Supreme Court dismisses appeal against labor tribunal awarding special allowance to public employees. The court rejects the government's challenge to the collective agreement interpretation. The decision upholds the lower court's ruling on equal treatment. The appeal is dismissed due to lack of legal grounds. The court finds the lower court's interpretation correct. The government loses the appeal on procedural and substantive grounds. The appeal is rejected based on established labor law principles. The court rules in favor of the employees' claim. The appeal is dismissed without further review. The government's arguments are found to be baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final labor tribunal decision awarding special allowances to employees. The lower court ruled that the employees were entitled to the allowance because their fixed-term contracts violated the principle of equality compared to permanent colleagues. The Supreme Court found the appeal inadmissible on one ground and baseless on the other, rejecting the state's arguments regarding the collective agreement. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the state was ordered to pay the employees' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Article 8 of the Collective Agreement; Article 7(2)(1) of Presidential Decree 164/2004; Article 1(9)(2) of Law 4335/2015; Article 24(1) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine the admissibility and merits of an appeal; if the lower court correctly applied the collective agreement and relevant laws to establish equal treatment, the appeal is baseless; new appeal grounds introduced by Law 4335/2015 apply only to judgments rendered after its effective date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 398 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Οικονόμου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Κ. του Μ., έως και 20) Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάνου Βοργιά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκε η 898/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεσή της ζητά το αναιρεσείον με την από 15-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.2.2019 και με αριθμό κατάθ. 1/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων με αριθμ. 898/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 28.12.2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΓΑ 2058/ΕΡΓ/101/2008) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" και μετά την κατάργηση του οποίου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4109/2013 (Α' 16/23.1.2013), τη δίκη συνεχίζει το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον σύμφωνα με την παρ. 4 περ. α' του ιδίου άρθρου και η οποία (προσβαλλόμενη), την 14.9.2015 κατέστη τελεσίδικη την 15.9.2018, ήτοι μετά την παρέλευση της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ασκήθηκε δε η αίτηση αναίρεσης εντός μηνός από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στο αναιρεσείον την 18.1.2019. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Με το άρθρο 8 της από 24.6.2003 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.), που υπογράφηκε μεταξύ του ως άνω Ταμείου (αναιρεσείοντος) και του Πανελλήνιου Σωματείου Εκτάκτου Προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού και κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 25.6.2003, ορίζεται ότι "Από 1.1.2002 καταβάλλεται στο προσωπικό του Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.
με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και στους αρχιτεχνίτες και αρχαιολόγους ορισμένου χρόνου, επίδομα ειδικής παροχής, ύψους 176 ευρώ μηνιαίως". Κατά το άρθρο 16 της εν λόγω Σ.Σ.Ε. "Έναρξη της παρούσας Σ.Σ.Ε. ορίζεται η 1.1.2002". Με το άρθρο 7 της από 21.7.2005 όμοιας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία υπογράφηκε μεταξύ του αυτού ως άνω Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων και του Πανελλήνιου Σωματείου Εκτάκτου Προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού και κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας στις 22.7.2005, ορίζεται ότι "Καταβάλλεται στο προσωπικό του Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.
με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και στους Αρχιτεχνίτες και Αρχαιολόγους ορισμένου χρόνου, επίδομα ειδικής παροχής, ύψους 176,00 ευρώ μηνιαίως". Κατά το άρθρο 15 της ίδιας Σ.Σ.Ε. "Η ισχύς της παρούσης αρχίζει από 24.8.2004". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΚΠολΔ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ον. 2112/1920 και αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 509/2016, 1907/2017, 664/2007).
Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται όμως και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη καταστρατηγητικής πρόθεσης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη.
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1° v. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15.1.2021, τ. A') ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 84/17.4.2001, τ. Α) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (η οποία δεν αφορά στην επίδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, στη Δημόσια Διοίκηση, η οποία, κατά τον κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος, στελεχώνεται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους (ΣτΕ 2686/2005), δηλαδή πρόσωπα συνδεόμενα με το Κράτος ή άλλους φορείς δημόσιας εξουσίας με ειδική νομική σχέση και υπαγόμενα σε ειδικό νομικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, είναι δυνατόν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και πρόσωπα συνδεόμενα με τους εν λόγω φορείς με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Όμως η σύναψη συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ φορέων δημόσιας εξουσίας και των προσώπων αυτών, με αντικείμενο την εκ μέρους τους παροχή εργασίας, δεν μπορεί να αποτελεί τον κανόνα για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τελεί υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτουν οι παράγραφοι 2, 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ενώ τα απασχολούμενα για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών των υπηρεσιών της φυσικά πρόσωπα δεν καταλαμβάνουν νομοθετημένες οργανικές θέσεις (Π.Ε. 85/2012 Ολομ., πρβλ.
ΣτΕ 1882/2017 επταμ., Π.Ε. 122/2007 επταμ., 315/2005). Στην περίπτωση σύναψης συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με φυσικά πρόσωπα, οι όροι σύναψης των συμβάσεων, η χρονική τους διάρκεια και τα καθήκοντα που μπορούν να ασκούν τα απασχολούμενα φυσικά πρόσωπα ρυθμίζονται με νόμο, σε συνάρτηση προς τις ανάγκες που εξυπηρετούν, απαγορεύεται δε η μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ή η μονιμοποίηση των παραπάνω προσώπων, προκειμένου να αποτραπεί αφενός η καταστρατήγηση του συνταγματικού κανόνα που απαιτεί την πρόσληψη των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και αφετέρου η "τακτοποίηση" του προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΟλΣτΕ 943/2012).
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 ως προς τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. . 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου" (άρθρο 5), "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται" (άρθρο 7 παρ. 2 εδ. 1).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: " Οι ενάγοντες, πλην του 8ου, 18ου και της 23ης, είναι μέλη του πανελληνίου σωματείου εκτάκτου προσωπικού Υπουργείου Πολιτισμού. Οι λοιποί ενάγοντες εργαζόμενοι (πλην των αναφερομένων, που δεν είναι μέλη του Σωματείου), απασχολήθηκαν στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τις ειδικότητες και τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή.
Ακολούθως, με τις με αριθμό 542/2005 και 290/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Ειδική Διαδικασία), αναγνωρίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των 1ου, 2ης, 3ης, 4ης, 5ου, 6ου, 7ου, 9ου, 10ης, 11ης, 12ου, 14ου, 15ου και 17ης είναι συμβάσεις αορίστου χρόνου. Επί των ανωτέρω αποφάσεων δεν αποδείχθηκε να έχει ασκηθεί ένδικο μέσο.
Εξάλλου, οι συμβάσεις εργασίας των τελευταίων, πλην της 4ης, όπως επίσης και η σύμβαση εργασίας της 19ης των εναγόντων, αναγνωρίστηκε από το ΑΣΕΠ ότι συντρέχουν οι λόγοι μετατροπής τους σε αορίστου χρόνου και οι ενάγοντες συνέχισαν να απασχολούνται στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο. Αναφορικά με την 16η των εναγόντων, αυτή, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα έγγραφα, παρείχε τις υπηρεσίες στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 17.10.2002 έως 17.10.2003, από 17.10.2003 έως 16.10.2004, από 17.10.2004 έως 31.12.2004, από 1.1.2005 έως 31.3.2005, από 5.4.2005 έως 19.7.2006 και από 1.10.2006 έως 1.10.2007.
Ομοίως και ο 20ος των εναγόντων, παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2001 έως 31.12.2001, από 28.1.2002 έως 31.12.2002, από 6.3.2003 έως 5.3.2004, από 6.3.2004 έως 31.12.2004, από 21.1.2005 έως 31.3.2005 και από 5.4.2005 έως τουλάχιστον τις 20.12.2006 . Ομοίως και η 21η των εναγόντων απασχολήθηκε με την από 9.2.2004 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός έτους, ενώ συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της από 5.4.2005 έως τουλάχιστον τις 20.12.2006 στο εναγόμενο.
Τέλος, η 22η των εναγόντων παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 16.2.2004 έως 30.11.2004 και από 5.4.2005 έως τουλάχιστον τις 20.12.2006. Περαιτέρω, προέκυψε ότι στο σύνολό τους οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι οι ατομικές ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους, έγιναν καταχρηστικά και κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, αφού οι ενάγοντες παρότι παρείχαν την εργασία τους με τους ίδιους όρους με τους λοιπούς αορίστου χρόνου συναδέλφους τους, εντούτοις στερούνταν των προστατευτικών διατάξεων της νομοθεσίας άνευ αντικειμενικού λόγου".
Βάσει των παραδοχών αυτών το Ειρηνοδικείο έκρινε ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) εδικαιούντο το επίδομα ειδικής παροχής ύψους 176 ευρώ μηνιαίως και επιδίκασε τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση για ένα έκαστο από αυτούς ποσά. Με την εν λόγω κρίση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις της προαναφερόμενης από 21.7.2005 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και του άρθρου 7 παρ. 2εδ. 1 του ΠΔ 164/2004 και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του 4335/2015, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα. Εν τούτοις οι εισαγόμενοι με το ν. 4335/2015 νέοι λόγοι αναίρεσης στις ειρηνοδικειακές υποθέσεις (560 αριθμ. 5 και 6), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 Εισ.ΝΚΠολΔ που εισάγει γενική αρχή διαχρονικού δικαίου ισχύουν για την προσβολή αποφάσεων, που εκδίδονται μετά την 1.1.2016, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ν.4335/2015, και δεν έχουν εφαρμογή επί αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν προηγουμένως.
Επομένως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δημοσιευθεί το έτος 2015, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ περί ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας της αποφάσεως, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και άρθρο 22 Ν. 3693/1957). Η δικαστική δαπάνη ορίζεται μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.2.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 898/2015 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ