Supreme Court allows appeal against first instance judgment regarding statute of limitations defense in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the first-instance judgment regarding the statute of limitations defense in a labor dispute. The plaintiff argued that certain claims were time-barred, while the defendant contended that specific payments were not yet due. The court ruled that the statute of limitations had expired for claims made before December 31, 2007, and accepted the appeal on this specific ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine sua sponte the presence of parties during an appeal hearing, and if the opposing party accelerates the hearing, it must verify the legal summons of absent parties before proceeding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 399 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Χριστίνας Γιωτοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Θ. Π. του Κ. και 2) Έ. Κ. του Γ., κατοίκων Ιωαννίνων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.07.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 385/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 65/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29.05.2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αντίθετη περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../10-12-2019, 2193Β'/17-12-2019, 2511Β/13-10-2020 και .../13-10-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Θεοδώρας Αθανασοπούλου, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Β' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο της 22.09.2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, και στη συνέχεια νέας κλήσης προς συζήτηση με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στις αναιρεσίβλητες. Οι τελευταίες όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση παραστάσεώς τους (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α'και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
[2] Με την από 29.05.2018 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 65/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία την από 18.07.2016 έφεση του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 385/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 14.07.2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς το δεύτερο εναγόμενο κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, και κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών στις 30.04.2018 και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στο Γραμματέα του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου στις 29.05.2018, δηλαδή εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ’ αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή έργου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα αυτήν, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και υπάγοντας αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν σ' αυτήν τα μέρη και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της από το νόμο (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α’ του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
[4] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι αναιρεσίβλητες με την από 14.07.2010 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά των α) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (Ε.Ε.Τ.Α.Α), και β) Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου που συνήψαν με την πρώτη εναγομένη, που ενεργούσε για λογαριασμό της Περιφέρειας Ηπείρου, εκ των οποίων η πρώτη στις 03.03.2005 και 06.04.2009, αντίστοιχα, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ηπείρου, ενιαίας αποκεντρωμένης μονάδας διοίκησης του Ελληνικού Δημοσίου, ως υπάλληλοι γραφείου, μέχρι τις 30.04.2020 που απολύθηκαν και ότι οι πιο πάνω συμβάσεις κατ’ επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα συνιστούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι ίδιες εργάζονταν προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της πιο πάνω υπηρεσίας της Περιφέρειας Ηπείρου υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων αυτής.
Ζήτησαν δε: (α) να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση που τις συνέδεε με το Ελληνικό Δημόσιο και την Ε.Ε.Τ.Α.Α. Α.Ε. είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30.04.2010 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, (γ) να υποχρεωθούν το Ελληνικό Δημόσιο και η Ε.Ε.Τ.Α.Α.
Α.Ε. να αποδεχθούν τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τους όρους των υποκρυπτόμενων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και (δ) να υποχρεωθούν οι ως άνω αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους, να καταβάλουν σε καθεμία από αυτές, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που αντιστοιχούν σε οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, αποζημίωση απόλυσης και αποζημίωση αδείας, επιδόματα και δώρα, κυρίως μεν με βάση τις συμβάσεις εργασίας που κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό υφίσταντο μεταξύ τους, επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 385/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία: (α) απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, (β) απορρίφθηκε η αγωγή κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι οι μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και (γ) αφού κρίθηκε ότι οι ενάγουσες παρείχαν την εργασία τους στο δεύτερο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας και ότι αυτές δικαιούνταν, κατ’ άρθρο 904 ΑΚ, τα ποσά που δεν έλαβαν για αποδοχές αδείας - επιδομάτων και δώρα εορτών καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό 16.107,50 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό 3.360 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Μετά την άσκηση εφέσεως από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 65/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα:
|Ότι οι ενάγουσες συνήψαν με την πρώτη εναγομένη Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) ΑΕ, που ενεργούσε για λογαριασμό της Περιφέρειας Ηπείρου, συμβάσεις έργου, η πρώτη στις 03.03.2005 και η δεύτερη στις 06.04.2009, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους στην Περιφέρεια Ηπείρου απασχολούμενες με την εισαγωγή στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα τήρησης δεδομένων των μεταναστών που διαβιούν στην Ελλάδα, τα οποία τηρούνται στις υπηρεσίες αλλοδαπών και μεταναστών της κάθε περιφέρειας, καθώς και τη διοικητική υποστήριξη των αρμόδιων υπηρεσιών για την έκδοση αδειών των μεταναστών κατά τις διατάξεις του Ν. 2910/2001 και με τις διοικητικές εργασίες για την προετοιμασία έκδοσης αδειών παραμονής των μεταναστών που διαβιούν στην Ελλάδα και ειδικότερα τον έλεγχο των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση των ανωτέρω αδειών, τη διεκπεραίωση, ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των εγγράφων και των φακέλων που τηρούνται στις υπηρεσίες αλλοδαπών και μεταναστών της Περιφέρειας.
Ότι στα πλαίσια των καθηκόντων τους οι ενάγουσες προέβαιναν στην παραλαβή, πρωτοκόλληση, ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των σχετικών με την έκδοση αδειών παραμονής των μεταναστών εγγράφων και την εισαγωγή των σχετικών στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα τήρησης δεδομένων.
Ότι το ακριβές αντικείμενο της εργασίας των εναγουσών, τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις τους, δεν το καθόριζαν οι υπάλληλοι της ΕΕΤΑΑ αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Περιφέρειας, οι οποίοι ενέταξαν τις υπηρεσίες των εναγουσών στο πλαίσιο της διοικητικής τους λειτουργίας προκειμένου να ανταποκριθούν στον αυξημένο όγκο της εργασίας τους, μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 2910/2001 χρονικού διαστήματος, λόγος για τον οποίο άλλωστε και προσλήφθηκαν οι ενάγουσες.
Ότι οι υπάλληλοι αυτοί της Περιφέρειας προΐσταντο των εναγουσών, ανέθεταν σ' αυτές εργασίες, τις επόπτευαν και τις καθοδηγούσαν και για τις υπηρεσίες τους αυτές, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε συνολική αμοιβή που αντιστοιχούσε στη διάρκεια ισχύος κάθε σύμβασης και ανανέωσης ή παράτασης, η οποία συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά μετά την έκδοση από τις ενάγουσες δελτίου παροχής υπηρεσιών.
Ότι τα συμφωνηθέντα αυτά ποσά καταβλήθηκαν στις ενάγουσες σε ισόποσες μηνιαίες τμηματικές καταβολές μετά από έκδοση ισόποσου δελτίου παροχής υπηρεσιών από την καθεμία.
Ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι ενάγουσες προσελήφθηκαν για να εκτελέσουν συγκεκριμένο και καθορισμένο ή έστω καθορίσιμο εκ των προτέρων έργο, πολύ δε περισσότερο ότι συσχετίστηκε η αμοιβή τους με την πρόοδο του έργου και την ποιότητα-ποσότητα της εκτελούμενης από την καθεμία εργασίας τους. Αυτό με δεδομένο ότι οι ενάγουσες ελέγχονταν συστηματικά από τους υπαλλήλους της Περιφέρειας μόνο για την τήρηση του τεθέντος ωραρίου, λόγος για τον οποίο και τηρούταν ημερήσιο παρουσιολόγιο των εναγουσών με επιμέλεια των υπαλλήλων αυτών, που διαβιβαζόταν στην Περιφέρεια, ενώ, αντιθέτως, κανένα σύστημα ελέγχου δεν αναπτύχθηκε από πλευράς της τελευταίας προς διακρίβωση της εκτέλεσης από κάθε ενάγουσα συγκεκριμένου τμήματος του επικαλούμενου ανατεθέντος έργου.
Ότι από τα αυτά παρουσιολόγια συνάγεται και η υποχρέωση των εναγουσών να παρέχουν τις υπηρεσίες τους εντός καθορισμένου ωραρίου και σε συγκεκριμένο τόπο, μη ασκούντος ουδεμία επιρροή εν προκειμένω του γεγονότος ότι δεν διαλαμβάνεται στα ιδιωτικά συμφωνητικά των επίδικων συμβάσεων μνεία υποχρέωσης τήρησης ωραρίου, το οποίο οι ενάγουσες ούτως ή άλλως ήταν υποχρεωμένες να τηρούν.
Ότι η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο ότι η ΕΕΤΑΑ ήταν εκείνη, η οποία κατ' ουσία απασχόλησε τους ενάγουσες και ότι οι υπάλληλοί της τις καθοδηγούσαν και τις επόπτευαν, δεν συνεπάγεται ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι της μορφής μίσθωσης έργου, κατά τα αβασίμως από αυτό υποστηριζόμενα, για το λόγο ότι δεν τους επόπτευε το ίδιο, ενώ το ρόλο αυτό είχε αναλάβει η Περιφέρεια Ηπείρου, οι υπάλληλοι της οποίας και τον ασκούσαν για λογαριασμό του (εναγομένου).
Ότι, ενόψει του συνόλου των ανωτέρω περιστάσεων και πέραν του ισχύοντος τεκμηρίου υπέρ του χαρακτηρισμού των επίδικων συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, λόγω της μη τήρησης από την πλευρά της Περιφέρειας της τιθέμενης από τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 2639/1998 υποχρέωσης να υποβάλλει προς θεώρηση τις επίδικες συμβάσεις στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω εργασία είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ειδικότερα δε ότι η Περιφέρεια Ηπείρου απέβλεψε στην υπό των εναγουσών παρεχομένη εργασία καθαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, οι δε ενάγουσες τελούσαν υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων τους λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί, τηρούσαν καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχαν την εργασία τους στον ορισθέντα από την Περιφέρεια τόπο, ελέγχονταν δε ως προς την εκτέλεση της εργασίας τους από πρόσωπα της επιλογής της τελευταίας και συγκεκριμένα τους επιβλέποντες υπαλλήλους της και, προεχόντως τους προϊσταμένους υπαλλήλους της υπηρεσίας αλλοδαπών αυτής, σε κάθε δε περίπτωση η παροχή της εργασίας τους αποσκοπούσε μεν σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρισκόταν έξω από την εξουσία των εργαζομένων, οι οποίες δεν ανέλαβαν να παράγουν τούτο, αλλά απλώς να κάνουν ό,τι τους ήταν δυνατό για να παραχθεί.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι οι ως άνω συμβάσεις κατ’ επίφαση χαρακτηρίστηκαν κατά τη σύναψή τους ως συμβάσεις έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, επί των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ότι οι συμβάσεις αυτές φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες είναι άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται από το νόμο [...]|.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή μέρος, απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο που αφορά τη μετατροπή των επίδικων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου και στη συνέχεια: (α) αναγνώρισε ότι η συνδέουσα τις ενάγουσες και το δεύτερο εναγόμενο σχέση έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλην όμως οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αορίστου χρόνου) και (β) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, για δώρο εορτών Χριστουγέννων 2007-2009, δώρο Πάσχα 2008-2010 και για επίδομα και αποδοχές αδείας 2007-2010 το ποσό των 10.350,00 ευρώ (το κεφάλαιο της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που αφορά την επιδίκαση στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.360 ευρώ, δεν επανήλθε στο Εφετείο, αφού δεν προσβλήθηκε με σχετικό λόγο έφεσης).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε αποδεδειγμένα, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 681 ΑΚ, καθόσον αφορά το ως άνω ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού των συμβάσεων που συνέδεαν τις ενάγουσες με το εναγόμενο ως συμβάσεων εργασίας και όχι συμβάσεων έργου.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ουδόλως στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, δεδομένου ότι διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα διέλαβε ότι, οι ενάγουσες τελούσαν υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων τους λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί, τηρούσαν καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχαν την εργασία τους στον ορισθέντα από την Περιφέρεια τόπο, ελέγχονταν δε ως προς την εκτέλεση της εργασίας τους από πρόσωπα της επιλογής της τελευταίας και συγκεκριμένα τους επιβλέποντες υπαλλήλους της και, προεχόντως τους προϊσταμένους υπαλλήλους της υπηρεσίας αλλοδαπών αυτής, σε κάθε δε περίπτωση η παροχή της εργασίας τους αποσκοπούσε μεν σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρισκόταν έξω από την εξουσία των εργαζομένων, οι οποίες δεν ανέλαβαν να παράγουν τούτο, αλλά απλώς να κάνουν ό,τι τους ήταν δυνατό για να παραχθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι.
[5] Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του κράτους, (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), «η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της». Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ’ επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και αρ. 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ. ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1052/2018).
Συνεπώς, η διάταξη αυτή που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ΑΠ 1052/2018 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974).
Ακόμη, κατά το άρθρο 93 του ίδιου ως άνω νόμου (2362/1995), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.
Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ.
να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 1938/2008). Επιπλέον η παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ’ αρθρ. 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` άρθρο 94 εδ.
δ` ν. 2362/1995 (ΣτΕ 4024/2010) σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 2203/2014, 1310/2009).
Περαιτέρω, με το άρθρο 261 ΑΚ, (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.101 παρ.1 του ν.4139/2013), προβλέπεται ότι:
«Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης» (παρ.1).
«Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης» (παρ.2).
«Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση» (παρ.3).
Επιπλέον, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτή του άρθρου 92 του ανωτέρω ν. 2362/1995, σύμφωνα με το οποίο «Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδιστεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής» συνάγεται ότι, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου και Ο.Τ.Α.
αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει ως προς τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, οι οποίες είναι οι μοναδικές από τις περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται, όχι δε και η διάταξη του εδαφίου β' του άρθρου 255 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποία «Αναστέλλεται η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση» (ΣτΕ 4024/2010).
Ανωτέρα βία, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελεί κάθε απρόβλεπτο γεγονός που δε μπορεί να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και το οποίο καθιστά ανέφικτη την από το δικαιούχο ή με άλλο πρόσωπο, επιδίωξη της αξίωσής του. Δε συνιστά δε τέτοια περίπτωση η αποχή δικηγόρων από την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από το δημόσιο λειτούργημα, το οποίο ασκούν παρά μόνον εφ’ όσον συντρέχουν πρόσθετες, ιδιαίτερες περιστάσεις.
Και τούτο αφού η άσκηση του δικαιώματος αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, ακόμη και όταν δεν αποβλέπει μόνο στην εξυπηρέτηση των κλαδικών τους συμφερόντων, αλλά στοχεύει, κατά τις συλλογικές τους εκτιμήσεις, στην προαγωγή ευγενών πολιτικών στόχων, όπως η βελτίωση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, δεν εξικνείται μέχρι τη ματαίωση του δικαιώματος των πολιτών για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Γι’ αυτό και σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως είναι εμπειρικώς γνωστό στο χώρο λειτουργίας της δικαιοσύνης, κατά τη διάρκεια της αποχής χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ειδική άδεια σε δικηγόρους για την επιχείρηση πράξεων προς αποτροπή της απώλειας δικονομικών προθεσμιών ή της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής.
Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί η αποχή των δικηγόρων ως ανώτερη βία, που οδήγησε στην απώλεια προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου μέσου ή τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, πρέπει ο διάδικος, που επικαλείται την αναστολή της παραγραφής, να επικαλείται και αποδεικνύει ότι ο δικηγόρος του ζήτησε την παροχή αδείας από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αλλά έτυχε αρνητικής απαντήσεως (ΑΠ 820/2015, ΑΠ 1155/2012, ΑΠ 1642/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και πέραν των όσων ήδη προαναφέρθηκαν, δέχθηκε επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, για την καταβολή σ' αυτή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος και αποδοχών αδείας, τα ακόλουθα:
|Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με τον έκτο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι οι αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας έχουν υποπέσει στην 2ετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 (επίδοση της αγωγής στις 21.07.2010), γεγονός που σιωπηρά απέρριψε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ότι η ενάγουσα πρότεινε κατ’ ένσταση με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις αντενστάσεις διακοπής και αναστολής της παραγραφής, κατά τα άρθρα 92, 93 εδαφ. β' ν. 2362/1995 και 255 και 257 ΑΚ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι: (α) η παραγραφή των επίδικων αξιώσεών της για τα έτη 2007 και 2008 έχει διακοπεί με την από 31.12.2009 αίτηση της προς την Περιφέρεια Ηπείρου, με την οποία ζήτησε την ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεών της και (β) ότι για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο 2015 μέχρι τις 17.06.2016 ανεστάλη η παραγραφή λόγω ανωτέρας βίας, ήτοι λόγω της πανελλήνιας αποχής των δικηγόρων από την άσκηση των καθηκόντων τους [...].
Ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στις 21.07.2010.
Ότι όσον αφορά τις αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας, η οποία με την από 31.12.2009 αίτησή της προς την Περιφέρεια Ηπείρου διέκοψε την διετή παραγραφή τους, έχουν παραγραφεί αυτές που είχαν γεννηθεί και ήταν δικαστικά επιδιώξιμες πριν από τις 31.12.2007, ήτοι τα δώρα Πάσχα 2006 και 2007 που έπρεπε να καταβληθούν μέχρι 30 Απριλίου του ίδιου έτους και τα δώρα Χριστουγέννων, το επίδομα άδειας και οι αποδοχές άδειας 2005 και 2006, που έπρεπε κα καταβληθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Ότι, όσον αφορά όμως τις αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας για το δώρο Χριστουγέννων και το επίδομα και τις αποδοχές άδειας του έτους 2007, αυτές δεν έχουν παραγραφεί, διότι η παραγραφή αυτή έχει διακοπεί με την ως άνω αίτηση, αφού η δήλη ημέρα καταβολής τους (31.12.2007) αποτελεί και αφετηρία της διετούς παραγραφής του άρθρου 93 εδαφ. β’ ν. 2362/1995, έτσι ώστε οποιαδήποτε αξίωση παραγραφόταν την ημέρα αυτή, διεκόπη με την αίτηση.
Περαιτέρω, ότι οι ένδικες αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας δεν έχουν παραγραφεί «εν επιδικία», διότι η παραγραφή αυτή ανεστάλη κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο 2015 μέχρι τις 17.06.2016 λόγω ανωτέρας βίας, ήτοι λόγω της πανελλαδικής απεργίας των δικηγόρων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Ειδικότερα, η ένδικη έφεση προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στις 21.11.2012, κατά την οποία δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 16.01.2013 και ακολούθως για τις 06.11.2013, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων.
Ότι η ματαίωση της συζήτησης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως η παραγρ. 2 έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 102 παρ. 4 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚΑ 74/20-3-2013), οπότε η παραγραφή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 2 του ΑΚ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 101 παρ. 1 του ν 4139/2013 και η ρύθμιση του εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΑΚ 261 παρ.3), άρχισε πάλι έξι (6) μήνες μετά τη ματαίωση της συζήτησης, ήτοι στις 07.05.2014 και συμπληρωνόταν στις 07.05.2016.
Ότι η πρώτη ενάγουσα από λόγους ανωτέρας βίας εμποδίστηκε να ασκήσει μέσα στο τελευταίο 6μηνο του χρόνου της παραγραφής τις αξιώσεις της, ήτοι επίσπευση της προόδου της δίκης από 07.11.2015 έως 07.05.2016 (άρθρο 255 εδ. α’ ΑΚ), λόγω της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους στις 12.11.2015 και το χρονικό διάστημα από 05.01.2016 έως 17.06.2016, στην οποία (αποχή) συμμετείχε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγουσών.
Ότι, μετά τη λήξη της αναστολής, το χρονικό διάστημα της οποίας δεν υπολογίζεται στην παραγραφή, ήτοι στις 18.06.2016, άρχισε να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής ο οποίος όμως έπρεπε να συμπληρωθεί μετά την πάροδο έξι (6) μηνών, ήτοι στις 19.12.2016 (άρθρο 257 ΑΚ).
Ότι το Ελληνικό Δημόσιο με την από 18.07.2016 κλήση του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου αυθημερόν (18.07.2016), επέσπευσε την πρόοδο της δίκης (δηλαδή έφερε προς συζήτηση την ένδικη έφεση), με αποτέλεσμα να διακοπεί εκ νέου η παραγραφή (άρθρο 261 παρ. 2 εδ. β' ΑΚ) και έκτοτε μέχρι τη συζήτηση της έφεσης (07.03.2018) να μην έχει παρέλθει διετία και να μην έχουν παραγραφεί εν επιδικία οι αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας.|
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την αντένσταση αναστολής της παραγραφής λόγω ανωτέρας βίας, έκρινε ότι οι ως άνω αξιώσεις της πρώτης εφεσίβλητης δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση του εκκαλούντος και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα:
(α) για δώρο Χριστουγέννων 2007-2009 το ποσό των 2.940 ευρώ, (940+ 1.000+ 1.000),
(β) για δώρο Πάσχα 2008-2010, 1.500 ευρώ ( 500 x 3) και
(γ) για επίδομα και αποδοχές άδειας 2007-2010, 5.910 ευρώ και συνολικά το ποσό των (1.410 + 1.500 + 1.500+ 1.500) 10.350 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 255 εδ. α’, 257 ΑΚ, καθόσον εφάρμοσε αυτές, παρόλο που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 20.03.2013, που τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, καθόσον επί της ασκηθείσας από 21.07.2010 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ούτε είχε περατωθεί η δίκη, αφού κατά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 385/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων είχε ασκηθεί κατά τα ανωτέρω η από 21.12.2012 έφεση, η συζήτηση της οποίας εκκρεμούσε στις 20.03.2013, καθόσον αρχικά είχε προσδιορισθεί η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 21.12.2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16.03.2013, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής και ακολούθως η διαδικαστική πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτησή της έλαβε χώρα στις 18.07.2016 με την επίδοση της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17.05.2017, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 07.03.2018.
Από τη ματαίωση της συζήτησης της έφεσης στις 16.03.2013, η οποία αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 102 παρ. 4 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013) και εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 2 του ΑΚ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 101 παρ. 1 του ν 4139/2013, το οποίο εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΑΚ 261 παρ.3), άρχισε και πάλι έξι (6) μήνες μετά, ήτοι στις 07.05.2014, η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε μετά διετία, δηλαδή στις 07.05.2016.
Η επόμενη διαδικαστική πράξη ήταν αυτή της κατάθεσης της κλήσης, με την οποία προσδιορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της έφεσης, η οποία (κατάθεση) έλαβε χώρα στις 18.07.2016, δηλαδή μετά την πάροδο διετίας. Κατά συνέπεια, οι ένδικες αξιώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, για δώρο Χριστουγέννων 2007-2009, δώρο Πάσχα 2008-2010 και για επίδομα και αποδοχές αδείας 2007-2010, έχουν υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία και δε μπορεί να γίνει λόγος για νέα αναστολή της παραγραφής κατ' άρθρ. 255 ΑΚ λόγω ανωτέρας βίας, ήτοι λόγω της πανελλαδικής απεργίας των δικηγόρων κατά το χρονικό διάστημα από 05.01.2016 έως 17.06.2016, αφού η αποχή των δικηγόρων, υπό τις περιστάσεις που επικαλέστηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, ενώ όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, δεν αναφέρει ότι ο δικηγόρος της προκειμένου να επισπεύσει τη συζήτηση της έφεσης ζήτησε άδεια που δεν του χορηγήθηκε από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.
Κατόπιν αυτών ο σχετικός τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για δώρο Χριστουγέννων 2007-2009, δώρο Πάσχα 2008-2010 και για επίδομα και αποδοχές αδείας 2007-2010, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, επιδικάζοντας στην ως άνω ενάγουσα το ποσό των 10.350 ευρώ.
[6] Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Στο Εφετείο το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με τον έκτο λόγο της έφεσής του, πρότεινε τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας έχουν υποπέσει στη 2ετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 (επίδοση αγωγής στις 21.07.2010), ενώ η πρώτη εφεσίβλητη πρότεινε με τις προτάσεις της, α) την αντένσταση διακοπής της παραγραφής για τις αξιώσεις των ετών 2007 και 2008 με την από 31.12.2009 αίτησή της προς την Περιφέρεια Ηπείρου, με την οποία ζητούσε την καταβολή των αξιώσεών της και β) την αντένσταση αναστολής της παραγραφής, κατά τα άρθρα 92, 93 εδαφ.
β' ν. 2362/1995 και 255 και 257 ΑΚ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι, η παραγραφή των επίδικων αξιώσεών της ανεστάλη, για το χρονικό διάστημα από 05.01.2016 έως 17.06.2016, λόγω ανωτέρας βίας, ήτοι λόγω της πανελλήνιας αποχής των δικηγόρων από την άσκηση των καθηκόντων τους. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι: (α) όσον αφορά τις αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας, η οποία με την από 31.12.2009 αίτησή της προς την Περιφέρεια Ηπείρου διέκοψε την διετή παραγραφή τους, έχουν υποπέσει σε παραγραφή αυτές που είχαν γεννηθεί και ήταν δικαστικά επιδιώξιμες πριν από τις 31.12.2007, ήτοι τα δώρα Πάσχα 2006 και 2007 που έπρεπε να καταβληθούν μέχρι 30 Απριλίου του ίδιου έτους και τα δώρα Χριστουγέννων, το επίδομα άδειας και οι αποδοχές άδειας 2005 και 2006, που έπρεπε κα καταβληθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και β) ότι οι λοιπές αξιώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, για δώρο Χριστουγέννων 2007-2009, δώρο Πάσχα 2008-2010 και για επίδομα και αποδοχές αδείας 2007-2010, έχουν υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, αφού από την τελευταία διαδικαστική πράξη της ματαίωσης της συζήτησης της έφεσης στις 06.11.2013 μέχρι την επίδοση στις 18.07.2016 της κλήσης προς συζήτηση της έφεσης, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, ενώ η ως άνω αντένσταση αναστολής της παραγραφής λόγω της επικαλούμενης ανωτέρας βίας είναι μη νόμιμη.
Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το ως άνω μέρος, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση, κατά παραδοχή του ως άνω έκτου λόγου της, που αναφέρεται στην παραγραφή των προαναφερόμενων αξιώσεων της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και επιδίκασε σ' αυτή το ποσό των 16.107,50 ευρώ και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων και να απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσας δίκης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 65/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Κρατεί την υπόθεση. Δικάζοντας επί της από 18.07.2016 εφέσεως, κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 385/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που αφορά την πρώτη εφεσίβλητο-πρώτη εναγομένη. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την από 14.07.2010 αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά το παραπάνω κεφάλαιο. Δικάζει την αγωγή κατά το μέρος αυτό και την απορρίπτει. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ