Legislator Case Law & Legislation
398/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding insufficient reasoning in labor contract case.

Case Number 398/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the existence of a labor contract and relied on irrelevant family ties. The court rejected these claims as inadmissible, finding the lower court's reasoning adequate and the appeal lacking legal merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised do not constitute a violation of substantive law or if the lower court's reasoning is sufficient to support the decision.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility labor contract dispute insufficient reasoning substantive law violation court of appeal decision legal reasoning adequacy civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 398 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 398/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μιχαήλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Α. Τ. Ε. Β. - Ε. Κ. Α. «Ε., που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ως Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δημαρέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6928/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2430/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-2-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 16 Φεβρουαρίου 2023 με αριθ. κατάθ. 513/33/16-2-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών με αριθμό 2430/28-12-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν άσκησης των αντιθέτων από 20-6-2022 και με αριθ.

κατάθ. 12261/1138/2022 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και από 12-7-2022 και με αριθ. κατάθ. 14248/1343/2022 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 6928/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία δικάστηκε η από 15-7-2020 και με αριθ. κατάθ. 12649/10354/2020 αγωγή, του ενάγοντος.

Με την αγωγή του αυτή ο ενάγων εξέθετε ότι με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, την οποία εκπροσωπούσε νόμιμα η δεύτερη εναγόμενη, κατάρτισε προφορικά την από 1-4-2018 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να να εργαστεί, ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και επί οκτάωρο ημερησίως, μεταξύ των ωρών 22:00 έως 06:00, με μηνιαία αμοιβή 761,90 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον κατώτατο μισθό, υπολογιζόμενης και της αναφερόμενης στην αγωγή προϋπηρεσίας του, την οποία γνωστοποίησε στην πρώτη εναγόμενη κατά την πρόσληψή του.

Ότι, ενώ παρείχε στην τελευταία τη συμφωνηθείσα εργασία του, αυτή του κατέβαλε τμηματικά μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του ενώ δεν του κατέβαλε αποδοχές και αποζημιώσεις για μη ληφθείσες άδειες, επιδόματα εορτών και αδείας, πρόσθετη αμοιβή για την υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή για εργασία σε ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών και υπερωριακή απασχόληση κατά τις ημέρες αυτές, για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα.

Ότι στις 6-1-2020 και ενώ μετέβαινε στο χώρο παροχής της ανωτέρω εργασίας του, ενεπλάκη στο περιγραφόμενο στην αγωγή εργατικό ατύχημα εξαιτίας του οποίου υπέστη τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες. Ότι στις 21-2-2020 η πρώτη εναγόμενη τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησε κατά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.724,77 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ίδιας να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 26.164,56 ευρώ, για τις προαναφερόμενες αιτίες, περιλαμβανόμενης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα, ευθυνόμενης εις ολόκληρον για την απαίτηση αυτή και της δεύτερης εναγόμενης, όπως αναλυτικά επιμερίζονται ειδικότερα τα ποσά για κάθε αιτία στην αγωγή, νομιμοτόκως κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις.

Επικουρικά δε, ζήτησε την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 6928/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία 1) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή α) ως προς τα αιτούμενα ποσά της αμοιβής του ενάγοντος για υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία σε ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά τις ημέρες αυτές, β) εν μέρει για τα αιτούμενα ποσά δεδουλευμένων αποδοχών για τις επόμενες τριάντα ημέρες μετά το εργατικό ατύχημα και των αποδοχών της περιόδου Αυγούστου έως Δεκεμβρίου 2019, γ) κατά την επικουρική της βάση. 2) Έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της και α) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα:

το ποσό των 1.790,62 ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης και δώρα εορτών Πάσχα, το ποσό των 2.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγόμενη, β) υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.728 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα Χριστουγέννων, επιδόματα και προσαυξήσεις άδειας, με τα νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην απόφαση.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν οι προαναφερόμενες αντίθετες εφέσεις για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επί των οποίων συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, που δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι (άρθ. 261 του ΚΠολΔ) η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2023, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 16 Φεβρουαρίου 2023 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΖ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 953/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 319/2017).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020), όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψει στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 530/2020, ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 125/2019). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των νομίμως με επίκληση προσκομισθέντων, από τους διαδίκου, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, τα εξής: "Η πρώτη εναγόμενη [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] τυγχάνει ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο της δραστηριότητος της την παραγωγή και εμπορία χρωμάτων, βερνικιών, κολλητικών ουσιών και παρεμφερών χημικών προϊόντων, την παραγωγή και εμπορία πινακίδων σήμανσης οδών και στύλων στήριξης αυτών και τη διαγράμμιση οδών.

Για την άσκηση της ανωτέρω δραστηριότητος της η πρώτη εναγόμενη διατηρεί εγκαταστάσεις (βιομηχανικό κτίριο με προαύλιο χώρο), στα ... , όπου σταθμεύουν τα οχήματα και μηχανήματα που διαθέτει και όπου συστεγάζεται και έτερη εταιρία που ανήκει στον γιό της δεύτερης εναγομένης [ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης], η οποία ετύγχανε πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως ομολογείται από την ίδια.

Μεταξύ του ενάγοντας [ήδη αναιρεσείοντος] και της δεύτερης εναγομένης υπήρχε από το παρελθόν γνωριμία, καθόσον τυγχάνουν συντοπίτες, καταγόμενοι ο μεν ενάγων από το χωριό ..., η δε δεύτερη εναγόμενη από το χωριό ..., χωρίς ωστόσο να διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις ή επαφές. Στις αρχές του έτους 2018 ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος την ως άνω γνωριμία, προσέγγισε την δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να ζητήσει οικονομική βοήθεια, επισκεπτόμενος μάλιστα αυτήν στις ανωτέρω εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης.

Ωστόσο, σε ερωτήσεις της δεύτερης εναγομένης, περί του εάν ο ενάγων ζητούσε εργασία, ο τελευταίος απάντησε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί επειδή ετύγχανε συνταξιούχος, πλην όμως, έλαβε μικρή οικονομική βοήθεια από την δεύτερη εναγόμενη, γεγονός που επαναλήφθηκε τουλάχιστον άλλη μία φορά και δημιούργησε στον ενάγοντα την ηθική υποχρέωση, να ανταποδώσει με κάποιο τρόπο την ευεργεσία της δεύτερης εναγομένης.

Για τον ανωτέρω σκοπό η δεύτερη εναγόμενη πρότεινε στον ενάγοντα, να αναλάβει τη φροντίδα των σκυλιών, που είχε στις παραπάνω εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης και, ειδικότερα, να φροντίζει για τον εφοδιασμό τους με τροφή και νερό τα σαββατοκύριακα και τις ημέρες αργιών, προκειμένου να απαλλαγούν, από την υποχρέωση αυτή ο γιός της Γ.

Μ. και ο εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης ..., οι οποίοι ασχολούνταν μέχρι, τότε με τη φροντίδα των σκυλιών. Για την ως άνω ενασχόληση, η οποία δεν γινόταν σε καθημερινή ή τακτική βάση, δεν συμφωνήθηκε αμοιβή του ενάγοντος, ο οποίος λάμβανε διάφορα μικροποσά, από την δεύτερη εναγόμενη, για την αγορά τροφής για τα σκυλιά, ενώ τούτο συνεχίστηκε μέχρι τις απογευματινές ώρες της 6-1-2020, οπότε ο ενάγων καθώς είχε μεταβεί στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, για να ταΐσει τα σκυλιά, αντιλήφθηκε, ότι άγνωστοι δράστες είχαν εισέλθει στις ανωτέρω εγκαταστάσεις οι οποίοι, μόλις αντιλήφθηκαν τον ενάγοντα, τον χτύπησαν στην πλάτη με έναν πυροσβεστήρα και αφού τον έριξαν στο έδαφος, τον χτύπησαν με τα πόδια τους και άδειασαν το περιεχόμενο του πυροσβεστήρα στο πρόσωπο του, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί σωματική βλάβη, συνιστάμενη σε άλγος κατά την εισπνοή, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του σχετικού ιατρικού φακέλου των τακτικών εξωτερικών ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου ...", που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμό 1151/10-1-2020 πιστοποιητικό του ανωτέρω νοσοκομείου, όπου ο ενάγων προσήλθε δύο ημέρες μετά τον προαναφερόμενο τραυματισμό του, τον οπαίο υπολαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην, αγωγή, ως εργατικό ατύχημα, επικαλούμενος ότι είχε συνάψει με την πρώτη εναγόμενη προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ήδη από την 1-4-2018.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, περί εργασιακής σχέσης του με την πρώτη εναγόμενη, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται ούτε αναγγελία της τυχόν πρόσληψης του ενάγοντος στην αρμόδια αρχή, ανεξάρτητα εάν η επικαλούμενη σύμβασή εργασίας του με την πρώτη εναγόμενη καταρτίστηκε προφορικά.

Αντίθετα, τα μόνα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, για την απόδειξη του πιο πάνω κρίσιμου γεγονότος αποτελούν χειρόγραφες σημειώσεις του ίδιου (ενάγοντος), εγγεγραμμένες σε 21 φύλλα χαρτιού, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείται από έντυπα ψηφοδελτίων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τις δημοτικές εκλογές του έτους 2019 στον Δήμο Θεσσαλονίκης και στην οπίσθια λευκή όψη των οποίων αναγράφονται αριθμητικά οι ημέρες κάθε μήνα, για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2018 έως Δεκέμβριο 2019, με την επισήμανση των ημερών που συνέπιπταν σε ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, ενώ σε ένα εξ αυτών αναγράφονται διάφορες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 5-6-2018 έως 31-12- 2019.

στις οποίες αντιστοιχούν διάφορα ποσά της τάξης των 150,00 έως 600,00 ευρώ, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, αποτελούν χρήματα που εισέπραξε από την πρώτη εναγόμενη για την παροχή της επικαλούμενης εργασίας του. Ωστόσο, τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία έχει κριθεί, ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ως αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (...), δεν κρίνονται πρόσφορα και ικανά, να αποδείξουν τον πιο πάνω ισχυρισμό, καθόσον πρόκειται για έγγραφα με άγνωστο συντάκτη, δεν φέρουν καμία υπογραφή ή ημερομηνία σύνταξης και σε κάθε περίπτωση, αμφισβητούνται από τις εναγόμενες, ενώ το περιεχόμενο τους έχει προφανώς γραφεί μεταγενέστερα από τις ημερομηνίες που σημειώνονται στα εν λόγω έγγραφα, όπως συνάγεται από τη χρήση έντυπων ψηφοδελτίων των δημοτικών εκλογών, που διενεργήθηκαν τον Μάιο του έτους 2019, μολονότι οι σχετικές καταγραφές φέρεται να αρχίζουν από τον Ιούνιο του έτους 2018.

Το συμπέρασμα περί ανυπαρξίας σχέσης εργασίας, μεταξύ τού ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, ενισχύεται επιπλέον και από τον ανεπαρκή όσο και αντιφατικό προσδιορισμό του είδους της εργασίας για την οποία φέρεται, ότι προσλήφθηκε ο ενάγων, εφόσον στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής του, αναφέρει αρχικά ότι προσλήφθηκε ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων, ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι η εργασία του συνίστατο στη λειτουργία του γραφείου κίνησης των οχημάτων της πρώτης εναγόμενης, με καθήκοντά του την παράδοση των κλειδιών των οχημάτων και μηχανημάτων στους άλλους εργαζόμενους της επιχείρησης και την παράδοση επίσης διάφορων χρηματικών ποσών για έξοδα μετακίνησης των εργαζόμενων και, τέλος σε άλλο σημείο της αγωγής αναφέρει, ότι τα πραγματικά εργασιακά καθήκοντά του ήταν αυτά του νυχτοφύλακα, καθόσον ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη και εποπτεία των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης, αλλά παρά ταύτα, ισχυρίζεται ότι ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 761,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθό υπαλλήλου με προϋπηρεσία τριών τριετιών, αν και δεν διέθετε καμία ανάλογη προϋπηρεσία, αφού ο ενάγων είχε εργαστεί κατά το απώτατο παρελθόν, ως υπεύθυνος καθαριότητας σε αεροπορική εταιρία, ενώ κατά τα τελευταία έξι έτη από τη φερόμενη πρόσληψή του, από την πρώτη εναγόμενη ετύγχανε άνεργος, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενόψει της μη προσκομιδής άλλων στοιχείων, αναφορικά με την επικαλούμενη προϋπηρεσία του ενάγοντας.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, περί της ως άνω εργασίας του, ως υπαλλήλου γενικών καθηκόντων ή ως υπεύθυνου για τη λειτουργία του γραφείου κίνησης οχημάτων της πρώτης εναγομένης, κρίνονται τουλάχιστον αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενόψει του επικαλούμενου χρόνου (από ώρα 22.00 έως την ώρα 06.00), κατά τον οποίο φέρεται ότι παρείχε την ως άνω εργασία, δηλαδή σε νυκτερινές ώρες κατά τις οποίες όμως η πρώτη εναγόμενη δεν λειτουργούσε, πλην ελάχιστων εξαιρετικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες αναλάμβανε τη διαγράμμιση οδών, που έπρεπε να εκτελεστεί σε νυκτερινές ώρες και κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι αυτής προσέρχονταν μόνοι τους, για να παραλάβουν τα κατάλληλα οχήματα και μηχανήματα, χωρίς να υφίσταται ανάγκη λειτουργίας του γραφείου κίνησης οχημάτων σε νυκτερινές ώρες.

Τα παραπάνω προέκυψαν, τόσο από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., εργαζόμενου της πρώτης εναγομένης από το έτος 2014, οι οποίοι κατέθεσαν, ότι στην περίπτωση που υπήρχε ανάγκη νυκτερινής εργασίας, τα κλειδιά των οχημάτων που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν, για την εκτέλεσή της τοποθετούνταν σε ένα χρηματοκιβώτιο, που υπήρχε έξω από τη συρόμενη πόρτα του προαύλιου χώρου των εγκαταστάσεων, από όπου τα έπαιρναν οι οδηγοί των οχημάτων, που επρόκειτο να εργαστούν και κατ' αυτό τον τρόπο δεν υπήρχε ανάγκη νυκτερινής λειτουργίας του γραφείου κίνησης οχημάτων.

Εξάλλου, η μη αναγκαιότητα λειτουργίας του γραφείου κίνησης οχημάτων κατά τις νυκτερινές ώρες, αλλά και η ανυπαρξία οποιασδήποτε απασχόλησης του ενάγοντος στην παραπάνω θέση ή με οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα, επιβεβαιώθηκε και από την μάρτυρα ..., που είναι η υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, η οποία εκτελούσε τα ως άνω καθήκοντα (βλ.

την υπ' αριθμό 1635/4-11-2021 ένορκη βεβαίωση της ανωτέρω μάρτυρα), ενώ θα πρέπει να επισημανθεί, ότι όλες οι προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις δεν αντικρούσθηκαν από τον μάρτυρα απόδειξης ..., ο οποίος καμία άμεση γνώση δεν έχει περί των καθηκόντων, που φέρεται ότι είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα, αλλά απλώς κατέθεσε όσα του είχε αναφέρει ο τελευταίος, αναφορικά με την επικαλούμενη εργασιακή σχέση του, ενώ το ίδιο Ισχύει και με τον μάρτυρα ..., ο οποίος κατέθεσε όσα του μετέφερε ο ενάγων σχετικά με το είδος της επικαλούμενης εργασίας του.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί εργασίας του, ως νυχτοφύλακα τυγχάνει επίσης κατ ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή η πρώτη εναγόμενη ουδέποτε κατά το παρελθόν είχε απασχολήσει νυχτοφύλακα, για τη φύλαξη των ανωτέρω εγκαταστάσεών της, ούτε και προσέλαβε εργαζόμενο με την ως άνω ειδικότητα, μετά την επικαλούμενη απόλυση του ενάγοντος, επειδή δεν υπήρχε ανάγκη πρόσληψης νυχτοφύλακα, καθόσον είχαν ληφθεί κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, δεδομένου ότι οι ως άνω εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης ήταν περιφραγμένες, υπήρχε επαρκής εξωτερικός φωτισμός τους κατά τις νυκτερινές ώρες και στον προαύλιο χώρο ήταν τοποθετημένες κάμερες παρακολούθησης και υπήρχαν σκυλιά, μέτρα τα οποία λειτουργούσαν αποτρεπτικά για τους επίδοξους διαρρήκτες και σε κάθε περίπτωση τα οχήματα-μηχανήματα της πρώτης εναγομένης που στάθμευαν στον προαύλιο χώρο, ήταν οχήματα εξειδικευμένης χρήσης και μεγάλου όγκου και για το λόγο αυτό ήταν δύσκολο να αποτελέσουν αντικείμενα κλοπής, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το περιστατικό της προαναφερόμενης κλοπής, που σημειώθηκε στις 6-1-2020, κλάπηκε μόνον ένα παλαιό αγροτικό αυτοκίνητο, χωρίς να αφαιρεθούν άλλα οχήματα πολύ μεγαλύτερης αξίας.

Εξάλλου, εάν οι εναγόμενες θεωρούσαν, ότι ήταν απαραίτητη η φύλαξη του ως άνω χώρου κατά τις νυκτερινές ώρες, θα μπορούσαν απλώς να αναθέσουν το σχετικό έργο σε εταιρία φύλαξης-ασφάλειας (security), με σαφώς μικρότερη δαπάνη σε σχέση με την απασχόληση νυχτοφύλακα έστω και ως ανασφάλιστου εργαζόμενου, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε λόγος απασχόλησης του ενάγοντος ως ανασφάλιστου εργαζόμενου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου ότι η πρώτη εναγόμενη απασχολούσε, κατά το έτος 2018 (χρόνος της φερόμενης πρόσληψης του ενάγοντος), 37 εργαζόμενους που ήταν ασφαλισμένοι στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και ως εκ τούτου, η τυχόν ασφάλιση ενός ακόμη εργαζόμενου (στη συγκεκριμένη περίπτωση του ενάγοντος), δεν θα αποτελούσε ιδιαίτερα σημαντική δαπάνη, για τα οικονομικά μεγέθη της πρώτης εναγομένης, η οποία δεν είχε κανένα προφανή λόγο, να διακινδυνεύσει την απασχόληση ανασφάλιστου εργαζόμενου, ενόψει και του ότι πολλές φορές αναλάμβανε την εκτέλεση δημόσιων έργων και ως εκ τούτου ήταν περισσότερο, εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο διενέργειας ελέγχων για ανασφάλιστη εργασία από τις αρμόδιες αρχές.

Περαιτέρω, η επίκληση από τον ενάγοντα δύο γραπτών μηνυμάτων (sms), που του απέστειλε στις 8-10-2019 και 1-11-2019 η θυγατέρα της δεύτερης εναγομένης στο κινητό τηλ'φωνό του και στο οποίο γίνεται λόγος για χρήματα που θα λάμβανε ο ενάγων, δεν αρκεί για τη θεμελίωση κρίσης, περί ύπαρξης εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ότι τα ως άνω απροσδιόριστα χρηματικά ποσά δόθηκαν στον ενάγοντα, ως αμοιβή για τυχόν εργασία του αλλά, αντίθετα, αφορούσαν χρήματα για την αγορά τροφής για το τάισμα των σκυλιών, που φρόντιζε ο ενάγων, στοιχείο που ενισχύει τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, αναφορικά με τη σχέση που τους συνέδεε με τον ενάγοντα.

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι ενισχυτικό του συμπεράσματος, περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, αποτελεί και το γεγονός ότι ο τελευταίος, καμία σχετική αναφορά δεν έκανε στην αρμόδια αστυνομική αρχή κατά την καταγγελία της ανωτέρω κλοπής, που σημειώθηκε στις 6- 1-2020, αλλά, αντίθετα, ανέφερε, ότι είχε μεταβεί στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να ταΐσει τα οικόσιτα σκυλιά του φίλου του ... (βλ.

την υπ αριθμό πρωτοκόλλου 1052/6/1-ζ/26-10-2021 υπηρεσιακή βεβαίωση του ΤΑ Δέλτα Ν. Θεσσαλονίκης), Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι ουδεμία σύμβαση εργασίας είχε καταρτιστεί μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, ούτε και υπήρχε κανενός είδους εργασιακή σχέση του ενάγοντος, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση των εναγομένων, για καταβολή των αιτούμενων με την αγωγή χρηματικών ποσών, που συνιστούν απαιτήσεις απορρέουσες από σύμβαση εργασίας και από εργατικό ατύχημα και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στην κρίση, ότι ο ενάγων βρισκόταν σε απλή ετοιμότητα προς παροχή εργασίας νυχτοφύλακα, με αμοιβή του τον ειθισμένο μισθό των 600,00 ευρώ κατά μήνα, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες με την κρινόμενη έφεση τους.

Συνεπώς, η πρώτη συνεκδικαζόμενη έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η δεύτερη έφεση (η παραδοχή της οποίας προϋποθέτει ύπαρξη εργασιακής σχέσης του ενάγοντος) και, συνακόλουθα, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το δικαστήριο και εξεταστεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κρινόμενη αγωγή...." Με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.

Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, διότι αξιολόγησε για την ύπαρξη της σχέσης εργασίας του, τον έγγραφο τύπο, το είδος της παρεχόμενης εργασίας, τα καθήκοντά του και το ύψος του μισθού και δέχθηκε α) ότι η σχέση εργασίας του με την πρώτη εναγόμενη δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται ούτε αναγγελία της τυχόν πρόσληψης του ενάγοντος στην αρμόδια αρχή, ανεξάρτητα αν η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας του με την πρώτη εναγόμενη, καταρτίστηκε προφορικά, β) ότι το συμπέρασμα περί ανυπαρξίας της σχέσης εργασίας του ενισχύεται επιπλέον, από τον ανεπαρκή όσο και αντιφατικό προσδιορισμό του είδους της εργασίας, για την οποία προσλήφθηκε και γ) ότι ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι ο συμφωνημένος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 761,90 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθό υπαλλήλου με προϋπηρεσία τριών τριετιών, ενώ ο ενάγων δεν διέθετε καμία ανάλογη προϋπηρεσία.

Με τις ανωτέρω αιτιάσεις όμως ο αναιρεσείων, δεν αποδίδει κάποιο νομικό σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των προαναφερομένων ως παραβιασθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προσδιορίζουν την έννοια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, βάσει των οποίων διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν αποδείχθηκε κατάρτιση σύμβασης εξαρτημενης εργασίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης και απέρριψε στο σύνολο της την ένδικη αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με τον πρώτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες και δέχτηκε με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως αληθινούς τους περιεχόμενους στην έφεση των αναιρεσίβλητων ισχυρισμούς, ότι αυτός απευθύνθηκε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη και της ζήτησε οικονομική βοήθεια και ότι αυτή τον βοήθησε με κάποια χρηματικά ποσά, επειδή είχαν κοντινό τόπο καταγωγής.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης με το ακόλουθο περιεχόμενο: "....Για τον ανωτέρω σκοπό η δεύτερη εναγόμενη πρότεινε στον ενάγοντα να αναλάβει τη φροντίδα των σκυλιών που είχε στις παραπάνω εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης και, ειδικότερα, να φροντίζει για τον εφοδιασμό, τους με τροφή και νερό τα σαββατοκύριακα και τις ημέρες αργιών, προκειμένου να απαλλαγούν, από την υποχρέωση αυτή ο γιός της Γ.

Μ. και ο εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης ..., οι οποίοι ασχολούνταν μέχρι, τότε με τη φροντίδα των σκυλιών", δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αναφέρεται "ότι ο ενάγων και η δεύτερη εναγόμενη εκτός από κοντινό τόπο καταγωγής, είχαν και φιλικές σχέσεις, που να δικαιολογεί το δανεισμό χρηματικών ποσών, πόσα χρήματα δανείστηκε, ώστε να έχει την υποχρέωση να πηγαίνει επί δύο χρόνια Σαββατοκύριακα και αργίες, να ταΐζει τα σκυλιά στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης έως και τις 6-1-2020, που έλαβε χώρα η ληστεία".

Οι ως άνω, κατά τον αναιρεσείοντα, μη περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες, συνδέονται με την αναφορά του Εφετείου στην υπάρχουσα σχέση κοινής εντοπιότητας του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και την εξ αυτής δημιουργηθείσα μεταξύ τους αλληλοβοήθεια, που δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου, οι παραληφθείσες, ως άνω αιτιολογίες, δεν ήταν αναγκαίες για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, για το οποίο οι αιτιολογίες που διαλαμβάνονται στις προεκτιθέμενες παραδοχές, είναι πλήρεις και επαρκείς και δεν πλήττονται αναιρετικά.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2023 με αριθμό κατάθεσης 513/33/16-2-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2430/28-12-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ