputy Director, but the Court found his claim for the lower rank was barred by the five-year statute of limitations. Furthermore, the claim for the higher rank was deemed legally inadmissible because no final decision had yet confirmed his eligibility for the lower rank. Consequently, the Court ruled that the lower court correctly applied the law and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250, 281, 914, 937 of the Civil Code; Article 577 of the Code of Civil Procedure: In labor disputes involving personnel regulations, a claim for promotion is barred by the five-year statute of limitations if filed after the relevant period, and is legally inadmissible if the prerequisite final decision for the lower rank has not been issued.

Keywords

AI generated
statute of limitations promotion denial labor dispute personnel regulations legal inadmissibility final decision requirement civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 250, 281, 914, 937 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 399 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 399/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αθηνάς Βέρροιου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1704/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3041/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.7.2020 και με αριθμό κατάθ. 5060/611/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3041/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε ο ενάγων ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 1704/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με αριθμό εκθ. καταθ. 120127/3255/20.12.2018) αγωγή του. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή.

Περαιτέρω, οι εργασιακές σχέσεις των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ρυθμίζονται από τον Κανονισμό εργασίας και προσωπικού της Τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 με την από 9.3.2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συνήφθη δε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της Εθνικής Τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε και κατατέθηκε νομίμως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12.3.2001 και ως εκ τούτου έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν.1876/1990 (ΑΠ 1494/2010, 1751/2008).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4 και 13 του ανωτέρω Κανονισμού, οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις, από τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και άνω, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή, εφόσον ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη πραγματική υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Η κρίση για το ευδόκιμο της τοιαύτης υπηρεσίας και η ακολουθούσα "απόλυτη εκλογή", καίτοι οι ως άνω διατάξεις δεν εμπεριέχουν ρητή μνεία, θα πρέπει να σχηματίζεται με βάση τα στοιχεία του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα των εκθέσεων (Δελτία Ποιότητας), που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα (άρθρο 12 του Κανονισμού) και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την ποιοτική και ποσοτική επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας του υπαλλήλου.

Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινόμενων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.

Στη περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώρισή της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΠ 709/2013, 440/2009, 134/2007, 749/2001).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1082/1980 ορίζεται ότι "η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφ' ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό, στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διάταξης, να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της εναγομένης Τράπεζας, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου της για καταχρηστική παράλειψή του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντιστοίχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίο παραλείφθηκε βαθμό.

Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διάταξης θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της Τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησής της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας, κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της, με βάση τα θεωρούμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό το φόβο της κρίσης ως καταχρηστικής κάθε παράλειψης προαγωγής υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως το σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του οργανισμού αυτής, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ` εκλογή προαγωγή έχει η συμπλήρωση τριετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό (ΟλΑΠ 11/2010).

Σε περίπτωση καταχρηστικής παραλείψεως της προαγωγής υπαλλήλου οι γεννώμενες λόγω της αδικοπραξίας απαιτήσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (άρθρ. 937 εδαφ. α' Α.Κ.) δηλαδή από τότε που ο παραλειφθείς έλαβε κατά οιονδήποτε τρόπο γνώση της αποφάσεως για τη μη προαγωγή του, χωρίς να απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής και η γνώση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε να μπορεί ο ίδιος να διαπιστώσει ότι η παράλειψή του έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος του εργοδότη του.

Η διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ που αφορά την παραγραφή των εργατικών μισθών κλπ δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1678/2008).

Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε απορρίψει την αγωγή, με την οποία ο εκκαλών, επικαλούμενος ότι η αναιρεσίβλητη, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παρέλειψε καταχρηστικά να τον προαγάγει στους βαθμούς του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, ζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, δέχθηκε αφ' ενός ότι υπό τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά, ότι ο εκκαλών δεν είχε ασκήσει μέχρι το έτος 2012 καθήκοντα Υποδιευθυντή Β', αφού δεν είχε ακόμα εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι έπρεπε να προαχθεί στον εν λόγω βαθμό, η αγωγή ως προς το αίτημα προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' δεν ήταν νόμιμη, διότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του εκκαλούντος η απαιτούμενη από τον Οργανισμό Προσωπικού της εφεσιβλήτου προϋπόθεση της πραγματικής τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό, ώστε να δύναται να συμπεριληφθεί αυτός στους υποψηφίους προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' και αφ' ετέρου ότι η αξίωσή του προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' είχε υποπέσει σε παραγραφή και κατά τούτο η αγωγή ήταν ουσία αβάσιμη, αφού από 18.7.2013, οπότε πραγματοποιήθηκαν οι προαγωγικές κρίσεις μέχρι 24.12.2018, οπότε ασκήθηκε η αγωγή, παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κανονισμού της Εθνικής Τράπεζας και των άρθρων 250,281, 914, 937 ΑΚ, αφού η αγωγή ως προς το μεν αίτημα της προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' ήταν μη νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση περί προαγωγής του εκκαλούντος στον προηγούμενο βαθμό, ως προς δε το αίτημα της προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' ήταν ουσία αβάσιμη, διότι η σχετική αξίωση είχε υποπέσει στη πενταετή παραγραφή.

Κατά συνέπεια, οι εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2020 αίτηση του Χ. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3041/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ