Legislator Case Law & Legislation
399/2011 AI generated

399/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 399/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

399/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το ορισμένο και βάσιμο κατά νόμο της ένστασης πρέπει, στην ιστορική βάση αυτής, να αναφέρεται ότι σε βάρος του ακινήτου, που στην αγωγή αναφέρεται ως ανήκον στον ενάγοντα, έχει συσταθεί, με ορισμένο νόμιμο τρόπο, πραγματική δουλεία με ορισμένο περιεχόμενο, αντίστοιχο της στην αγωγή προβαλλόμενης προσβολής, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος o εναγόμενος με ορισμένο νόμιμο τρόπο (ΑΠ 214/2008).

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified right of way vehicle keeper access road right-of-way violation driving ban
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 399 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ι. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Κ. Σ. κατοίκου ..., 2. Α. Α. Σ. και 3. Κ. Α. Σ., κατοίκου ..., από τους οποίους ο 1ος και ο 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο, ενώ ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/1996 μη οριστική, 92/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 562/2003, 36/2006 μη οριστικές, 274/2007 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-4-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ προκύπτει ότι ως ακίνητο στερούμενο αναγκαίας διόδου προς την οδό θεωρείται εκείνο το οποίο στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό, καθώς επίσης και εκείνο το οποίο έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, αφού δεν επιτρέπει την κανονική και σύμφωνα με τον προορισμό του εκμετάλλευση για το λόγο ότι είναι ανεπαρκής.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Η δε διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εφαρμόζεται αναλόγως και στην απόκτηση πραγματικής δουλείας με χρησικτησία και συνεπώς ο επικαλούμενος τέτοια κτήση μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 1033, 1108 και 1118 AΚ, 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για την κατάλυση της, στηριζόμενης στην κυριότητα σε ακίνητο, αρνητικής αγωγής, ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, την ένσταση ότι, αυτός ενήργησε την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματός του, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ του δικού του ακινήτου.

Για το ορισμένο και βάσιμο κατά νόμο της ένστασης πρέπει, στην ιστορική βάση αυτής, να αναφέρεται ότι σε βάρος του ακινήτου, που στην αγωγή αναφέρεται ως ανήκον στον ενάγοντα, έχει συσταθεί, με ορισμένο νόμιμο τρόπο, πραγματική δουλεία με ορισμένο περιεχόμενο, αντίστοιχο της στην αγωγή προβαλλόμενης προσβολής, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος o εναγόμενος με ορισμένο νόμιμο τρόπο (ΑΠ 214/2008).

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ συνάγεται ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη για πραγματικούς ή νομικούς λόγους. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, γιατί το τελευταίο απόκτησε αυτάρκεια.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει, ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αρνητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την ένσταση των εναγομένων ότι η διέλευσή τους από την επίδικη δίοδο γίνεται δυνάμει δικαιώματος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι κύριος ενός αγροκτήματος, εκτάσεως τριάντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (34.500) τετραγωνικών μέτρων, που περιέχει επτακόσια είκοσι (720) ελαιοδενδρα, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Η.

Κ., Δ. Α., Ε. συζ. Χ. Γ. (συζύγου του ενάγοντος) και Ι. Χ. Γ. (γιου του ενάγοντος), δυτικά με ιδιοκτησίες Δ. Α., Η. Κ. και Α. Σ. (πρώτου εναγομένου), νότια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ψ., κληρονόμων Τ. και κληρονόμων Ν. Α. και ανατολικά με επαρχιακή οδό ...-.... Το αγρόκτημα αυτό περιήλθε στον ενάγοντα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Ι.

Γ., ο οποίος απεβίωσε στις 14-3-1957 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας του Ε. Γ., η οποία απεβίωσε στα ... στις 30-5-1979 χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον ενάγοντα, καταλείποντάς του το 1/4 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αγροκτήματος, το οποίο είχε περιέλθει σε αυτή από κληρονομιά του ως άνω συζύγου της και πατέρα του ενάγοντα Ι.

Γ.. Τις κληρονομιές αυτές ο ενάγων αποδέχθηκε με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Εράνης Διονυσίας Μιχαλακοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Εράνης. Στον ως άνω κληρονομούμενο Ι. Γ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει από διανομή με τον αδελφό του Κ.

Χ. Γ., που έγινε με το 142/21-10-1928 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Εράνης Δημητρίου Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται, ότι στο επίδικο υπάρχει "μαΐστρα", ήτοι δρόμος από τον οποίο διέρχονται κάρα, η οποία αρχίζει από τον επαρχιακό δρόμο ...-...

στην ανατολική πλευρά του κτήματος και, κατευθυνόμενη προς δυσμάς σε ευθεία γραμμή, φθάνει μέχρι τα αλώνια του όλου ακινήτου και κοντά στην ανώγεια οικία, που υπάρχει στο δυτικό άκρο του αγροκτήματος κοντά στο όριο με τις ιδιοκτησίες των εναγομένων και της Δ. Α.. Τη δίοδο αυτή, πλάτους 2,50 μ. περίπου, η οποία χαρακτηρίζεται ως κοινή στο ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, άφησαν οι παραπάνω συμβαλλόμενοι για να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την κατά τα ανωτέρω διανομή του κοινού ακινήτου τους.

Από τότε οι ιδιοκτησίες που προέκυψαν από τη διανομή εξυπηρετούνταν συνεχώς από την παραπάνω δίοδο, η οποία διασχίζει την ιδιοκτησία που τώρα ανήκει στον ενάγοντα και στρώθηκε από αυτόν με χαλίκι. Μπροστά από την ως άνω αγροικία του ενάγοντος, στη νοτιοανατολική πλευρά της, υπάρχει ανωφέρεια που καθιστούσε αδύνατη την προσέγγιση τροχοφόρων στην εν λόγω αγροικία.

Για το λόγο αυτό, ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του χρησιμοποιούσαν δίοδο που παρακάμπτει από αριστερά την ως άνω ανωφέρεια και καταλήγει σχεδόν κυκλικά στην νότια πλευρά της αγροικίας ταυ ενάγοντος. Συγκεκριμένα, η ως άνω "μαΐστρα" μετά τα 320 μ. περίπου από την προαναφερόμενη επαρχιακή οδό κάμπτεται νοτίως και κατευθυνόμενη προς τα νοτιοδυτικά, σε μήκος 60 μ.

περίπου, κάμπτεται πάλι δυτικά και μετά από 60 μ. περίπου διακλαδώνεται προς δύο κατευθύνσεις. Η μία κάμπτεται προς βορρά και καταλήγει στον περίβολο της οικίας του ενάγοντος και η άλλη βαίνει νοτιοδυτικά και μετά 10 μ. περίπου από τη διακλάδωση καταλήγει στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγομένων.

Η ιδιοκτησία αυτή των εναγομένων βρίσκεται δυτικά της παραπάνω ιδιοκτησίας του ενάγοντος, έχει έκταση 25 στρεμμάτων, είναι περιφραγμένη και αποτελεί σήμερα κυρίως ελαιοπερίβολο, ενώ υπάρχει μικρής έκτασης αμπέλι και μια ισόγεια αγροικία στο ανατολικό τμήμα της, πλησίον της ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Τη σημερινή ενιαία μορφή της έχει η ιδιοκτησία των εναγομένων από το έτος 1954 και αποκτήθηκε τμηματικά. Συγκεκριμένα: α) με το ... προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Εράνης Χαράλαμπου Σάμπαλη η δεύτερη εναγομένη, ενόψει του γάμου της με τον πρώτο εναγόμενο, έλαβε ως προίκα από τον πατέρα της Α. Β. τα 7/12 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου εμβαδού 12 στρεμμάτων, το οποίο περιείχε μια μικρή χαμώγεια οικία και 15 ελαιόδεντρα και το μισό ήταν φυτευμένο με σταφίδα, β) με το 1657/4-12-1951αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος αγόρασε από τους κληρονόμους Κ.

Σ. συνεχόμενο αγροτεμάχιο, εμβαδού 5 στρεμμάτων, από τα οποία τα 3 στρέμματα ήταν σταφιδάμπελος και τα υπόλοιπα αγρός, γ) με το 1938/16-6-1953 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος αγόρασε από τον πεθερό του Α. Β. δύο εδαφικά τμήματα συνεχόμενα των ανωτέρω και συγκεκριμένα σταφιδάμπελο εμβαδού 1,5 στρέμματος και αγρό εμβαδού ενός στρέμματος που περιείχε οικία και δ) με το 2075/17-1-1954 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος αγόρασε από το θείο του ενάγοντος Κ.

Γ., ο οποίος μετείχε στη διανομή του έτους 1928, ένα τμήμα του ακινήτου που είχε λάβει αυτός με την εν λόγω διανομή, εμβαδού 1,5 στρέμματος, που περιείχε επτά ελαιόδενδρα. Σημειώνεται, ότι και το αγροτεμάχιο των 5 στρεμμάτων που αγόρασε ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος από τους κληρονόμους Κ. Σ. με το ως άνω 1657/1951 συμβόλαιο, αποτελούσε τμήμα του ακινήτου που διανεμήθηκε το έτος 1928 και αγόρασε το έτος 1943 ο Κ.

Σ. από τον πατέρα του αναιρεσείοντος Ι. Γ., ο οποίος μετείχε στην ως άνω διανομή. Μετά την αγορά του τελευταίου από τα παραπάνω ακίνητα, οι αρχικοί εναγόμενοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, συνένωσαν τα ανωτέρω τέσσερα συνεχόμενα ακίνητα και τα χρησιμοποιούν ως ενιαίο ακίνητο, προβαίνουν δε από τότε σε συνεχή βελτίωση και αξιοποίηση αυτού.

Συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τη σταφιδάμπελο που υπήρχε σε αυτό και τα ελαιόδενδρα αυτού και έσπερναν το ακάλυπτο τμήμα του αγροκτήματος με δημητριακά, τριφύλλι και υπαίθρια κηπευτικά. Κατά τα έτη 1963-1975 καλλιεργούσαν αγγούρι στα επτά (7) θερμοκήπια, που είχαν κατασκευάσει στο βορειοανατολικό τμήμα του ενιαίου ακινήτου.

Το έτος 1975 σταμάτησαν την καλλιέργεια των θερμοκηπίων και αφού εκρίζωσαν τη σταφιδάμπελο, φύτεψαν σε όλο το κτήμα ελαιόδενδρα, τα οποία φθάνουν συνολικά τα 420. Περί τα μέσα τη δεκαετίας του 1980 επισκεύασαν τη χαμώγεια αγροικία τους και κατασκεύασαν ένα επιπλέον δωμάτιο καθώς και φούρνο, τζάκι και σταύλο.

Το ενιαίο ακίνητο των εναγομένων είναι περίκλειστο καθόσον δεν συνορεύει με κοινόχρηστη οδό. Από ανατολάς και σε απόσταση 450 μ. περίπου από την ανατολική πλευρά διέρχεται ο ασφαλτοστρωμένος δημόσιος δρόμος ...-..., μεταξύ δε αυτού και του ακινήτου των εναγομένων παρεμβάλλεται το ως άνω αγρόκτημα του αναιρεσείοντος.

Από δυτικά του ακινήτου των εναγομένων διέρχεται σε απόσταση 140 μ. περίπου ο χαλικοστρωμένος αγροτικός δρόμος της "..." που ξεκινά έξω από τα ... και διασχίζει την ως άνω αγροτική περιοχή. Μεταξύ του δρόμου αυτού και της δυτικής πλευράς του ακινήτου των εναγομένων παρεμβάλλονται οι ιδιοκτησίες Α. Φ. και Α..

Για την επικοινωνία με το ακίνητο τους και την κάθε είδους εκμετάλλευση του, οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν συνεχώς από το έτος 1954 και μετά με διάνοια δικαιούχων πραγματικής δουλείας διόδου τον μήκους 450 μ. περίπου και πλάτους 2,50 μ. προπεριγραφόμενο δρόμο (μαΐστρα) που ξεκινά από την ως άνω επαρχιακή οδό, διέρχεται μέσα από γειτονικό ακίνητο του ενάγοντος και καταλήγει στη νότια πλευρά της οικίας του, το δρόμο δε αυτόν χρησιμοποιούσαν και ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του για να μεταβαίνουν στην ως άνω οικία τους και για να καλύψουν τις εν γένει ανάγκες του αγροκτήματός τους.

Πριν από την εν λόγω οικία ο δρόμος διακλαδίζεται, όπως έχει αναφερθεί, προς το ακίνητο των εναγομένων. Από τη δίοδο αυτή και μόνο περνούσαν πάντοτε οι εναγόμενοι μέχρι την άσκηση της αγωγής (4-8-1995) με κάθε είδους τροχοφόρα για να φθάσουν στο ακίνητό τους και να καλύψουν τις αντίστοιχες ανάγκες του. Ειδικότερα, τα πρώτα χρόνια μετά την απόκτηση του ακινήτου τους περνούσαν με κάρα με τα οποία μετέφεραν τη σταφίδα και το ελαιόκαρπο.

Στη συνέχεια, όταν οι καλλιέργειες γίνονταν με μηχανοκίνητα μέσα, περνούσαν οι γεωργικοί ελκυστήρες για να οργώσουν το αγρόκτημα και τα φορτηγά για να μεταφέρουν τα λιπάσματα, τους σπόρους, τον καρπό των ελαιοδένδρων και των σταφιδαμπέλων και τα κηπευτικά. Επίσης, περνούσαν τα φορτηγά για να μεταφέρουν τα υλικά για την κατασκευή των θερμοκηπίων και των προσθηκών της αγροικίας και για τις επισκευές αυτής.

Η συστηματική και οργανωμένη καλλιέργεια του αγροκτήματος των εναγομένων με μηχανικά μέσα και η συνεχής βελτίωση αυτού και της επ' αυτού αγροικίας, απαιτούσαν συνεχείς και εμφανείς διελεύσεις με τροχοφόρα οχήματα από την επίδικη δίοδο, τις οποίες δεν μπορούσε να μην έχει αντιληφθεί ο ενάγων, ο οποίος, αν και δεν κατοικούσε στην περιοχή, επισκεπτόταν συχνά το αγρόκτημά του και την εντός αυτού οικία του.

Η τελευταία βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την ιδιοκτησία των εναγομένων, για να φθάσει δε σε αυτή χρησιμοποιούσε την επίδικη δίοδο και δεν μπορούσε να μην έχει αντιληφθεί τη διακλάδωση της διόδου προς το ακίνητο των εναγομένων. Την ως άνω δίοδο έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί και η Δ. Α., η οποία εισέρχεται στο ακίνητο των εναγομένων από την επίδικη δίοδο και μέσω του βορειονατολικού τμήματος αυτού, από το οποίο έχει δικαίωμα να διέρχεται, φθάνει στο βορείως του αγροκτήματος των εναγομένων και σε επαφή με αυτό ακινήτου της.

Το αγρόκτημα των εναγομένων συνδεόταν από τη δυτική του πλευρά με τον κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο της ...ς με δίοδο μήκους 140 μ. περίπου,, που στα πρώτα 60 μ. περίπου, ξεκινώντας από το ακίνητο των εναγομένων, είχε πλάτος 0,80 μ. και στα υπόλοιπα 80 μ., μέχρι τον αγροτικό δρόμο, έχει πλάτος 2,50 μ. περίπου. Τα 80 αυτά μέτρα αποτελούν τμήμα αγροτικής διόδου, η οποία αρχίζει από τον ως άνω αγροτικό δρόμο και, κατευθυνόμενη προς ανατολάς, στη συνέχεια κάμπτει βορείως και καλύπτει τις ανάγκες άλλων ακινήτων.

Την παραπάνω δίοδο, το στενό τμήμα της οποίας οργώνεται και δεν είναι εμφανές, χρησιμοποιούσαν οι εναγόμενοι για να φθάσουν στο ακίνητο τους με τα πόδια ή με τα ζώα, γιατί η απόσταση μέχρι το σπίτι τους στα ... είναι μικρότερη από αυτή τη δίοδο. Το δικαίωμα αυτό των εναγομένων να διέρχονται από το σημείο αυτό πεζοί ή με ζώα αναγνωρίζεται και αναφέρεται στο ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Εράνης Χρήστου Γυφτόπουλου, με το οποίο η Α. Φ. αγόρασε την προς δυσμάς του ακινήτου των εναγομένων ιδιοκτησία. Στο σημείο αυτό του ακινήτου τους οι εναγόμενοι άφησαν πόρτα, πλάτους ενός μέτρου περίπου, κατά την περίφραξη αυτού, που έκαναν το έτος 1994. Εξάλλου, από τη βόρεια πλευρά του ακινήτου αυτού, όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία της Δ.

Α. και τοποθετήθηκε πόρτα πλάτους 2,50 μέτρων κατά την ανωτέρω περίφραξη, οι εναγόμενοι ξεκινούσαν με τα ζώα και αφού διέρχονταν μέσα από γειτονικές ιδιοκτησίες σε μήκος 100 μέτρων, χωρίς να είναι διαμορφωμένο μονοπάτι, έφθαναν στον κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο του .... Τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύονται με σαφήνεια από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, καθώς και από τις αεροφωτογραφίες της περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα ως άνω ακίνητα των διαδίκων, της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1965, 1975 και 1977, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα.

Από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ειδικότερα ότι ο επίδικος δρόμος είναι μεγάλου πλάτους κατάλληλος για τροχοφόρα και καταλήγει στην ανατολική πλευρά του αγροκτήματος των εναγομένων, αφού δέκα περίπου μέτρα πριν από αυτό διακλαδίζεται σε δύο κατευθύνσεις. Η μία βαίνει νοτιοδυτικά και φθάνει στην ιδιοκτησία των εναγομένων και η άλλη βορείως και φθάνει στην οικία του αναιρεσείοντος.

Ο ισχυρισμός του, ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν δύο άλλες διόδους, πρόσφορες για να επικοινωνούν με το ακίνητό τους, η μία από τη δυτική πλευρά (σύνδεση με αγροτικό δρόμο ...) και η άλλη προς τα βόρεια (σύνδεση με αγροτικό δρόμο ...) δεν ευσταθεί, καθόσον, εκτός του ότι αναιρείται από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν ενισχύεται με πειστικότητα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.

Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν συνεχώς την επίδικη δίοδο για να εισέρχονται στην ιδιοκτησία τους για να εξυπηρετούν όλες τις ανάγκες αυτής, μόνο δε η δίοδος αυτή επιτρέπει την από κάθε άποψη εκμετάλλευση της. Εξάλλου ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι, περνούσαν "λάθρα" από την επίδικη δίοδο, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε καθόσον οι διελεύσεις των εναγομένων, κυρίως με τροχοφόρα, ήταν συνεχείς και εμφανείς για μεγάλο χρονικό διάστημα (πέραν της εικοσαετίας), αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον για την απόκτηση, πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή αδιάκοπη επί εικοσαετία, όχι δε και καλή πίστη ή ανεπίληπτη νομή ή οποιοσδήποτε άλλος όρος.

Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι διέρχονταν από την επίδικη δίοδο τουλάχιστον από το έτος 1965 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (4-8-1995) αδιάκοπα με διάνοια δικαιούχων δουλείας διόδου, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τον ενάγοντα, ο οποίος αντέδρασε για πρώτη φορά το έτος 1994, όταν οι εναγόμενοι περιέφραξαν το ενιαίο ακίνητο τους και κατασκεύασαν πόρτα, πλάτους 2,50 μ.

περίπου στο σημείο που καταλήγει η επίδικη δίοδος. Έτσι, εφόσον οι εναγόμενοι ασκούσαν στην παραπάνω δίοδο τη φυσική εξουσία με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου τους και εις βάρος του ακινήτου του ενάγοντος.

Η δίοδος αυτή έχει μήκος 450 περίπου μέτρων και πλάτος 2,50 μέτρων, συνορεύει ανατολικά με επαρχιακή οδό ...-..., δυτικά με ιδιοκτησία των εναγομένων, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία ενάγοντος και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Α. και νότια με ιδιοκτησία αναιρεσείοντος". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι ασκούσαν στην επίδικη δίοδο την φυσική εξουσία με διάνοια δικαιούχου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής και, έτσι, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος, Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων, ότι διέρχονται από το ως άνω ακίνητο δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 974, 975, 1045, 1033, 1134, 1135, 1136, 1137 και 1138 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι οι εναγόμενοι, που είναι σύζυγοι, είναι ιδιοκτήτες του δεσπόζοντος ενιαίου ακινήτου, ότι οι εναγόμενοι διέρχονταν από την επίδικη δίοδο τουλάχιστον από το έτος 1965 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (4-8-1995) αδιάκοπα με διάνοια δικαιούχων δουλείας διόδου (οιονεί νομή), ότι έτσι απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και ότι δεν υπάρχει άλλη δίοδος πρόσφορη για να επικοινωνούν με το ακίνητό τους.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος, τρίτος και τέταρτος, καθόλα τα μέρη τους, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, και δη ότι οι εναγόμενοι ήταν κύριοι της ενιαίας ιδιοκτησίας των 25 στρεμμάτων, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, καθώς και τις έγγραφες προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης εν λόγω αγωγής, ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε ειδικά την επί του δεσπόζοντος ακινήτου κυριότητα των αναιρεσιβλήτων ή των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, ώστε να υπάρξει ανάλυση αποδείξεως από μέρους της των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τον τρόπο κλήσης της κυριότητάς τους στο ενιαίο δεσπόζον ακίνητο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 338 § 1 Κ.ΠολΔ., με την 7/1996 παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ1444/1999).

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη κατ' αυτόν ισχυρισμό του ότι "η πρόσβαση των εναγομένων από την επίδικη δίοδο, όσες φορές έγινε, γινόταν χωρίς διάνοια δικαιούχου κατά παράκληση και με την ανοχή (ή έστω συναίνεση) και λόγους φιλίας και καλής γειτονίας από τον θείο και δικαιοπάροχό του Κ.

Γ.", τον οποίο ισχυρισμό είχε προβάλει προς απόκρουση της ένστασης των εναγομένων ότι απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο περιλαμβανόμενος σ'αυτόν πιο πάνω ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της ένστασης των εναγομένων.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που, με επίκληση, προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε, ότι οι εναγόμενοι διέρχονταν από το ακίνητό του δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα α) το 490/10-11-2006 έγγραφο της ΔΕΗ-Πρακτορείο ...

και β) την από 17-9-2006 και με αριθμό κατάθεσης ... πραγματογνωμοσύνη του δασολόγου Π. Α., με τα συνημμένα τοπογραφικά διαγράμματα και τις ένδεκα (11) αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945, 1959, 1960, 1965, 1975, 1977, 1982, 1989 και 1991. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου Π.

Α. με το πρόχειρο τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, τα οποία αποδεικτικά μέσα μνημονεύει μάλιστα ρητά. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων, ήτοι των αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1965, 1975 και 1977.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι εναγόμενοι διέρχονταν από το ακίνητο του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου και των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2008 αίτηση του Χ. Γ. για αναίρεση της 274/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ