399/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:109/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated399/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έκθεση επίδοσης 8806-Β/2014 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Σ. Κ.). Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Full text
Απόφαση 399 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ντάλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. χήρας Μ. Χ., το γένος Μ. Χ., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:109/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος, ανέγνωσε την από 6-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης 177/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου, που, επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, νόμιμα, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα (βλ.
έκθεση επίδοσης 8806-Β/2014 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Σ. Κ.). Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι ο δικηγόρος ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
Ως επιτυχή έκβαση της δίκης (άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων), νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα ή αμετάκλητα, αν αυτό έχει συμφωνηθεί, δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική επίλυση της διαφοράς.
Το αυτό όμως ισχύει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, όπως επί εξώδικης λύσης της διαφοράς, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Η σχετική περί εργολαβίας δίκη συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής, μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 38 του Εισ.ΝΑΚ., εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές οπότε η συμφωνία του εργαζόμενου με το δικηγόρο πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου (92) του Κώδικα περί Δικηγόρων, να καταρτισθεί εγγράφως.
Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος εκθέτει ότι συμφώνησε προφορικά με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, να ενεργήσει δικαστικά για την: 1) απόρριψη της αγωγής κυριότητας του Ρ.
Κ. σε βάρος των αναφερομένων στην αγωγή δικαιοπαρόχων της εναγομένης και 2) την αναγνώριση της κυριότητας της ίδιας σε ιδανικά μερίδια των ακινήτων της που βρίσκονται στη Ρόδο. Συμφώνησαν, δε, με την εναγόμενη ότι, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης των δικών αυτών και ειδικότερα, μέχρι ότου αναγνωρισθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η κυριότητά της και της αποδοθούν τα ιδανικά της μερίδια, να του μεταβιβάσει ποσοστό 20% επί της συνολικής επίδικης έκτασης των ιδανικών της μεριδίων (23.708 τμ..) και συγκεκριμένα, ιδανικό μερίδιο που να αντιστοιχεί σε 4.000 τ.μ.
Σε σχέση με το πρώτο μέρος της συμφωνίας, που αφορούσε την αντίκρουση της αγωγής, εκδόθηκε αρχικά η απόφαση 99/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την αγωγή και στη συνέχεια, η απόφαση 128/2000 του Εφετείου Δωδεκανήσου, που απέρριψε την έφεσή του αντιδίκου και έτσι η αγωγή του Ρ. Κ. απορρίφθηκε τελεσίδικα.
Στις δίκες αυτές, όπως αναφέρει ο ενάγων δικηγόρος, παραστάθηκε στο όνομα μεν των εναγομένων (δικαιοπαρόχων της εναγομένης) αλλά για λογαριασμό και κατ' εντολή της ίδιας. Στη συνέχεια, ο ίδιος ενάγων δικηγόρος ασχολήθηκε και με το δεύτερο μέρος της συμφωνίας, δηλαδή, την άσκηση αγωγής στο όνομά της, κατά των κληρονόμων του Ρ.
Κ., προκειμένου ν' αναγνωρισθεί η κυριότητά της στα ίδια πιο πάνω ακίνητά της, τα οποία εξακολουθούσαν να κατέχουν οι κληρονόμοι του προαναφερομένου Ρ. Κ.. Προς τούτο ασκήθηκε σχετική αγωγή στο όνομα της εναγομένης και επ' αυτής εκδόθηκε η απόφαση 317/2001 του Πρωτοδικείου Ρόδου, που έκανε δεκτή την αγωγή και στη συνέχεια, η απόφαση 304/2003 του Εφετείου Δωδεκανήσου, που απέρριψε την έφεση των αντιδίκων και έτσι, η εναγόμενη αναγνωρίστηκε τελεσίδικα κυρία των ιδανικών της μεριδίων στα ακίνητα και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να της τα αποδώσουν.
Στη συνέχεια δε πραγματοποιήθηκε με ενέργειες του ενάγοντος δικηγόρου, η αποβολή των αντιδίκων και η εγκατάσταση της εναγομένης στα ιδανικά της μερίδια, αφού ακολουθήθηκε η νόμιμη προς τούτο διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά της πιο πάνω απόφασης 304/2003 άσκησαν οι αντίδικοι την από 16-2-2004 αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητήθηκε στις 21-11-2007, με την παρουσία του ενάγοντος δικηγόρου και απορρίφθηκε με την απόφαση 222/2008 του Αρείου Πάγου.
Πριν τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης, ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, ότι επιβεβαίωσαν με την εναγομένη την συμφωνία τους και εγγράφως, υπογράφοντας προς τούτο το από 27-1-2005 εργολαβικό δίκης, που είχε το ίδιο περιεχόμενο με την αρχική (προφορική) συμφωνία και συμφώνησαν, περαιτέρω, ότι η μεταβίβαση του ιδανικού μεριδίου στον ίδιο θα γινόταν μόλις εκδοθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ενόψει αυτών, ζητούσε, λόγω της αρνήσεως της εναγομένης να συναινέσει στη μεταβίβαση του πιο πάνω ποσοστού (20%), να καταδικασθεί η τελευταία σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση στον ίδιο του ιδανικού μεριδίου στα προαναφερόμενα ακίνητα. Η αγωγή αυτή, με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα, στην οποία σαφώς εκτίθεται ότι ο ενάγων διεξήγαγε τις παραπάνω δίκες κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης, είναι νόμιμη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων που προαναφέρθηκαν και αυτή του άρθρου 949 ΚΠολΔ.
Έσφαλε, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω νομικών διατάξεων, κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη (μετ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης που δέχτηκε τα ίδια) με την εσφαλμένη εκτίμηση αυτής ότι πρόκειται για δύο χωριστές συμφωνίες των διαδίκων, εκ των οποίων η μεν πρώτη (αντίκρουση αγωγής Ρ.
Κ.) αφορούσε διαφορά στην οποία η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη δεν ήταν διάδικος αλλά τρίτος, με τους οποίους δεν είχε συμβληθεί ο ενάγων αναιρεσείων, η δε δεύτερη (άσκηση αγωγής στο όνομα της εναγόμενης) ότι καταρτίσθηκε μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης 304/2003 του Εφετείου Δωδεκανήσου και άρα δεν είχε έννομες συνέπειες.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ενιαίως κρινόμενοι λόγοι, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν, ενώ, παρέλκει πλέον η εκδίκαση του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 177/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ