399/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 399 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2012
Legislator headnote
AI generated399/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 399 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2012
Full text
Απόφαση 399 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. "Σ. Κ. & ΣΙΑ ΟΕ" ομόρρυθμης εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "Α' ΟΜΑΔΑ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΕΡΑΚΑΡΟΥΣ" που εδρεύει στην Γερακαρού και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Σ. συζ. Β. Κ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ... και 3. Μ. Μ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Σαρπασίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ν. ΚΑΠΝΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΕ" ανώνυμης εταιρίας καπνικών μηχανημάτων, που εδρεύει στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, 2. Α. Ν. του Μ., 3.Ι. Ν. του Μ. και 4. Ε. Ν., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου υιού της Ν. Ν., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-12-1995 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16783/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-6-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεσή του προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Χαραλάμπους Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες, υπ' αριθμ. 11526 Β', 11525 Β', 11528 Β' και 11527 Β' / 9-9-2009, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσης της, καθώς και κλήση για εμφάνιση στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-3-2010, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την ανωτέρω αναφερομένη (31-10-2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα των αναιρεσιβλήτων (ο τέταρτος από τους οποίους ήδη ενηλικιώθηκε), με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, μετά από αναβολή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (αρθρ. 226 παρ. 4, 575 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τις οποίες αν δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, νοούνται και τα αποδεικτικά έγγραφα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, όχι δε και με την προσθήκη, εκτός αν προσκομίζονται για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου αποδεικτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του διαδίκου, όπως είναι και η ένσταση εξόφλησης της απαίτησης του αντιδίκου του (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 23/2008, 9/2000, 14/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσειουσών, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτές δεν επικαλέστηκαν, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα έγγραφο (καρτέλα) της Α.Τ.Ε., από την οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, εισέπραξε το ποσό των 6.048.000 δραχμών προς μερική εξόφληση, δι' εκχωρήσεως, της απαιτήσεως της, εναντίον τους, όπως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες. Την καρτέλα αυτή επικαλέσθηκαν, απαραδέκτως το πρώτο με την προσθήκη των προτάσεων τους. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, το αποδεικτικό αυτό μέσο απέκρουσε ως απαράδεκτο και δεν το έλαβε υπόψη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 14 και 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, όπως με τον πρώτο λόγο αιτιώνται οι αναιρεσείουσες και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1, Ολ.Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ" αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών ή την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 120/2004). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα να καθορίζονται και μάλιστα ενάριθμα οι κανόνες δικαίου που, κατά τον αναιρεσείοντα, παραβιάστηκαν, και να εξειδικεύεται η παραβίαση, να αναφέρεται δηλαδή αν αυτή έλαβε χώρα κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Επί πλέον, αν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας παραδεκτώς ισχυρισμός, που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, προς αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε ενώ έπρεπε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του αναιρετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 περιπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, κατά την επάλληλη απορριπτική της ένστασης εξόφλησης, αιτιολογία ότι από την άνω καρτέλα, δεν αποδεικνύεται η καταβολή στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ποσού 6.048.000 δρχ., προς εξόφληση της ένδικης απαίτησης, παραβίασε, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 416 ΑΚ, τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού οι ενάγοντες δεν επικαλέσθηκαν άλλη μεταξύ αυτών και των εναγομένων συναλλαγή, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενες όφειλαν σ' αυτούς οποιοδήποτε ποσό για άλλη αιτία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προέχοντος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό την επίφαση της προβαλλόμενης πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση α) της Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Κ. και Σία ΟΕ", β) Σ. συζ. Β. Κ. και γ) Μ. Μ., για αναίρεση της 560/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ