Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of seizure notice, upholding procedural correctness in creditor ranking. The court found no legal error in the appellate court's decision to reject the seizure notice without annulling the original ranking table. The government's arguments regarding procedural violations were deemed unfounded. The appeal was rejected, and the government was ordered to pay the bank's legal costs. The court ruled that the lower court correctly applied the law by rejecting the seizure notice without annulling the original ranking table. The government's arguments regarding procedural violations were deemed unfounded. The appeal was rejected, and the government was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek government's appeal against the Apollonia Court of Appeal's decision to reject a seizure notice. The government argued that the lower court erred by refusing to annul the original ranking table and instead rejecting the seizure notice without annulling it. The court held that the lower court correctly applied the law, as the seizure notice was rejected without annulling the original ranking table, and the government's arguments were unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the government was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The lower court's decision to reject a seizure notice without annulling the original ranking table is not a legal error if the seizure notice was properly rejected and the original ranking table remains valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 399 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ι. Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ..., κατοικοεδρεύοντα στα ….. το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ι. Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "... ... AE", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδήρογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 4/9/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. H πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία 66/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που απέρριψε μεταξύ άλλων, την από 15.5.2012 έφεση του, ήδη αναιρεσείοντος κατά της 255/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, το οποίο δεχόμενο την από 9.3.2009 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, ακύρωσε την υπ' αριθμ. 4107/2009 πράξη διόρθωσής του υπ' αριθμ. 4060/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Φ. Κ. - Μ..
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 αρ. 1 ΚΠολ Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠοΛΔ).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚπολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει, ως αόριστη, την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου;
χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το αρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 972, 974 έως 980 του ΚΠολΔ προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Η διαδικασία της κατάταξης των πιστωτών, η οποία ακολουθεί και συναρτάται με τον πλειστηριασμό, αποτελεί ιδιαίτερο και το τελευταίο στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, με κύριο όργανο τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, του οποίου οι πράξεις υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Προς τούτο, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, μετά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, καλεί με έγγραφο εκείνον, υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση, καθώς και τους δανειστές, που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του τελευταίου, έτσι ώστε όποιος έχει έννομο συμφέρον, να ασκήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατ' αυτού.
Ειδικότερα, η διαδικασία της κατάταξης, που απολήγει στη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, αφετηρία έχει τις αναγγελίες των δανειστών, τις οποίες συνοδεύει η κατάθεση των νομιμοποιητικών των απαιτήσεων εγγράφων, συνεχίζεται με τη σύνταξη του πίνακα και τις κατ' αυτού ανακοπές και λήγει με την πληρωμή των δανειστών.
Η κατάταξη των τελευταίων, ανεξάρτητα αν πρόκειται για προνομιούχους ή όχι, μπορεί να είναι οριστική, αν από τα στοιχεία που έχει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδεικνύεται πλήρως η απαίτηση του δανειστή ή τυχαία, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αίρεση (αναβλητική ή διαλυτική) ή κριθεί ως αμφίβολη, (δηλαδή όχι πλήρως αποδεικνυόμενη), ή επικουρική (άρθρο 978 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την περίπτωση που θα ματαιωθεί η ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος είχε καταταγεί τυχαία, οπότε καθορίζεται ο τρόπος διανομής του ποσού που αναλογεί στην απαίτηση αυτή.
Συνακόλουθα τούτων, ο συμβολαιογράφος, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κύριο όργανο της διαδικασίας κατάταξης, προβαίνει σε νομική και ουσιαστική αξιολόγηση των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, το δε δικαστήριο ελέγχει τις ενέργειές του, μετά από άσκηση ανακοπής και χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, ως οιονεί όργανο εκτέλεσης, προβαίνει στη διόρθωση του πίνακα και δεν αναπέμπει την υπόθεση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Έτσι, η διαδικασία κατάταξης διαχωρίζεται σε δύο στάδια, το ένα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και το άλλο ενώπιον του δικαστηρίου. Η σύνταξη του πίνακα κατάταξης ανήκει, κατά το νόμο, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν δικαιοδοτεί, αλλά ενεργεί ως όργανο της εκτέλεσης, με βάση τα αναγγελτήρια, τα επιστηρίζοντα αυτά έγγραφα και τις τυχόν εκατέρωθεν παρατηρήσεις.
Έργο του είναι η σύνταξη του πίνακα κατάταξης (άρθρο 974 παρ. 2 ΚΠολΔ) και με αυτόν η κατάταξη με τη σειρά, το ποσοστό και τους όρους ικανοποίησης των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και των αναγγελμένων δανειστών, μετά από προηγούμενη αιτιολογημένη αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης. Ο πίνακας κατάταξης προσομοιάζει, αλλά δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ούτε ενέχει διάγνωση της απαίτησης που αναγγέλθηκε, καθόσον ο συντάκτης του, υπάλληλος του πλειστηριασμού, δεν δικαιοδοτεί, αλλά ενεργεί ως όργανο της εκτέλεσης.
Αποτελεί απλώς διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που καθορίζει τη σειρά, το ποσοστό και τους όρους ικανοποίησης των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και των αναγγελομένων δανειστών, παράγει τις συνέπειες του από την έκδοση του και την καταχώρηση του στο οικείο βιβλίο του συμβολαιογράφου και τελεί υπό την αίρεση της μη εμπρόθεσμης προσβολής του με ανακοπή (άρθρ. 979 ΚΠοΛΔ) ή της μη ανατροπής του με την απόφαση του δικαστηρίου, που θα εκδοθεί επί της ανακοπής αυτής.
Ωστόσο, μετά τη σύνταξη και καταχώρηση στο βιβλίο εκθέσεων του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού απεκδύεται κάθε περαιτέρω εξουσία, δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να ανακαλέσει, τροποποιήσει ή διορθώσει αυτόν, αλλά ούτε μπορεί, παρακάμπτοντας τον ήδη συνταχθέντα πίνακα, να συντάξει νέο, προκειμένου να κατατάξει ορθότερα, κατά την κρίση του, τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.
Τυχόν νέος πίνακας, διορθωτικός ή τροποποιητικός του αρχικού, που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο, πάσχει από ακυρότητα και ως διαδικαστική πράξη μπορεί να προσβληθεί στην προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζομένου, με ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα και όχι αυτή του άρθρου 979, αφού η τελευταία ανακοπή παρέχεται μόνο για τη μεταρρύθμιση και όχι για την ακύρωση του πίνακα.
Αντίθετα, νέος συμπληρωματικός πίνακας, χωρίς τροποποίηση του αρχικού, συντάσσεται μόνο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, όταν κάποιος δανειστής εξοφλήθηκε από τον οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή επιτεύχθηκε αναπλειστηρίασμα μεγαλύτερο και γενικά, όταν ανέκυψε "νέο" ποσό για διανομή. Αυτός δε ο συμπληρωματικός πίνακας θα είναι συνέχεια του αρχικού και δεν επιτρέπεται διόρθωση του αρχικού πίνακα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο μέσω της ανακοπής του άρθρου 979 ΚπολΔ κατ' αυτού.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την από 9.3.2009 ανακοπή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, απευθυνόμενη κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του μη διαδίκου Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), ανέφερε, όπως και το Εφετείο δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:
Στις 30.7.2008 εκπλειστηριάστηκε με επίσπευσή της, ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., Φ. Κ. - Μ.ιτο περιγραφόμενο ακίνητο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ... του Δήμου ... (οικόπεδο μετά της επ' αυτού διωρόφου οικίας), συνιδιοκτησίας των οφειλετών Ι. Έ. και Ό. Β. συζ. Ι. Έ.. Ότι αναγγέλθηκε στον ως άνω πλειστηριασμό, ως προσημειούχος δανείστρια, για ποσό 216.479,44 ευρώ πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, προερχομένου από κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού με βάση σύμβαση ανοίγματος πίστωσης και την επί τούτου (χρεωστικού καταλοίπου), εκδοθείσα σε βάρος των ως άνω οφειλετών υπ' αριθ. 1 1/2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, όπως ειδικότερα αναλύεται σε αυτή.
Ότι επί του πλειστηριασμού αυτού και με βάση το επιτευχθέν πλειστηρίασμα ποσού 200.010 ευρώ, συντάχθηκε υπό της ως άνω συμβολαιογράφου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ο υπ' αριθ. …60/27.1.2009 πίνακας κατάταξης δανειστών, στον οποίο, μετ' αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης ποσού 1 1.448,62 ευρώ, κατέταξε ως αναγγελθέντες δανειστές στο υπόλοιπο ποσό των 188.561,38 ευρώ τους καθών οριστικά και προνομιακά, ως γενικούς προνομιούχους δανειστές στα αναγραφόμενα ποσά και την ίδια (ανακόπτουσα), που είχε αναγγελθεί εμπροθέσμως, προνομιακά και οριστικά, ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, για το ποσό των 62.853,80 ευρώ ως προς τον πρώτο οφειλέτη και κατά το ποσό των 62.853,80 ευρώ ως προς τη δεύτερη οφειλέτιδα..
Ότι στη συνέχεια η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε την κοινοποιηθείσα στις 26.2.2009 υπ' αριθμ. 4107/2009 πράξη διόρθωσης του αρχικού 4060/20.09 πίνακα κατάταξης, με την οποία διόρθωσε τον τελευταίο ως προς την οριστική της κατάταξη, κατατάσσοντας πλέον αυτή (ανακόπτουσα) προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο προσκόμισης τελεσίδικης απόφασης επιδίκασης της ανωτέρω απαίτησής της, με τη σύνταξη μάλιστα και επικουρικού πίνακα κατάταξης, για την περίπτωση, που δεν προσκομιστεί τέτοια απόφαση, ενώ τους καθών κατέταξε προνομιακά και οριστικά, ως γενικούς προνομιούχους δανειστές, στα ίδια, όπως στον αρχικό 4060/2009 πίνακα ποσά.
Ζήτησε δε κατόπιν τούτων να αναγνωριστεί, ότι ο υπ' αριθμ. 4107/2009 τροποποιητικός πίνακας κατάταξης της ως άνω συμβολαιογράφου είναι αυτοδικαίως άκυρος και δεν παράγει ουδεμία έννομη συνέπεια, ισχύοντος - απροσβλήτου όντος - του αρχικού υπ' αριθμ. 4060/2009 πίνακα, άλλως να ακυρωθεί ο υπ' αριθ. 4107/2009 τροποποιητικός πίνακας κατάταξης της ίδιας συμβολαιογράφου ή επικουρικά να ακυρωθεί ή θεωρηθεί ως μη γεγραμμένος ο αναφερόμενος σε αυτόν όρος προσκόμισης τελεσίδικης απόφασης επιδίκασης των απαιτήσεών της.
Η ανακοπή αυτή, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν το αίτημά της προς ακύρωση του ανακοπτόμενου υπ' αριθμ. 4107/2009 διορθωτικού-τροποποιητικού πίνακα κατάταξης δανειστών της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, η δε ανακόπτουσα έχει προφανές έννομο συμφέρον για την άσκησή της, προκειμένου μετά την ακύρωση του ανακοπτόμενου πίνακα, να ισχύει μόνο ο αρχικός πίνακας κατάταξης υπ' αριθμ. 4060/2009, με τον οποίο έχει καταταγεί προνομιακά και οριστικά ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, ενώ με τον προσβαλλόμενο διορθωτικό - τροποποιητικό τούτου πίνακα έχει καταταγεί προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο της προσκόμισης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί της ασφαλισθείσας με προσημείωση υποθήκης επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου των συνοφειλετών απαίτησής της.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ένδικης ανακοπής και έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ανακόπτουσας για την άσκησή της, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68, 262 παρ. 2, 585 παρ. 2, 933 επ., 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως προσκομιζόμενά από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα, δέχτηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα εξής:
"Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη Τράπεζα, προς εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1 1/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε με αίτηση της κατά του οφειλέτη της Ι. Έ. του Χρήστου και της συνοφειλέτιδος Ό. Β. του Ι., ως εγγυήτριας (μη διαδίκων στην προκειμένη δίκη), εκδοθείσας με βάση το χρεωστικό κατάλοιπο από καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και των συνοφειλετών σύμβασης ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό, επί ενός ακινήτου συνιδιοκτησίας των εν λόγω συνοφειλετών της, δυνάμει της υπ' αριθ.
…14/22-5-2007 κατασχετήριας έκθεσης Ιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας, Δ. Λ., που διενεργήθηκε στις 30-7-2008 ενώπιον της συμβολαιογράφου Όρους Ν. Κέρκυρας. Φ. Κ. - Μ. ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Συγκεκριμένα εκπλειστηριάστηκε ένα οικόπεδο, εμβαδού 2.781,13 τ.μ. με την επ' αυτού διώροφη οικοδομή, κείμενο στη θέση "..." του Δ.Δ. ...
του Δήμου .... Στον πλειστηριασμό αυτόν, αναδείχθηκε ως τελευταία πλειοδότρια και υπερθεματίστρια η ανακόπτουσα με πλειστηρίασμα 200.010 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε υπ' αυτής εμπρόθεσμα και εξ ολοκλήρου στην ως άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, Στον πλειστηριασμό, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα ως προς τον πρώτο οφειλέτη Ι.
Έ. α) το πρώτο των καθ' ών Ελληνικό Δημόσιο για απαίτηση του της ΔΟΥ …. για ποσό 26,78 ευρώ, β) το πρώτο των καθ' ών διά του προϊσταμένου της …. ΔΟΥ … για απαίτηση 79.709,85 ευρώ, αφού ζήτησε να καταταγεί προνομιακά με βάση το άρθρο 61 ΚΕΔΕ, Β) για την οφειλέτιδα Ό. Β. σύζ. Ι. Έ., 1) η ΔΟΥ …. για ποσό 10,30 ευρώ, 2) το πρώτο των καθ' ών για τη ΔΟΥ ….
για οφειλές των ως άνω οφειλετών - καθών η αναγκαστική εκτέλεση, ποσού 26.990,06 ευρώ, ζητώντας να καταταγεί προνομιακά με βάση την διάταξη του άρθρου 61 ΚΕΔΕ, 3) το δεύτερο των καθών η ανακοπή, διά της Διευθύντριας του τοπικού καταστήματος …. για οφειλές συνολικού ποσού 42.879,84 ευρώ, ζητώντας την προνομιακή του κατάταξη με βάση το άρθρο 975 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., 4) η ανακόπτουσα για ποσό 216.479.44 ευρώ με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, πλέον τόκων και εξόδων, ως ενυπόθηκη δανείστρια έχουσα εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου.
Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος στις 27-1-2009 συνέταξε τον υπ' αριθ. 4060/2009 πίνακα κατάταξης και μετά από αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ποσού 11.448,62 ευρώ και επειδή το εναπομείναν ως άνω πλειστηρίασμα εξ 188.561,38 ευρώ (μετ' αφαίρεση των εξόδων) δεν επαρκούσε για την ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών και της επισπεύδουσας, διένειμε το ήμισυ του πλειστηριάσματος στους αναγγελθέντες δανειστές του οφειλέτη Ι.
Έ. και το υπόλοιπο στους οφειλέτες της Ό. Β., κατέταξε δε τους αναγγελθέντες δανειστές ως εξής: Α) Το Ελληνικό Δημόσιο διά της προϊσταμένης της ….ΔΟΥ …. προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή, για το ποσό των 26,78 ευρώ, Β) το πρώτο των καθ 'ών η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο διά της προϊσταμένης της, ….ΔΟΥ ….
προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε μερική εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησης του κατά του Ι. Έ., για το ποσό των 31.400,11 ευρώ, Γ) την ανακόπτουσα και επισπεύδουσα δανείστρια, προνομιακά και οριστικά ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια και έναντι της αναγγελθείσας απαίτηση της κατά του οφειλέτη Ι.
Έ. για ολόκληρο το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος (ήτοι των 2/3 αυτού αφού προηγήθηκε η αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης), για το ποσό των 62.353,80 ευρώ, Δ) το Ελληνικό Δημόσιο διά της προϊσταμένης της …. ΔΟΥ …., προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του κατά της Ό.
Β., για ποσό 10,30 ευρώ, Ε) το πρώτο των καθ' ών Ελληνικό Δημόσιο δια της προϊσταμένης της ….ΔΟΥ ….ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε πλήρη εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησης του κατά της Ό. Β., για ποσό 23.990,06 ευρώ, ΣΤ) το δεύτερο των καθ' ών η ανακοπή. I ΚΑ - ΕΤΑΜ δια της διευθύντριας του τοπικού Υποκ/τος …., προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε μερική εξόφληση της απαίτησης του κατά της Ό.
Β., για το ποσό των 4.426,53 ευρώ, Ζ) την ανακόπτουσα - εφεσίβλητη προνομιακά και οριστικά ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια και έναντι της αναγγελθείσας απαίτησής της κατά της οφειλέτιδος Ό. Β., για ολόκληρο το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος (των 2/3 αυτού αφού προηγήθηκε η αφαίρεση των ως άνω εξόδων εκτέλεσης) για το ποσό των 62.853,80 ευρώ.
Κατά του ως άνω πίνακος, για τον οποίο προσκλήθηκαν όλοι οι αναγγελθέντες δανειστές με την από 27-1-2009 πρόσκληση της ως άνω επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, που επιδόθηκε σ αυτούς στις 29-1-2009, προκειμένου να λάβουν γνώση, δεν ασκήθηκε ανακοπή από οποιονδήποτε εξ αυτών (αναγγελθέντων δανειστών) και αφού παρήλθε η προβλεπόμενη προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ο πίνακας αυτός κατέστη οριστικός.
Το γεγονός της μη άσκησης ανακοπής παρ' ουδενός των αναγγελθέντων δανειστών, δεν αμφισβήτησαν οι καθ' ών (εκκαλούντες). Μετά την σύνταξη του πίνακα αυτού η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, θεωρώντας ότι η προηγούμενη κατάταξη των ως άνω δανειστών, με τον προαναφερόμενο πίνακα ήταν λανθασμένη, και συγκεκριμένα λανθασμένη ως προς την ανακόπτουσα εκ παραδρομής της ιδίας (της συντάξασας τον πίνακα), σε ό,τι αφορά το προνόμιο της ανακόπτουσας θεωρήσασα αυτήν εκ παραδρομής ως ενυπόθηκη δανείστρια, ενώ ήταν προσημειούχος, (όπως στην αρχή του νέου πίνακα εκθέτει ως δικαιολογητικό λόγο διόρθωσης του πρώτου πίνακα), προέβη αυτεπαγγέλτως σε διόρθωση ήτοι στη σύνταξη δεύτερου πίνακα, του υπ' αριθ. 4107/23-2-2009 (προσβαλλόμενου με την κρινόμενη ανακοπή), διορθωτικού του ως άνω πρώτου πίνακα, διά του οποίου κατέταξε διαφορετικά τους αναγγελθέντες δανειστές και ειδικότερα τους κατέταξε ως εξής: 1) Το Ελληνικό Δημόσιο διά του προϊσταμένου της ….ΔΟΥ ….
προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του κατά του οφειλέτη Ι. Έ. και σε εξόφληση αυτής για 26,76 ευρώ, 2) το Ελληνικό Δημόσιο διά του προϊσταμένου της ….ΔΟΥ …., προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε μερική εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του κατά του οφειλέτη Ι.
Έ., για το ποσό των 31.400,11 ευρώ, 3) την επισπεύδουσα (ανακόπτουσα) ως πρώτη προσημειούχο δανείστρια προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 62.853,80 ευρώ ως μέρους της απαίτησης της κατά του οφειλέτη Ι. Έ. και με τον όρο όπως εντός ευλόγου χρόνου από την κοινοποίηση του παρόντος, που δεν θα υπερβαίνει το εξάμηνο, να της προσκομίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να της επιδικάζει την απαίτηση για την οποία αναγγέλθηκε και κατατάσσεται, 4) το Ελληνικό Δημόσιο δια του προϊσταμένου της … ΔΟΥ …., προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε πλήρη εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του, κατά της οφειλέτιδος Ό.
Β. για το ποσό των 10,30 ευρώ, 5) το Ελληνικό Δημόσιο διά του προϊσταμένου της …ΔΟΥ …. προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε πλήρη εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του κατά της οφειλέτιδος Ό. Β., για το ποσό των 26.990,06 ευρώ, 6) το περιφερειακό κατάστημα …. ΙΚΑ (καθού η ανακοπή - εκκαλούντος) διά της διευθύντριας αυτού, προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του κατά της οφειλέτιδος Ό.
Β. για το ποσό των 4.426,53 ευρώ και 7) την ανακόπτουσα ως πρώτη προσημειούχο δανείστρια προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 62.853,80 ευρώ ως μέρους της απαίτησής της κατά της οφειλέτιδας Ό. Β. και με τον όρο όπως εντός ευλόγου χρόνου από την κοινοποίηση του παρόντος, που δεν θα υπερβαίνει το εξάμηνο, να της προσκομίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που θα της επιδικάζει την απαίτηση για την οποία αναγγέλθηκε και κατατάσσεται.
Επίσης, διατάχθηκε και εγγυοδοσία σε βάρος της να καταβάλει, εφόσον αναλάβει το ποσό για το οποίο κατατάχθηκε, ισόποση εγγυητική επιστολή ως προς αμφότερα τα ανωτέρω ποσά.
Συνεπώς, όπως σαφώς προκύπτει εκ του τροποποιητικού πίνακα (προσβαλλομένου), η ανακόπτουσα κατατάχθηκε τυχαία κατ' άρθρο 978 παρ. 1 Κ.ΠολΔ. θεωρηθείσας της απαίτησής της ότι τελεί υπό την αίρεση της επιδίκασής της με δικαστική απόφαση. Στη συνέχεια, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος όρισε, για την περίπτωση που θα εκλείψει η απαίτηση της ανακόπτουσας, πως θα κατανεμηθεί το ποσό που αναλογεί στην απαίτηση της ανακόπτουσας εφόσον αυτή θα πάψει να υφίσταται (άρθρο 978 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).
Ο πίνακας αυτός (υπ' αριθ.4107/23-2-2009 που προσβάλλεται με την κρινόμενη ανακοπή), δια του οποίου τροποποιήθηκε - διορθώθηκε ως προς την κατάταξη, ο προηγούμενος πίνακας, αποτελεί μη επιτρεπτή εκ του νόμου (άρθ. 980 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μεταρρύθμιση του τελευταίου, ο οποίος είναι πλέον οριστικός και ο μόνος έγκυρος, ακόμη και σε περίπτωση που έχει γίνει λανθασμένα η κατάταξη, δεδομένου ότι δεν έχει κατ' αυτού ασκηθεί ανακοπή, υπό των αναγγελθέντων δανειστών και δεν είναι δυνατή η μεταρρύθμιση του πάρα μόνο με δικαστική απόφαση, εφόσον είχε ασκηθεί ή θα ασκηθεί κατ' αυτού ανακοπή του άρθρου 979 Κ.ΠΟΛ.Δ.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν κατέστη οριστικός ο πρώτος πίνακας, ως εκ του ότι ουδέποτε άρχισε ως προς αυτόν, η τριακονθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής, και εκ του ότι δεν έγινε νομότυπα η επίδοση της πρόσκλησης της επί του πλειστηριασμού, υπαλλήλου, ακόμη και αν είναι βάσιμος, οπότε δεν έχει αρχίσει η ως άνω προβλεπόμενη γι' αυτό, προθεσμία προς προσβολή του με άσκηση ανακοπής, αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι δεν επικαλείται ότι έχει ασκήσει ανακοπή κατ' αυτού αλλά το αντίθετο και σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω πίνακας, ως ανωτέρω προαναφέρθηκε, ότι εκ των σχετικών διατάξεων ορίζεται, μόνο με ανακοπή μπορεί να μεταρρυθμιστεί.
Επίσης, αλυσιτελείς είναι και οι λοιποί λόγοι των εφέσεων με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι η κατάταξη της ανακόπτουσας με τον πρώτο πίνακα, είναι λανθασμένη και μη νόμιμη, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρουν, δεδομένου ότι η κρινόμενη ανακοπή δεν στρέφεται κατ' αυτού του πίνακα αλλά και οι αιτιάσεις τους κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ότι εσφαλμένα παρέλειψε, αν και ακύρωσε τον δεύτερο πίνακα, να επαναφέρει σε ισχύ τον πρώτο, ομοίως απορριπτέες, δεδομένου ότι αυτός ισχύει αυτοδικαίως, εφόσον δέχτηκε ότι είναι άκυρος ο προσβαλλόμενος και ακύρωσε αυτόν και δεν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά του πρώτου πίνακα.
Τέλος, απαραδέκτως ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον ακύρωσε τον δεύτερο πίνακα, έπρεπε να μεταρρυθμίσει τον πρώτο και να κατατάξει ορθά, ήτοι τυχαία την ανακόπτουσα, δεδομένου ότι δεν έχουν ασκήσει ανακοπή κατ' αυτού (του υπ' αριθ. 4060/2009 πίνακα), με αυτοτελή δικόγραφα, ώστε να μεταρρυθμίσει το Δικαστήριο τον μη προσβαλλόμενο πρώτο πίνακα, μη, τηρηθείσας συνεπώς της απαραίτητης προδικασίας που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρο 583 και 979 παρ 2 και 933 Κ.ΠολΔ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια και αφού δέχτηκε την ανακοπή, ως προς τον ανωτέρω μοναδικό λόγο της, ακύρωσε τον προσβαλλόμενο με αυτή, νέο (τροποποιητικό) πίνακα κατάταξης, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε πλανήθηκε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν όλοι οι σχετικοί λόγοι αμφοτέρων των εφέσεων ως αβάσιμοι, καθώς και οι εφέσεις στο σύνολό τους, καθότι είναι ουσιαστικά αβάσιμες". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 974, 979, 980 του ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 10 του Κ.Δ. 26.6/10.7.1944, 58 παρ. 4 και 91παρ. 1 του ΚΕΔΕ (Ν.Δ. 356/1974), σε συνδυασμό με τα άρθρα 255 και 279 του ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τις παραδοχές του, με τον ανακοπτόμενο 4107/2009 πίνακα, η υπάλληλος του πλειστηριασμού επιχείρησε ανεπίτρεπτη διόρθωση-τροποποίηση του αρχικού 4060/2009 πίνακα κατάταξης σε βάρος της αναιρεσίβλητης ανακόπτουσας, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο μέσω της ανακοπής του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά του συγκεκριμένου 4060/2009 πίνακα και τέτοια ανακοπή δεν αφορά η κρινόμενη υπόθεση, ώστε να ενδιαφέρει η μη εφαρμογή από το Εφετείο των περί προθεσμιών διατάξεων που επικαλείται το αναιρεσείον.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 66/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ