399/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated399/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ. του Δ., κατοίκου ..., 63) Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 64) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 65) Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 66)Π. Τ.-Σ. του Θ., κατοίκου ..., 67) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 68) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 69) Α. Ν.-Α., κατοίκου ..., 70) Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 71)Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 72) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 73) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 74)Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 75)Ι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 399 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 399/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Φ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 5) Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 7)Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 8)Ά. Α. του Π., κατοίκου ..., 9)Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 10)Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 11) Α. Δ. του Α., κατοίκου ..., 12)Η. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 13)Μ.
Κ. του Κ., κατοίκου ..., 14)Η. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 15)Π. Λ. του Α., κατοίκου ..., 16) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 17) Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 18) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 19) Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 20) Χ. Β. του Π., κατοίκου ..., 21) Ε. Σ.-Σ. του Ν., κατοίκου ..., 22)Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 23) Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., 24) Χ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 25) Ε.
Α. του Μ., κατοίκου ..., 26) Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 27) Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 28) Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 29)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 30) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 31) Δ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 32) Α. Χ. του Α., κατοίκου ..., 33)Λ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 34)Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 35)Φ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 36) Θ. Λ. του Η., κατοίκου ..., 37) Ά. Κ.
του Κ., κατοίκου ..., 38) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 39)Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 40) Θ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 41) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 42) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 43) Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 44) Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 45) Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 46) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 47) Ν. Α. του Β., κατοίκου ..., 48)Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 49) Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 50) Ε.
Σ. του Ι., κατοίκου ..., 51) Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 52) Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 53) Ε. Κ.-Χ. του Ε., κατοίκου ..., 54) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 55) Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 56) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 57)Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., 58) Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 59) Α. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 60) Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 61) Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., 62) Α.
Σ. του Δ., κατοίκου ..., 63) Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 64) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 65) Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 66)Π. Τ.-Σ. του Θ., κατοίκου ..., 67) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 68) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 69) Α. Ν.-Α., κατοίκου ..., 70) Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 71)Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 72) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 73) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 74)Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 75)Ι.
Μ. του Χ., κατοίκου ..., 76)Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 77)Δ. Φ. του Η., κατοίκου ..., 78) Ν. Σ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 1412/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-10-2014 αίτησή του, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 14-12-2015 κλήση του μετά τη ματαίωση αυτής κατά τη νομίμως ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 3-11-2015.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 23-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ.
Α.Π. 16 και 17/2015). Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσελήφθησαν από ετών προ του επιδίκου χρόνου, ως υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..."...
το οποίο δυνάμει του π.δ. 413/1998... μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία ... λειτουργούσα σύμφωνα με το καταστατικό της και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή χάριν του δημοσίου συμφέροντος... Έτσι από την 28-12-1998 εντάχθηκαν στην εναγομένη... "... Α.Ε."... [της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσείον], σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου...
αμειβόμενοι μέχρι και σήμερα με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν.2470/1997 και ν. 3205/2003)... Από της προσλήψεώς τους μέχρι σήμερα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην ήδη εναγομένη... με τις ειδικότητες που αναφέρουν στην ένδικη αγωγή... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του ν. 2470/1997... και από 1-1-2004 και μέχρι σήμερα του ν. 3205/2003, πλείστες κοινές υπουργικές αποφάσεις (Κ.Υ.Α.) που εκδόθηκαν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του ν. 3016/2002 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, οι ενάγοντες...
δικαιούνται να λαμβάνουν από 1-1-2002 την ένδικη παροχή, η οποία χορηγήθηκε με τις ως άνω Κ.Υ.Α. σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών των υπουργείων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς ουδεμία μνεία γίνεται, τόσο στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, όσο και στις ανωτέρω Κ.Υ.Α., για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της επιδίκου πρόσθετης παροχής, αναγόμενη στο είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων της παροχής...
Ειδικότερα οι ενάγοντες από της προσλήψεώς τους υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως αυτό καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1-1-1984 και εντεύθεν με το ν. 1505/1984, από 1-1-1997 και εντεύθεν με το ν. 2470/1997, από δε 1-1-2004 και νυν με το ν. 3205/2003, δικαιούμενοι σε όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές.
Η επέκταση δε της σχετικής καταβολής υπήρξε τόσο ευρεία και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών προέβη στην έκδοση της... .../20-11-2002 εγκυκλίου του, σύμφωνα με την οποία δικαιούχοι της εν λόγω παροχής είναι όλοι οι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μόνιμοι και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις του νόμου 2470/1997.
Αργότερα δόθηκε σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες τακτικών και αορίστου χρόνου υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Με την επέκταση δε αυτή σε μικρό χρονικό διάστημα (έτη 2002-2003) της χορήγησης της ανωτέρω πρόσθετης παροχής σε μεγάλες και ανόμοιες μεταξύ τους κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, εξέλιπε τελικά ο βασικός λόγος (σύναψη συλλογικών συμφωνιών) και αντιθέτως κατέστη κανόνας η χορήγησή της σε όλους ανεξαιρέτως τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, αφού...
αυτή απέκτησε πλέον τη μορφή του επιδόματος που προσαυξάνει τους μισθούς. Επομένως το δικαίωμα των εναγόντων, καθόσον αφορά στην ένδικη παροχή, είναι νόμιμο για το λόγο ότι αυτή έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών (αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού) επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημοσίας διοικήσεως και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεώς της...
εξ αρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων... σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των ν. 2470/1997 και 3205/2003. Δικαιούνται λοιπόν οι ενάγοντες, ως υπάλληλοι της εναγομένης, την ανωτέρω μισθολογική παροχή... που χορηγείται σε συναδέλφους τους του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον υπάγονται και αυτοί στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και εν συνεχεία του ν. 3205/2003.
Δηλαδή, εφόσον πληρούν τη μοναδική αυτή προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ενδίκου παροχής, καθώς... ουδεμία μνεία γίνεται τόσο στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 όσο και στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη στο είδος ή τις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των κατονομαζομένων ως δικαιούχων της παροχής.
Άλλως παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα που καθιερώθηκε με το ν. 2470/1997 και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1), σύμφωνα με τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας.
Συνεπώς, προς άρση της άνισης διάκρισης και αποκατάσταση της συνταγματικής άνω αρχής, πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της "μηνιαίας ειδικής παροχής" και στους ενάγοντες, οι οποίοι τελούν σε όμοιες συνθήκες απασχόλησης με τους συναδέλφους τους προς τους οποίους χορηγήθηκε αυτή, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, με την οποία να δικαιολογείται η επιλεκτική αυτή καταβολή της επίδικης "ειδικής παροχής"".
Με βάση αυτές τις παραδοχές απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2, 3 και 28 παρ. 4 ν. 3205/2003 αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους αναιρεσιβλήτους από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 22-12-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται ωσαύτως αιτιάσεις για τη μερική παραδοχή της ίδιας βάσης της αγωγής.
Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί δε κατ’ ουσίαν η από 28-1-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τον πρώτο λόγο της, με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για τη μη απόρριψη της ανωτέρω (κύριας) βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης.
Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το λόγο της αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικασθεί η ανωτέρω αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της [με την οποία αυτοί εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...) - το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο - ως μόνιμοι υπάλληλοι, αμειβόμενοι με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997 και 3205/2003) και ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 με μόνη την επίκληση της αρχής της ισότητας και χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και το ότι δεν ελάμβαναν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ], να απορριφθεί δε αυτή ως μη νόμιμη.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1412/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 28-1-2013 έφεση του αναιρεσείοντος.
Δέχεται αυτήν.
Εξαφανίζει την 229/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 22-12-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή κατά τη βάση της αυτή.
Απορρίπτει αυτήν.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ