399/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated399/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 399 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 399/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Αρώνη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 99/30-3-2018 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Σ. Γ. του Ε. και 2) Γ. Γ. του Σ., ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παγγαίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί απλής ομοδικίας ο κάθε ομόδικος ασκεί και αυτοτελώς αναίρεση, η οποία δεν ωφελεί και τους άλλους (άρθρο 75 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η σώρευση περισσότερων αγωγών με τη μορφή της ενεργητικής ή παθητικής απλής ομοδικίας επιτρέπεται μεταξύ των άλλων και όταν υφίσταται κοινωνία δικαιώματος μεταξύ των περισσοτέρων εναγόντων ή εναγομένων.
Η αιτία δημιουργίας της κοινωνίας είναι αδιάφορη. Πότε υπάρχει κοινωνία δικαιώματος ή υποχρεώσεως κρίνεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Στη προκειμένη περίπτωση υπάγονται και οι αγωγές κατά συγκληρονόμων για τις υποχρεώσεις που ανακύπτουν από την κληρονομία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1884 και 1885 ΑΚ.
Με την από 5-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από έναν από τους εξ αδιαθέτου συγκληρονόμους του θανόντος Ε. Γ., η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ` αριθμ. 186/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό έφεση κατά της υπ' αριθμ. 94/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Παγγαίου.
Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 § 1 του Ν. 489/1976 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 19 ν. 3746/2009 "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωµένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζηµιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζηµίωση λόγω θανάτωσης σωµατικών βλαβών ή υλικών ζηµιών από αυτοκινητιστικά ατυχήµατα όταν:
α..., β) Το ατύχηµα προήλθε από αυτοκίνητα ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση (ανασφάλιστο αυτοκίνητο). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. α` του ν. 489/1976 όπως ισχύει "Το Επικουρικό Κεφάλαιο µε την καταβολή της αποζηµίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήµατος δικαιώµατα του προσώπου που ζηµιώθηκε, έναντι του υπόχρεου προς αποζηµίωση ή του ασφαλιστή αυτού".
Η ανωτέρω υποκατάσταση, έχει την έννοια της ex lege μεταβίβασης της απαίτησης αποζημιώσεως στο Επικουρικό Κεφάλαιο και δεν χορηγείται στο τελευταίο αυτόνομη αξίωση κατά του υπόχρεου μετά την ικανοποίηση του δικαιούχου. Η μεταβίβαση αυτή συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται.
Ο υπόχρεος προς αποζημίωση όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αναγωγικά, δικαιούται να προβάλλει κατ` αυτού την ένσταση της παραγραφής της αξίωσης. Συνέπεια δε του γεγονότος της υποκαταστάσεως που ασκείται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του είναι αυτή που θα ασκούσε ο ζημιωθείς τρίτος αν δεν υπήρχε θέμα ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι δηλ.
η αξίωση με βάση την υποκατάσταση υπόκειται στον ίδιο χρόνο παραγραφής όπως η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, δηλαδή πενταετή κατά την ΑΚ 937 ή διετή κατά το άρθρο 7 Ν. ΓΠΝ/1911 από της ημέρας του ατυχήματος. Διαφοροποιείται όμως η αφετηρία της παραγραφής, γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννιέται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημείο (ΑΠ 2173/2013, ΑΠ 568/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23.04.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 123/12.05.2014 αγωγή (ειδική διαδικασία διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση της ασφάλισής του, άρθρο 681Α ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο ένα του Ν. 4335/2015), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο ισχυρίστηκε ότι ο Ε.
Γ. του Γ. στον ειδικότερα αναφερόμενο τόπο και χρόνο, οδηγώντας την με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος ανασφάλιστη, επέπεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του στο οπίσθιο μέρος του με αριθμού ... Δ.Χ. Λεωφορείου που οδηγούσε ο Σ. Κ., συνιδιοκτησίας του ιδίου και της Ε.
Α. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για έκαστο. Οι ανωτέρω παθόντες άσκησαν εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την υπ' αριθμ. 10/2008 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 88/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς το αναιρεσίβλητο και το υποχρέωσε να καταβάλει σε έκαστο των εκεί εναγόντων το ποσό των 9.023,33 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 15.959,36 ευρώ, όπως το ποσό αυτό επιμερίζεται στην αγωγή ανά κονδύλιο (υλικές ζημίες, αποθετική ζημία, μείωση εμπορικής αξίας, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δικαστική δαπάνη).
Τα ποσά αυτά κατέβαλε το αναιρεσίβλητο με τον τρόπο και στον χρόνο που εκτίθεται. Οι εναγόμενοι είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στο ανωτέρω ατύχημα Ε. Γ. και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλουν έκαστος κατά την κληρονομική του μερίδα τα ποσά που κατέβαλε με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της καταβολής άλλως από την επίδοσης της παρούσας και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στα δικαστικά του έξοδα.
Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 94/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, η οποία την απέρριψε ως αβάσιμη, κάνοντας δεκτή την παραδεκτά προβαλλόμενη από τους εναγόμενους, ένσταση παραγραφής του συνόλου της αξίωσης του ενάγοντος. Κατά της πρωτόδικης απόφασης το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο άσκησε την από 26.11.2015 και με αριθ.
εκθ. κατ. 11/03.12.2015 έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 186/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 94/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Παγγαίου και υποχρέωσε τον καθένα από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους να καταβάλλουν στο εκκαλούν, νυν αναιρεσίβλητο, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ και δέκα λεπτών (4.453,10 €), με τον νόμιμο τόκο από 21.08.2009 και το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,00 €) με τον νόμιμο τόκο από 20.12.2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (κατ' αντίθεση με το πρωτοβάθμιο) θεώρησε ως μη νόμιμη την ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ασκηθείσα ένσταση παραγραφής της αξίωσης του νυν αναιρεσείοντος και των απλών ομοδίκων του, αφού υπολόγισε την πενταετία με αφετηρία τον χρόνο ικανοποίησης των παθόντων από το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι τον χρόνο του ατυχήματος.
Αφού δέχθηκε τον σχετικό προβαλλόμενο λόγο έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας την αγωγή δεχόμενο αυτή εν μέρει κατά τα αναφερόμενα παραπάνω. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα εσφαλμένα και παρά το νόμο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, παραβιάζοντας κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα δεχόμενο ως αφετηρία έναρξης της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης") το χρόνο ικανοποίησης των παθόντων από το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι το χρόνο του ατυχήματος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας που δίκασε την έφεση κατά της με αριθμ. 94/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Παγγαίου αναφορικά με την προβληθείσα ένσταση παραγραφής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση το ενάγον και ήδη εκκαλούν κατέβαλε την πρώτη αποζημίωση δυνάμει της υπ' αριθμ. 88/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας στις 20-08-2009, η δε αγωγή του για την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12-05-2014 και επιδόθηκε στους εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους στις 22 Μαΐου 2014 (βλ.
υπ' αριθμ. .../22-05-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Β. Μ.). Επομένως, δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ικανοποίηση των παθόντων μέχρι την άσκηση της αγωγής και η σχετική ένσταση των εναγόμενων πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, καθώς υπολογίζει την πενταετία με αφετηρία το χρόνο του ατυχήματος και όχι τον χρόνο της ικανοποίησης των παθόντων από το εκκαλούν.
Συνακόλουθα, το δικαστήριο έσφαλε στην εφαρμογή των ως άνω διατάξεων περί παραγραφής της αξίωσης, και ο περί τούτου σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ' ουσία βάσιμος. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τούτο αφού εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να κρατήσει την υπόθεση για να δικάσει επί της αγωγής".
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννάται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος και από τη στιγμή της καταβολής αφετηριάζεται ο χρόνος παραγραφής της σχετικής αξιώσεώς του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας επομένως, που απέρριψε, την προβληθείσα ως άνω ένσταση από τον ήδη αναιρεσείοντα και τους ομοδίκους του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης") και άρθρου 937 ΑΚ.
Επομένως ως αβάσιμος κατ' ουσία κρίνεται ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο (Ολομ.ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ λόγους (ΑΠ 59/2019). Επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η βάσει υποκαταστάσεως αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου πρέπει να είναι πλήρως ορισμένη. Σε αυτή πρέπει να αναφέρεται ό,τι και στην αγωγή του παθόντος κατά του υποχρέου τρίτου και επί πλέον όσα απαιτούνται για την υποκατάσταση του ΕΚ, δηλ. ότι συντρέχει περίπτωση ευθύνης του ΕΚ έναντι του παθόντος. Διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παγγαίου από 23-4-2014 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και δύο άλλων ομοδίκων του το ενάγον επικαλείται τα εξής. "Την 6-7-2007 και περί ώρα 23.10', ο Σ. Κ. του Κ. οδηγούσε το υπ' αριθ. ... Δ.Χ. Λεωφορείο, πραγματοποιώντας το δρομολόγιο από Ν.
Ηρακλείτσα προς Καβάλα. Την ως άνω ώρα το λεωφορείο ευρίσκετο σε νόμιμη προσωρινή στάση του ΚΤΕΛ Καβάλας στο χωριό Ν. Ηρακλείτσα και συγκεκριμένα αμέσως μετά το ..., προκειμένου να επιβιβασθούν σε αυτό επιβάτες. Το ως άνω λεωφορείο, ιδιοκτησίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον Κ. Κ. και 50% εξ αδιαιρέτου στην Ε.
Α., ήταν μισθωμένο στην "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ... Α.Ε." και ασφαλισμένο στον "Αλληλασφαλιστικό Συνεταιρισμό Ιδιοκτητών Αυτ/των Δημοσίας Χρήσεως Μετόχων Κ.Τ.Ε.Υ.Λ. ...". Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και πίσω από το προαναφερθέν λεωφορείο εκκινείτο η υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, με οδηγό τον Ε.
Γ. του Γ., ιδιοκτησίας του ιδίου, και η οποία κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ανασφάλιστη. Ξαφνικά, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος εκκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε στο οπίσθιο αριστερό μέρος του σε καθ' όλα νόμιμη προσωρινή στάση ευρισκομένου ως άνω λεωφορείου, με αποτέλεσμα να εκτραπεί η μοτοσικλέτα και να υποστεί ζημίες το λεωφορείο.
Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν δυστυχώς και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας. Οι Σ. Κ. και Ε. Α., ιδιοκτήτες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος του ως άνω λεωφορείου, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας εναντίον, πλην άλλων, και εμού την από 14-12-2007 με αριθ. καταθ. 10/11-1-2008 αγωγή, αιτούμενοι για υλικές ζημίες, αποθετική ζημία, μείωση εμπορικής αξίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνολικά το ποσό των 15.959,36 για τον καθένα από αυτούς.
Συζητήσεως γενομένης, εξεδόθη η υπ' αριθ. 88/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς εμένα, κρίνασα αποκλειστικό υπαίτιο τον οδηγό της μοτοσικλέτας και με υποχρέωσε να καταβάλω στον Κ. Σ. το ποσό των 9.023,33 ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και στην Ε.
Α. το ποσό των 9.023,33 ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ειδικότερα η ως άνω απόφαση επεδίκασε για υλικές ζημίες του υπ' αριθ. ... Δ.Χ. Λεωφορείου συνολικά το ποσό των 11.585,65 ευρώ, για αποθετική ζημία το ποσό των 5.011,02 ευρώ, για μείωση εμπορικής αξίας το ποσό των 1.050 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200 ευρώ σε καθέναν και για δικαστική δαπάνη το ποσό των 400 ευρώ σε καθέναν...
Επειδή η υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα τύγχανε κατά τον χρόνο του τροχαίου ατυχήματος ανασφάλιστη και κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. 88/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη εξέδωσα α) την 30-7-2009 σε διαταγή του Σ. Κ., την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος για το ποσό των 3.551,99 ευρώ, το οποίο και κατέβαλα, όπως προκύπτει και από την από 20-8-2009 εξοφλητική απόδειξη, β) την 30-7-2009 σε διαταγή της Α.
Ε., την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος για το ποσό των 9.807,33 ευρώ, το οποίο και κατέβαλα, όπως προκύπτει και από την από 20-8-2009 εξοφλητική απόδειξη και γ) την 17-12-2013 σε διαταγή του Σ. Κ., την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος για το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλα, όπως προκύπτει και από την από 19-12-2013 εξοφλητική απόδειξη Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 19 περ.
β' σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Ν. 489/1976, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει ως έχει μέχρι σήμερα, το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα αποζημίωση λόγω υλικών ζημιών, όταν το ατύχημα προκλήθηκε από όχημα που κατά τον χρόνο του τροχαίου ατυχήματος ήταν ανασφάλιστο.
Επειδή τέλος κατέβαλα και ικανοποίησα πλήρως τους παθόντες εκ του τροχαίου ατυχήματος Κ. Σ. και Α. Ε., ως ανωτέρω αναλυτικά ελέχθη. Επειδή, κατά τα οριζόμενα εις το άρθρο 19 παρ. 4 του ιδίου νόμου, το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, μετά την καταβολή της αποζημίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε έναντι του υπόχρεου προς καταβολή.
Επειδή εν προκειμένω ο ιδιοκτήτης της υπ' αριθ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, και συγχρόνως οδηγός αυτής, Ε. Γ., απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και ως εκ τούτου στην περιουσία αυτού, ως σύνολο δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων, υπεισέρχονται οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ευθυνόμενος έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας.
Επειδή ο θανών άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους την μητέρα του και πρώτη εναγομένη, τον πατέρα του και δεύτερο εναγόμενο και τον αδελφό του και τρίτο εναγόμενο, οι οποίοι δεν έχουν αποποιηθεί την σε αυτούς επαχθείσα κληρονομιά του θανόντος Γ. Ε. κι επομένως ευθύνεται έκαστος εξ αυτών για τα χρέη της κληρονομιάς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος και καθολικός διάδοχος του θανόντος, κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας, ήτοι κατά το ποσοστό του 1/3 έκαστος.
Επειδή έχω έννομο συμφέρον να ζητήσω με την παρούσα να μου καταβληθεί το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.359,32 (δέκα εννέα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα εννέα και τριάντα δύο λεπτών) (3.551,99 + 9.807,33 + 6.000), το οποίο κατέβαλα στους ζημιωθέντες και ειδικότερα: 1) η πρώτη εναγομένη να μου καταβάλλει α) το ποσό των 1.183,9966 (3.551,99/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στον Κ.
Σ., ήτοι από 20-8-2009 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, β) το ποσό των 3.269,11 (9.807,33/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στην Α. Ε., ήτοι από 20-8-2009 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και γ) το ποσό των 2.000 (6.000/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στον Κ.
Σ., ήτοι από 19-12-2013 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. 2) Ο δεύτερος εναγόμενος να μου καταβάλλει α) το ποσό των 1.183,9966 (3.551,99/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στον Κ. Σ., ήτοι από 20-8-2009 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, β) το ποσό των 3.269,11 (9.807,33/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στην Α.
Ε., ήτοι από 20-8-2009 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και γ) το ποσό των 2.000 (6.000/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στον Κ. Σ., ήτοι από 19-12-2013 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και 3) ο τρίτος εναγόμενος να μου καταβάλλει α) το ποσό των 1.183,9966 (3.551,99/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στον Κ.
Σ., ήτοι από 20-8-2009 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, β) το ποσό των 3.269,11 (9.807,33/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στην Α. Ε., ήτοι από 20-8-2009 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και γ) το ποσό των 2.000 (6.000/3) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής του στον Κ.
Σ., ήτοι από 19-12-2013 άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως". Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι έσφαλε το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή, παρά την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα (τότε εφεσίβλητο) ένσταση αοριστίας της για το λόγο ότι "το ενάγον δεν εξέθετε στο δικόγραφο της αγωγής με πληρότητα τις ακριβείς συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, δηλαδή, μεταξύ άλλων, τον ακριβή τόπο που αυτό συνέβη, τα χαρακτηριστικά της οδού (αν είναι ευθεία και ασφαλτοστρωμένη, μονής ή διπλής κατεύθυνσης, λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικό πλάτος οδοστρώματος ανά κατεύθυνση, ύπαρξη διαχωριστικής νησίδας και ερείσματος, όριο ταχύτητας, αν πρόκειται για κατοικημένη περιοχή κλπ), την κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών στην οδό την κατάσταση του οδοστρώματος, το φωτισμό και τις καιρικές συνθήκες κατά το χρόνο του ατυχήματος, την ταχύτητα, με την οποία κινούνταν η μοτοσυκλέτα του Ε.
Γ., η δυνατότητα του τελευταίου να προβεί σε σχετικούς αποφευκτικούς ελιγμούς, την ακριβή θέση επί του οδοστρώματος που ήταν σε στάση το με αριθμό κυκλοφορίας ... λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας και την νομιμότητα της στάσης αυτού, δηλαδή αν στο σημείο του ατυχήματος είχε πράγματι νόμιμα και αρμοδίως προβλεφθεί στάση λεωφορείου για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και το επίδικο λεωφορείο κατά τη στιγμή του ατυχήματος είχε σε λειτουργία τα φώτα διασταύρωσης και στάθμευσης.
Ακόμη, το αντίδικο δεν εξειδικεύει στην αγωγή του: α) ως προς το κονδύλι των υλικών ζημιών, τις επιμέρους δαπάνες που χρειάστηκαν για την αποκατάσταση αυτών, εκθέτοντας επακριβώς τις ειδικότερες εργασίες επισκευής που απαιτήθηκαν, τις εργατικές αμοιβές και το κόστος των ανταλλακτικών, β) ως προς την απώλεια εισοδήματος, το χρονικό διάστημα για το οποίο το λεωφορείο εξαιτίας του ατυχήματος έμεινε εκτός κυκλοφορίας και το κέρδος που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων οι ιδιοκτήτες του, Σ.
Κ. και Ε. Α., θα αποκόμιζαν από τη λειτουργία του λόγω σχετικής συμβατικής σχέσης (μίσθωση, σύμβαση μεταφοράς), γ) ως προς το κονδύλι της μείωσης της εμπορικής αξίας, τη μάρκα του λεωφορείου και τα εργοστασιακά χαρακτηριστικά του (κυβισμός, χωρητικότητα), το έτος πρώτης κυκλοφορίας του, τα μέχρι την ημέρα του ατυχήματος διανυθέντα χιλιόμετρα και την εμπορική αξία αυτού και δ) ως προς το κονδύλι της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης την ψυχική ταλαιπωρία και ηθική βλάβη που οι ιδιοκτήτες του λεωφορείου υπέστησαν από τις βλάβες και φθορές του λεωφορείου από το επίδικο ατύχημα..".
Οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό αναίρεσης αοριστίες της αγωγής συνιστούν ποσοτική αοριστία αυτής, γιατί δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται στην αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, υπαγόμενος στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην προκείμενη περίπτωση), επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 64/2017).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που άσκησε αυτός παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμυνόμενος κατά της από 23-4-2014 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατ' αυτού, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας είχε επικαλεσθεί τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...όλα αυτά τα χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι και την επίδοση της ένδικης αγωγής ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε όχληση τόσο από τους συνιδιοκτήτες του επίδικου λεωφορείου όσο και από το αντίδικο.
Εύλογα, λοιπόν, μετά την παρέλευση 7 ετών από του χρόνου του ατυχήματος και την παραγραφή της σχετικής αξίωσης αποζημίωσης, μας δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί οποιαδήποτε χρηματική αξίωση εναντίον μας από τον οποιονδήποτε, ενόψει δε και της απώλειας του αδερφού μου Ε. Γ., που μας δημιούργησε αβάσταχτο ψυχικό πόνο και στεναχώρια.
Επιπλέον, το αντίδικο, αν και ήδη από την άσκηση της σε βάρος του αγωγής και πριν από την ικανοποίηση των συνιδιοκτητών του λεωφορείου είχε εκ του νόμου τη δυνατότητα να ασκήσει σε βάρος εμού και των γονέων μου τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, όπως αναλυτικά εκτίθεται παραπάνω παρόλα αυτά δεν το έπραξε. Απρόσμενα το μήνα Μάιο του έτους 2014 μας επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, με την οποία το αντίδικο ζητά την καταβολή του αστρονομικού για εμάς συνολικού ποσού των 19.359,32 ευρώ, το οποίο αδυνατούμε αντικειμενικά να καταβάλουμε εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών μας μέσων, καθότι εγώ είμαι άνεργος με μηδενικά πραγματικά εισοδήματα ο πατέρας μου είναι αγρότης και η μητέρα μου είναι μισθωτή (ιδιωτική υπάλληλος) με πολύ χαμηλά ετήσια δηλωθέντα εισοδήματα, όπως αποδεικνύεται και από τα εκκαθαριστικά σημειώματα δήλωσης φορολογίας εισοδήματος που έχω προσκομίσει.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη ότι το αντίδικο καταχρηστικά ασκεί την αξίωσή του, καθότι αδράνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα (7ετία) που υπερβαίνει κατά πολύ το χρόνο παραγραφής (5ετία), ώστε διαμορφώθηκε μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας, με την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεδομένης και της κακής οικονομικής μας κατάστασης και του ψυχικού πόνου που νιώθουμε μέχρι και σήμερα από την απώλεια, ανατρέπει άρδην το προγραμματισμό της ζωής μας και συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες σε βάρος μας".
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι τα εκτιθέμενα για τη στοιχειοθέτηση της ανωτέρω ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να στηρίξουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον πράγματι τα εκτιθέμενα για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά δεν είναι επαρκή για να καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για την καταβολή του ποσού που αυτό κατέβαλε στους ζημιωθέντες τρίτους και το οποίο δικαιούται αναγωγικώς να απαιτήσει από τους εναγόμενους κληρονόμους του αποκλειστικού υπαιτίου για την πρόκληση του αυτοκινητικού ατυχήματος, προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Όσον αφορά δε τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που έχει τύχει νομικής βοήθειας, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Με το Ν. 3226/2004 προβλέπεται η Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος. Ειδικότερα ορίζεται: "1. Δικαιούχοι νομικής βοήθειας είναι οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιούχοι είναι, επίσης, οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν, νομίμως, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση" (άρθρο 1). "1.
Η νομική βοήθεια παρέχεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου. Η αίτηση αναφέρει συνοπτικά το αντικείμενο της δίκης ή της πράξης και τα στοιχεία που βεβαιώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την παροχή βοήθειας" (άρθρο 2). "2. Η νομική βοήθεια μπορεί να ανακληθεί ή να περιορισθεί με απόφαση του αρμόδιου δικαστή, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι προϋποθέσεις της παροχής είτε δεν υπήρχαν είτε εξέλιπαν είτε μεταβλήθηκαν ουσιωδώς" (άρθρο 4). "1.
Η παροχή νομικής βοήθειας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα συνίστανται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και εφόσον, ειδικώς ζητηθεί, στο διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπιστούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν τη βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις". 2. "Η απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζόμενου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά". "Η παροχή νομικής βοήθειας δεν επηρεάζει την υποχρέωση καταβολής των εξόδων που επιδικάσθηκαν στον αντίδικο" (άρθρο 9 παρ. 6).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1404/2017, ΑΠ 1403/2012, ΑΠ 1419/2000).
Κατ' ακολουθία, ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί λόγω της ήττας του (176 και 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (βλ. ΑΠ 1403/2012), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 186/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, διαδικασίας διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ