Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling lower court properly considered all evidence including expert reports.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Court of Appeal's decision in a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific prior judgments and technical aerial photo interpretations. The court ruled that the lower court had explicitly referenced and evaluated all submitted documents, including the disputed expert reports and witness affidavits, in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1108, 1118-1121 of the Civil Code; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it has taken such evidence into account and evaluated it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 399 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 399/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βάθη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζησιμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 23-4-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 1108 του Α.Κ. η αρνητική αγωγή βάση έχει την κυριότητα του ενάγοντος και την προσβολή αυτής με πράξεις διαταράξεως ή επεμβάσεως, ο δε εναγόμενος με την αγωγή αυτή μπορεί αφ' ενός μεν να αμφισβητήσει την κυριότητα του ενάγοντος, ο οποίος στην περίπτωση αυτή πρέπει να αποδείξει την κυριότητά του, αφ' ετέρου δε να αντιτάξει ότι την επέμβαση ενήργησε δυνάμει ενοχικού ή εμπραγμάτου δικαιώματος που ανήκει σ' αυτόν, οπότε, και σε περίπτωση αποδείξεώς του, καταλύεται η αρνητική αγωγή.
Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και η πραγματική δουλεία, με βάση την οποία αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα σε βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, η οποία συνιστάται, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ, και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 1045 επ.
ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 975 του ίδιου Κώδικα, επί του δουλεύοντος ακινήτου, ασκήθηκε, υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού επί συνεχή εικοσαετία, μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας, με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Εξάλλου κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο Ω, που πέθανε στις 6-3-1974, είχε, κατά το χρόνο εκείνο, στην κυριότητά του ένα αγρόκτημα, εκτάσεως 26.037 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... .
Αυτός δεν κατέλιπε διαθήκη. Έτσι, μετά το θάνατο του, το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά κυριότητα στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα στη σύζυγό του ΑΑ και στις δύο θυγατέρες του ΒΒ και ΓΓ, κατά 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, οι οποίες αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ...
δήλωσή τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρρή-Μηλιαράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... . Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της ίδιας, ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος ... και αριθ. ...) στα πιο πάνω βιβλία, το προπεριγραφόμενο αγρόκτημα περιήλθε κατά κυριότητα, αιτία πωλήσεως, στον ενάγοντα ΔΔ, παρά των ως άνω κληρονόμων.
Αναπόσπαστο τμήμα του ως άνω αγροκτήματος, μεταβιβασθέν μετ' αυτού με το ως άνω συμβόλαιο, αποτελεί και η κειμένη στη βορειοανατολική πλευρά τούτου επίδικη έκταση, η οποία έχει εμβαδόν 372, 05 τ.μ. Επί του ως άνω ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτό και του επίδικου τμήματος, καθένας από τους αναφερθέντες δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, κατά το αντιστοιχούν σ' αυτόν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του, ασκούσε φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, οργώνοντας αυτό, καλλιεργώντας την εντός αυτού κειμένη άμπελο και συλλέγοντας τους καρπούς, τις οποίες πράξεις, επίσης με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκούσε ο ενάγων, ο οποίος διαμόρφωσε, με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, για τις ανάγκες της εν λόγω καλλιέργειας και για την εξυπηρέτηση των αναγκών γενικότερα του αγροκτήματος του από το έτος 1988, που απέκτησε το προπεριγραφόμενο ακίνητο, την επίδικη εδαφική λωρίδα σε δίοδο, μήκους 120 μ.
περίπου και πλάτους 3,5 μ. η οποία εκκινεί από την είσοδο αυτού (ακινήτου), ευρισκομένη στη βόρεια πλευρά του αγροκτήματος, και με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς σε μήκος 76,75 μ. έπειτα κάμπτουσα προς νότο σε μήκος 100 μ. περίπου διέρχεται κατά ένα τμήμα αυτής σε επαφή με τα όρια των ακινήτων ιδιοκτησίας κληρονόμων Χ1 και Χ2 (τρίτου εναγομένου), σε σχήμα "Γ", το οποίο τμήμα αυτό έχει μήκος 106,30 μ.
και πλάτος 3,5 μ. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι κύριοι ο μεν πρώτος απ' αυτούς Χ1 ενός αγρού, εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω περιοχή και προς ανατολάς του ως άνω όμορου ακινήτου και περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων. Βασαγιάννη, νομίμως μεταγραφέντος, ο δε δεύτερος απ' αυτούς Χ2 ενός αγρού, πρώην αμπέλου, εκτάσεως πέντε περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται βόρεια και ανατολικά του ως άνω όμορου ακινήτου του ενάγοντος και περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Αντωνίου Θεοδώρου, παράνομα και χωρίς τη βούληση του ενάγοντος άρχισαν να χρησιμοποιούν λάθρα τη διαμορφωθείσα δίοδο εκμεταλλευόμενοι την απουσία αυτού (ενάγοντος), προκειμένου να επιτύχουν πρόσβαση στα εν λόγω ακίνητα τους, τα οποία σημειωτέον εξυπηρετούνται από άλλες διόδους, διαταράσσοντας την επί του ως άνω ακινήτου κυριότητα του ενάγοντος.
Τότε ο ενάγων το δεύτερο δεκαήμερο Οκτωβρίου 1997 τοποθέτησε δίφυλλη σιδερένια πόρτα στη δυτική πλευρά της διόδου και 7-8 περίπου μέτρα, ανατολικότερα της βορειοδυτικής γωνίας του αγρού ιδιοκτησίας Χ2 και συρμάτινη περίφραξη με σιδεροπάσσαλους κατά μήκος της βόρειας πλευράς της διόδου σε μήκος 70 μ. Οι εν λόγω ιδιοκτήτες Χ1 και Χ2 (ήδη εκκαλούντες) μαζί με τον ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου ΕΕ άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μάσσητος την από 25-10-1997 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 70/1997 απόφαση του ως άνω Ειρηνοδικείου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκαν προσωρινά οι από τους ως άνω αιτούντες ΕΕ και Χ2 νομείς και οιονεί νομείς δουλείας διόδου, ο δε τρίτος απ' αυτούς Χ1 οιονεί νομέας δουλείας διόδου, των περιγραφομένων στο διατακτικό της εδαφικών λωρίδων, που στο σύνολο τους αποτελούν την επίδικο δίοδο.
Η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε μετ' απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας από 15-1-1998 εφέσεως του τότε καθ' ου η αίτηση και ήδη εφεσίβλητου Ψ, από το Πολυμελές Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Οι εναγόμενοι έκτοτε διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα αμφισβητώντας το επ' αυτής δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος. Ακολούθως, ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένδικη αγωγή του, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα.
Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ισχυρίστηκαν προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ότι τα όρια της χρήσης της επίδικης διόδου είχαν συμφωνηθεί από τότε που δημιουργήθηκε μεταξύ των τότε ιδιοκτητών των εν λόγω ακινήτων, δηλαδή των ΕΕ και Χ2, που εισέφεραν τις λωρίδες για τη δημιουργία αυτής και των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, οι οποίο αντιπροσωπεύθηκαν από την τότε διαχειρίστρια του ακινήτου τους ΣΤ, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος τους.
Τέτοια συμφωνία όμως, συνεχίζει το Εφετείο, που θα έπρεπε, εάν πράγματι είχε συναφθεί, να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί, δεν αποδείχθηκε. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενοι εισέφεραν εδαφικές λωρίδες για τη δημιουργία της επίδικης διόδου ή ότι αυτοί απέκτησαν πραγματική δουλεία διόδου επί του ακινήτου του ενάγοντος είτε με δικαιοπραξία είτε με χρησικτησία και τούτο διότι αφενός ουδόλως αναφέρουν σύμβαση δυνάμει της οποίας συστήθηκε πραγματική δουλεία διόδου επί του ακινήτου του ενάγοντος ως και μεταγραφή αυτής και αφετέρου δεν αποδείχθηκε εικοσαετής, πριν την άσκηση της αγωγής, χρόνος με διάνοια δικαιούχου οιονεί νομής δουλείας διόδου, ώστε να συσταθεί πραγματική δουλεία επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία".
Με βάση δε τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, απορρίπτοντας συγχρόνως τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκτήσεως δουλείας διόδου δια του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον με σαφήνεια αναφέρεται ότι οι αναιρεσίβλητοι άρχισαν να χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο για τη διέλευση τους προς τα όμορα τούτου ακίνητα τους από το έτος 1988, οπότε και ο αναιρεσίβλητος διαμόρφωσε το επίδικο σε δίοδο, έκτοτε δε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2000 δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
II). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ' αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) την 70/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάσσητος, 2) την 197/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και 3) την από Φεβρουαρίου 2003 τεχνική έκθεση και φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1979, 1988 και 1997 της πολιτικού μηχανικού ...
τις οποίες εάν λάμβανε υπόψη, όπως και τις κατωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, δεν θα κατέληγε στην απόρριψη της έφεσής τους. Όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την παραδοχή της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί του επίδικου ακινήτου αγωγής του και την απόρριψη του περί κτήσεως δουλείας διόδου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και όλων των εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκαν και νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων ρητώς μνημονεύονται, εκτός των άλλων, η ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας και οι προαναφερόμενες φωτογραφίες, όπως και οι ως άνω αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Μάσσητος και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, αντιστοίχως.
Περαιτέρω, από την ως άνω βεβαίωση και την όλη αιτιολογία της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις αναφερόμενες στον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης ένορκες και με αριθμ. τις ..., ..., ..., ..., ... της ... και ... βεβαιώσεις μαρτύρων της σ/φου Κρανιδίου Πολυζώης Πήλια, που ελήφθησαν επ' ευκαιρία άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων.
Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.5.2006 αίτηση του Χ1, κ.λ.π για αναίρεση της 286/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ