Legislator Case Law & Legislation
399/2018 AI generated

399/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 399/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

399/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 399 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 399/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Μ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. Μ. Μ. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 3. Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Β.-Ι. Γ., ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε ότι οι 1ος αναιρεσείων απεβίωσε στις 9-8-2017, όπως προκύπτει από την υπ αριθμ. Πρωτ.... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου .... Ο 2ος αναιρεσείων απεβίωσε στις 14-1-2016 όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Αθηναίων και τη βιαίως διακοπείσα δίκη για τον 2ο αναιρεσείοντα Μ. Μ. του Β., συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος του Β. χα Μ. Μ. το γένος Ν. Ν., που εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσειόντων και του Β. Μ. του Μ. δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 14/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-1-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 18-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Β. - Ι. Γ., ο οποίος γνωστοποίησε, χωρίς να αμφισβητηθεί, από το μη καταθέσαν κατά τη διάρκεια της προσθήκης προτάσεις αναιρεσίβλητο, η προς τούτο αντιπροσωπευτική εξουσία του, ότι ο πρώτος αναιρεσείων Μ. Μ. του Α. απεβίωσε στις 9-8-2017, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων Ε.

Μ. του Β. απεβίωσε στις 19-1-2016 και στη θέση του έχει υπεισέλθει η εκ διαθήκης σύζυγός του Β. χα Μ. Μ., το γένος Ν. Ν., η οποία και συνεχίζει τη δίκη ως προς αυτόν χωρίς την μεσολάβηση βίαιης διακοπής (άρθρ. 287 και 290 ΚΠολΔ- ΟλΑΠ 22/2000). Οι προαναφερόμενοι θάνατοι καθώς και η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμου και η οικεία πληρεξουσιότητα του εκπροσωπούντος αυτήν δικηγόρου, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα οικεία έγγραφα και δη α)από το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../18-9-2017 απόσπ. Ληξ. πρ. θανάτου του ..., το από 16-1-2016 απόσπασμα ληξ. πραξ, θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, το υπ’ αριθμ .../31-3-2017 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης, το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../22-11-2017 πιστοπ. του Ειρηνοδικείου Αθηνών και το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../23-11-2017 πιστοπ περί μη καταθ. αγωγής αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος, καθώς και το υπ’ αριθμ. .../23-1-2018 πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών Σ.

Π.. Ενόψει τούτων και του ότι η υπόθεση αφορά σε αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας επί ακινήτου, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, αυτοί τόσο μεταξύ τους, όσο και η υποκατασταθείσα στη θέση του δεύτερου αναιρεσείοντα εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμος του, συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ.74 ΚΠολΔικ) και γιαυτό πρέπει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚπολΔικ.

να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, για τον οποίο με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρ 287 ΚΠολΔικ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους παρισταμένους προσηκόντως και συνδεομένους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας λοιπούς διαδίκους, καθόσον εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 288 ΚπολΔικ, συνάγεται ότι η διακοπή, που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου δεν επηρρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 241/2017).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 63 και 61 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση και την εισαγωγή σ’ αυτή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/47 ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι καθιερώνεται ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετής νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης εφαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία.

Έτσι κατά των εγγραφών του Κτηματικού Βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (ΜΟΥΛΚ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε, (με δυνατότητα συνυπολογισμού στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και εκείνου του δικαιοπαρόχου του), μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται από μέρος του εγγεγραμμένου ως τιτλούχου η συνεχής 15ετής νομή, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συντελέστηκε, ενώ η κτηματική εγγραφή (άρθρ61 παρ. 1)και κάθε επόμενη καταχώρηση, που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν, αντιστοίχως, τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και τη διάδοχη αυτού μεταβολή.

Σε ακίνητα που βρίσκονται στις περιφέρεις Ρόδου, Κω και Λέρου (Λακκί), όπου ισχύει το Κτηματολόγιο, στο οποίο καταχωρούνται όλες οι μεταβολές της κυριότητας ή άλλου εμπρ. δικαιώμ. του ακινήτου η υπάρχουσα "θεμελιώδης" αρχική εγγραφή εμπράγματου δικαιώματος, όταν καταστεί αμετάκλητη, ήτοι δεν προσβληθεί εντός τριετίας (άρθρ. 37 έως 40) αποτελεί αμάχητο τεκμήριο, έναντι πάντων, ότι το εμπράγματο δικαίωμα που αφορά η ως άνω καταχώρηση (εγγραφή) στο σχετικό βιβλίο, ανήκει στο πρόσωπο που αναφέρεται στην αρχική (θεμελιώδη) αυτή εγγραφή, ενώ οι μεταγενέστερες της θεμελιώδους εγγραφές (όπως και η θεμελιώδης που δεν κατέστη αμετάκλητη) αποδεικνύουν μεν το δικαίωμα επί του ακινήτου, πλην όμως το παραγόμενο από αυτές δικαίωμα είναι μαχητό.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 26 και 29 του Κανονισμού, συνάγεται ότι το Δημόσιο μετά την αμετάκλητη στο όνομά του αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή, αποκτά οριστικά την κυριότητα του ακινήτου και κάθε άλλο δικαίωμα ή εγγραφή εναντίον του κρίνονται παραγεγραμμένα. Έτσι τα ακίνητα νομικής φύσεως ΜΟΥΛΚ, που περιέχονται με τον τρόπο αυτό στο Δημόσιο, λαμβάνουν τον χαρακτήρα δημοσίων περιουσιακών κτημάτων και τα δικαιώματα του δημοσίου δεν υπόκεινται στη δεκαπενταετή κτητική παραγραφή το άρθρου 63 παρ. 1 του ΚΚ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου.

Εξ ετέρου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, ο οποίος εισήχθη στη Δωδεκάνησο με το β. δ της 31-12-1948/10-1-1949 τα δικαιώματα του δημοσίου επί ακινήτου από της ισχύος του νόμου αυτού(10-1-1949) δεν υπόκεινται σε καμμία παραγραφή, ενώ η κτητική παραγραφή που είχε αρχίσει, αλλά δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο αυτό (10-1-1949) δεν είχε καμμιά έννομη συνέπεια.

Επομένως κατά λογική ακολουθία η αγωγή του άρθρου 63 του ΚΚ, η οποία εγείρεται από το νεμόμενο χωρίς τίτλο κατά του εγγεγραμμένου ως τιτλούχου στα Κτηματολογικά βιβλία Δημοσίου, μετά την απρόσβλητη θεμελιώδη πρώτη εγγραφή είναι μη νόμιμη, καθώς επίσης μη νόμιμη είναι και η κατά του Δημοσίου αγωγή για μεταγενέστερη της αρχικής εγγραφή, εφόσον η κτητική παραγραφή δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι του προαναφερθέντος χρόνου.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 4 του ΚΚ διατηρείται κατ’ αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες α) δημοσίων γαιών (εραζί, εμυριέ, μιρί κλπ), β)ελεύθερης ιδιοκτησίας (ΜΟΥΛΚ) και γ)βαλκουφίων, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό δίκαιο. Ως δημόσια κτήματα (γαία) της κατηγορίας "εραζί-εμυριέ" θεωρούνται οι γαίες που είχαν κάποτε παραχωρηθεί σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπία)μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ", καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου "θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου, κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως, στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών των άρθρων 37 και 39 καθίσταται αμετάκλητη (άρθρ 61 εδ β).

Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 5 του ίδιου ΚΚ δεν συγχωρείται εις βάρος των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες "μιρί ή εραζί εμιριέ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μετά την ισχύ του ΚΚ στη Δωδεκάνησο είναι δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος "τον Κυβερνήτη", αλλά και με δεκαετή "εξουσίασή του και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο.

Κατά το άρθρο 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού προϋπόθεση για την κτήση του ως άνω δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον ιδιώτη (σφετεριστή) του δημοσίου κτήματος, είναι όχι μόνο η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μια δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Εννοείται ότι η 10ετήςαυτή κτηματική παραγραφή στην ωφέλιμη κυριότητα επί δημοσίας γης, ισχύει εφόσον έχει συμπληρωθεί στις 10.1.1949.

Εξάλλου ο νόμος 2100/1952 " περί συστάσεως οργανισμού ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω κλπ", με το άρθρο 9 του οποίου ορίστηκε ότι επί ακινήτων της κατηγορίας δημοσίων γαιών, επί των οποίων υπάρχει δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) αποσβέννυται οποιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου και οι έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτούν αυτοδικαίως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση την πλήρη κυριότητα επ’ αυτών, έχει εφαρμογή ειδικώς για τα κτήματα των περιφερειών των κτηματολογίων Ρόδου και Κω, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ανωτέρω δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτήθηκε πριν από την έναρξή της καταρτίσεως του Κτηματολογίου και διατηρήθηκε τούτο εξακολουθητικώς μέχρι της δημοσιεύσεως του ανωτέρω νόμου (26.4.1952), με την έννοια ότι φέρεται καταχωρημένος στο Κτηματολόγιο στο όνομα κάποιου εξουσιαστή (παραχωρησιούχου) καθιστάμενο από δημόσιο κτήμα ( εραζί - εμιριέ - αρζί μιρί) σε ακίνητο νομικής φύσεως μούλκ ( ελεύθερης ιδιοκτησίας).

Τέλος κατά το αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε η δε κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Το απαράδεκτο αφορά, μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλ. εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ’ αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο με αυτήν. Έτσι μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της βάσεως της αγωγής και η υπέρβαση της δικαιοδοσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29.10. 2007 αγωγή τους ο πρώτος αναιρεσείων και ο Β. Μ. του Μ. στη θέση του οποίου, λόγω θανάτου του έχουν υπεισέλθει οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης, ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι και μάλιστα κατά 1/2 εξ’ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά 1/4 εξ’ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς , επί ενός ακινήτου εκτός σχεδίου άρτιου και οικοδομήσιμου επιφανείας 17.800 τμ, που βρίσκεται στη Ρόδο και στη θέση "...", νομικής φύσης "αρζιμιρί" και ήδη "μούλκ", μετά την ψήφιση του Ν. 2100/1952, το οποίο κατά θεμελιώδη αρχική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου είχε περιέλθει στο όνομα της Κυβέρνησης των Νήσων του Αιγαίου σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 147/22.2.1918 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή και στη συνέχεια με την υπ’ αριθμ. 3595/1978 διάταξη του ίδιου Δικαστή (ακίνητο) περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 10.2.1947 Συνθήκη Ειρήνης που συνήφθη μεταξύ των συμμάχων χωρών, στις οποίες περιλαμβανόταν και η Ελλάδα και της Ιταλίας, αφετέρου, που κυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. 423/1947νομοθετικό διάταγμα.

Ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στους ενάγοντες, καθόσον πριν από την προαναφερθείσα αρχική εγγραφή και δη από το 1880 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2007)το νεμόντουσαν και το κατείχαν οι ενάγοντες και οι ανώτεροι και ανώτατοι δικαιοπάροχοί τους με διάνοια κυρίων και "δημόσια, ειρηνικά και καλόπιστα" ασκώντας σ’ αυτό τις επικαλούμενες πράξεις νομής και ειδικότερα από το 1990 μέχρι και το 1930 το νεμόταν ο παππούς των εναγόντων Μ. (Μ.) Μ.

του Κ., ο οποίος το 1930 με άτυπη δωρεά το μεταβίβασε στα παιδιά του Α. και Β. και στη συνέχεια τη νομή απέκτησαν ο πρώτος ενάγων το 1965 με άτυπη δωρεά του πατέρα του Α. και το 2008 οι λοιποί ενάγοντες ως εξ’ αδιαθέτου, κληρονόμοι του αποβιώσαντος, στις 24.3.2008, νομέα πατέρα τους Β.. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο ακίνητο αυτό, κατά τα προαναφερθέντα εξ’ αδιαιρέτου ποσοστά, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, αφού έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους και εις βάρος του εναγομένου Δημοσίου η απαιτουμένη κατά τη διάταξη αυτή 15ετής κτητική παραγραφή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και μετά από άσκηση εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφού απέρριψε τον οικείο πρώτο λόγο εφέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας νομικής διατάξεως, επικύρωσε, συμπληρώνοντας, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔικ, τις αιτιολογίες την πρωτόδικη απόφαση, καθόσον η προσβαλλομένη αρχική θεμελιώδης στα ΚΒ εγγραφή ως τιτλούχου του Δημοσίου είχε καταστεί αμετάκλητη και συνακόλουθα απρόσβλητη με την αγωγή του άρθρου 63 του ΚΚ, αφού είχε παρέλθει από της εγγραφής αυτής ( 22.2.1928) η κατά τα άρθρα 37 έως 40 του ΚΚ τριετία.

Με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως, οι εκκαλούντες ενάγοντες ισχυρίσθηκαν, ότι σε κάθε περίπτωση η αγωγή περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προκειμένου το δικαστήριο να την κρίνει νόμω βάσιμη κατά το άρθρο 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού αντί του 63, το δε δικαίωμα της ωφέλιμης κυριότητας αποτελεί μέρος της αιτουμένης με την αγωγή πλήρους κυριότητας.

Επί του λόγου αυτού της εφέσεως η προσβαλλόμενης διέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές. "Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως, οι εκκαλούντες επικαλούνται τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή τους στηρίζεται και στις παραπάνω διατάξεις, ζητούν δε να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο νόμιμος χρόνος της δεκαετούς παραγραφής του ανωτέρω άρθρου για την απόκτηση ωφέλιμης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.

Ενόψει όμως του ότι: α) το υποβαλλόμενο με την ένδικη αγωγή αίτημα περί αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού (κτητική δεκαπενταετής παραγραφή) είναι διαφορετικό από το αίτημα περί αναγνώρισης κτήσεως ωφέλιμης κυριότητας ακινήτου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού (κτητική δεκαετής παραγραφή), β) οι ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με κτητική δεκαπενταετή παραγραφή ( νομή με διάνοια κυρίου επί 15 έτη από την αρχική θεμελιώδη εγγραφή, επί ακινήτου ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), αποκλεισμένης ρητά της ως άνω παραγραφής επί ακινήτου που ανήκει στη δημόσια περιουσία), είναι διαφορετικές από εκείνες που απαιτούνται για τη κτήση ωφέλιμης κυριότητας επί ακινήτου με δεκαετή κτητική παραγραφή (η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή, αλλά και καλλιέργεια, επί μια δεκαετία, ακινήτου που ανήκει στη δημόσια περιουσία, από το σφετεριστή) και γ) οι εκκαλούντες επικαλούνται τις ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις της κτητικής δεκαετούς παραγραφής κατ’ άρθρο 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού, για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με το σχετικό λόγο εφέσεως, συνεπώς οι ανωτέρω ισχυρισμοί συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της παρούσας δίκης και πρέπει να απορριφθούν ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες δικονομικές διατάξεις και δη το άρθρο 522 ΚΠολΔικ, κατά το οποίο " με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση..." ούτε το άρθρο 525 παρ. 2 του ιδίου κώδικα, κατά το οποίο " είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη ακόμη και αν συναινεί ο αντίδικος...", αλλά ούτε και το άρθρο 526 του ίδιου κώδικα κατά το οποίο " είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί", καθόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταβιβάστηκε η δικονομική αξίωση που είχε υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε εκφραστεί με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για αναγνώριση κυριότητας επί ακινήτου κατά το άρθρο 63 του ΚΚ, ενώ η αίτηση αναγνωρίσεως κυριότητας κατά το άρθρο 68 του ΚΚ, είναι διαφορετική και υποβλήθηκε για πρώτη φορά ση δευτεροβάθμια δίκη και προσέτι η επίκληση των προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής (68 ΚΚ) για πρώτη φορά στο Εφετείο, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης και του αντικειμένου της δίκης.

Ενόψει τούτων δεν συνέτρεξε περίπτωση απορρίψεως, παρά το νόμο, ως απαραδέκτων των παραπάνω υποβληθέντων με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως ισχυρισμών, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αφορούν σε δικονομικά απαράδεκτα και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει τούτων η αναίρεση ως προς την υπεισελθούσα στη θέση του δεύτερου αναιρεσείοντα εκ διαθήκης κληρονόμου του και ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου ( άρθρ 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ελλείψει αιτήματος του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 106 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα για τον πρώτο αναιρεσείοντα Μ. Μ. του Α.. Χωρίζει την υπόθεση ως προς αυτόν

Απορρίπτει την από 7-1-2015 αίτηση της υπεισελθούσας στη θέση του δεύτερου αναιρεσείοντος (Μ. Μ. του Β.)εκ διαθήκης κληρονόμου του Β. χας Μ. Μ., το γένος Ν. Ν. και του Ε. Μ. του Β. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 14/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ