Legislator Case Law & Legislation
398/2018 AI generated

398/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 398/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

398/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ 559/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα(άρθρο 495 παρ 1 και 3 και 552 επ. ΚπολΔ). Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 571 και 577 ΚπολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 398 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 398/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Α. του Π., κατοίκου ..., 2.Ε. - Μ. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Μαύρου Τσάκου Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. συζ. Κ. Τ., το γένος Θ. Γ., 2Κ. Τ. του Ν., 3Ε. Τ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βασιλικό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21106/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 559/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ 559/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα(άρθρο 495 παρ 1 και 3 και 552 επ. ΚπολΔ). Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 571 και 577 ΚπολΔ).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταία του βουλήσεως, ενώπιον του συμβολαιογράφου, παρουσία τριών μαρτύρων ή δευτέρου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737 ΑΚ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1730 παρ 3 ΑΚ,απαγορεύεται, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, η παρουσία οποιουδήποτε άλλου, εκτός από τον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1732 παρ 2 εδ α ΑΚ, για τη διαθήκη συντάσσεται πράξη, που πρέπει να περιέχει τη μνεία ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729 μέχρι 1731, η οποία κατ’ αρθρο 1733 παρ 1 ΑΚ πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί σ’ αυτήν ότι αυτό έγινε.

Κατά την ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, (ΑΚ 1730 παρ 3), η οποία συνάγεται από το σκοπό της νομοθετικής θεσπίσεώς της, απαγορεύεται η κατά το χρόνο συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, παρουσία, εκτός των κατά τα άρθρα 1725-1729 ΑΚ συμπραττόντων προσώπων και άλλου προσώπου, όταν η παρουσία αυτού,ενόψει των περιστάσεων, που συντρέχουν κάθε φορά μπορεί να ασκήσει αποφασιστικό επηρρεασμό στην ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα του διαθέτη, κατά τρόπο, ώστε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεώς του να μην εκφράζει την ελεύθερη και αβίαστη θέληση αυτού περί της τύχης της κληρονομίας του.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚπολΔ, έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους,από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο, ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται από συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν, είτε ως γενόμενα ενώπιόν του κατά των οποίων χωρεί αναταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 εως 1737 ΑΚ και ειδικότερα, εκτός των άλλων και όσον αφορά στην μνεία ότι δεν παρίσταντο κατά τη σύνταξή της, άλλα πρόσωπα εκτός από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 του ίδιου κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι ..........όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δυο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη της διαθήκης, δηλαδή α)η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως π.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νού και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, Σε αντίθεση δηλαδή με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αρ 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2447/1996,που προπαρατέθηκε, απαιτούσε επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη , στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς.

Ελεύθερα τη βουλήσή του και να αντισταθεί έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορεί να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αρ 4 ΑΚ, προκαλούσνα έλλειψη της χρήσης του λογικού, λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις όπως π.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως πχ η γεροντική άνοια όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου και σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.α.

Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη, με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται, κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ ,προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης, ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαρειά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αφού αυτή, τεκμαίρεται, λόγω της διάρκειάς της.

Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 ΚπολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε,ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο στο εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 και του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμευση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να διατυπώνεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό,είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔικ, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ 2 ΚπολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική ακυρότητας, δημοσία διαθήκης αγωγή των αναιρεσειόντων λόγω πλαστότητας, γιατί δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1724 ΑΚ, άλλως λόγω συνδρομής των περιπτώσεων της διατάξεως του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ και δη της μη συνείδησης των πραττομένων, άλλως της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής του διαθέτη, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. " Στις 2.9.2013 απεβίωσε στην "..., σε ηλικία 83 ετών ο ..., πατέρας των εναγόντων.

Ο αποβιώσας, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν συνταξιούχος ιατρός, μαιευτήρ-γυναικολόγος, το έτος 2000 απεχώρησε από την οικογενειακή στέγη, όπου κατοικούσε με τη σύζυγο του και μητέρα των εναγόντων Ε. Α., με την οποία είχε τελέσει γάμο το έτος 1955, ο οποίος λύθηκε με την υπ’ αριθμ. 23327/2009 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Έκτοτε διέμενε μόνος του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη που βρίσκεται στον 4° όροφο πολυκατοικίας, στην οδό ..., χωρίς να έχει επικοινωνία με το οικογενειακό του περιβάλλον, από το οποίο αποξενώθηκε και με την πάροδο του χρόνου έπαυσαν να υφίστανται συναισθηματικοί οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ αυτού και των εναγόντων-τέκνων του, με τους οποίους οι επαφές υπήρξαν ελάχιστες και κατέληγαν πολλές φορές σε λογομαχίες.

Μάλιστα εναντίον του γιού του-πρώτου ενάγοντα, άσκησε την υπ’ αριθμό η .../2000 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε την απόδοση του προαναφερόμενου διαμερίσματος, για το λόγο ότι έληξε η μεταξύ των καταρτισθείσα σύμβαση χρησιδανείου. Μετά την αποχώρηση από τη συζυγική στέγη ο Π.

Α. δημιούργησε το δικό του φιλικό περιβάλλον και συνδέθηκε στενά με την οικογένεια των εναγομένων, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι σύζυγοι και η τρίτη θυγατέρα των, την οποία πάντρεψε και βάπτισε το τέκνο της. Η πρώτη εναγομένη παρείχε υπηρεσίες εκτελώντας τις οικιακές εργασίες στο διαμέρισμα που διέμενε ο Π.

Α. (καθαριότητα, παρασκευή φαγητού, αγορά τροφίμων κλπ), ενώ μαζί με το σύζυγο της, δεύτερο εναγόμενο, φρόντιζαν αυτόν και τον συνόδευαν σε γιατρούς και νοσηλευτικά ιδρύματα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η κατάσταση της υγείας του, η οποία παρουσίαζε κατά καιρούς επιδείνωση και είχε ανάγκη άμεσα από ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθόσον έπασχε από καρκίνο ουροδόχου κύστεως, με πρόσφατες μεταστάσεις στο ήπαρ, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση το έτος 2005, έφερε μόνιμη ουρητηροστομία και υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες.

Το έτος 2006 υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, που είχε ως αποτέλεσμα την καρδιακή ανεπάρκεια. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι διέμεναν στη Θεσσαλονίκη, επισκεπτόταν τακτικά αυτόν στο σπίτι του για να τον συντροφεύουν και μαζί τους περνούσε τις γιορτές (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα), καλούσαν αυτόν σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, ενώ κατά τη διάρκεια του καλοκαιρού, όταν διέμενε στην εξοχική του κατοικία στη Χαλκιδική (περιοχή ...

χιλιόμετρο ...), επισκεπτόταν τους εναγόμενους στο χωριό τους .... Στις 30-8-2013 το πρωΐ επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του και διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στη "... λόγω εμέτων, διαρροϊκών εκκενώσεων, συνοδευόμενος από την πρώτη εκ των εναγομένων. Εισήχθη στην κλινική με διάγνωση αφυδάτωση -εξάντληση, η αρτηριακή πίεση ήταν 95/55, οι σφύξεις 44, η θερμοκρασία 36,1 και ο κορεσμός οξυγόνου 97%.

Για να αντιμετωπισθεί η βεβαρυμένη κατάσταση της υγείας του μεταφέρθηκε σε θάλαμο νοσηλείας του τετάρτου ορόφου της κλινικής και δόθηκε από τους θεράποντες ιατρούς η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Την επομένη ημέρα (31-8-2013) ήταν απύρετος με καλό κορεσμό οξυγόνου, πιέσεις από 90 έως 95, αυξημένες σφύξεις πάνω 100.

Στις 1-9-2013 η αρτηριακή του πίεση έπεσε και τις πρωινές ώρες χρειάστηκε μάσκα οξυγόνου, το βράδυ εμφάνισε πυρετό και εισήχθη στη ΜΕΘ για παρακολούθηση. Το πρωΐ της 2-9-2013 κατέληξε από πολυοργανική ανεπάρκεια, λόγω γενικευμένης καρκινωμάτωσης και σηπτική καταπληξία, σύμφωνα με το πιστοποιητικό θανάτου. Δύο ημέρες πριν από τον θάνατο του και συγκεκριμένα το απόγευμα της 30-8-2013 (ώρα 16.30’ περίπου), κλήθηκε στην κλινική, η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Α.

Σ.-Π., ενώπιον της οποίας ο Π. Α. δήλωσε την τελευταία του επιθυμία και συντάχθηκε η υπ’ αριθμόν .../2013 δημόσια διαθήκη από την συμβολαιογράφο, συμπράττοντος του συναδέλφου της, συμβολαιογράφου Κ. Σ.-Ο., με την παρουσία του μάρτυρα Ο. Τ., δικηγόρου Θεσσαλονίκης. Με τη διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμους τους εναγόμενους στα παρακάτω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία του και ειδικότερα κατέλιπε: 1) στην πρώτη εναγομένη το ιδιόκτητο διαμέρισμα στο οποίο κατοικούσε πριν το θάνατο του , στην οδό ..., εμβαδού 125 τμ περίπου με όλη την οικοσκευή, τις μετοχές του ΟΑΣΘ και τις μετοχές της ΑΝΕΘ, 2) στο δεύτερο εναγόμενο την ιδιόκτητη μονοκατοικία στη Χαλκιδική στη θέση "..." με το οικόπεδο, έκτασης περίπου 2000 τμ και το υπ’ αριθμό ...

ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο και 3) στην τρίτη εναγομένη ένα αγροτεμάχιο στο ..., έκτασης 5000 τμ περίπου. Στη διαθήκη δήλωσε ότι όλα τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία άφησε στους εναγόμενους, διότι από το έτος 2000 φρόντιζαν αυτόν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, καθόσον δεν μπορούσε να μετακινηθεί, ενώ η τέως σύζυγος του Ε.

και τα δύο τέκνα του Χ. και Ε.-Α. τον εγκατέλειψαν, ούτε τον επισκέπτονταν, ούτε πρόσφεραν σε αυτόν βοήθεια, μολονότι γνώριζαν ότι ήταν βαρύτατα άρρωστος από καρκίνο, νοσηλευόταν σε διάφορα νοσοκομεία και κλινικές και δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του. Επίσης δήλωσε ότι στον πρώτο ενάγοντα -γιό του, που ασκεί το επάγγελμα του μαιευτήρα- γυναικολόγου, είχε μεταβιβάσει την κλινική που διατηρούσε στο παρελθόν στη διασταύρωση των οδών ...

και τον εξοπλισμό του ιατρείου του, κειμένου στην οδό ... και είχε δώσει χρήματα για τις σπουδές και γενικά για την επαγγελματική του αποκατάσταση, στη δεύτερη εναγόμενη-κόρη του, που είναι φαρμακοποιός, είχε μεταβιβάσει με γονική παροχή ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ...

και έδωσε χρήματα για την επαγγελματική της αποκατάσταση (ίδρυση φαρμακείου στον πεζόδρομο της ...). Τέλος, δήλωσε ότι στα τέκνα του δεν αφήνει άλλα περιουσιακά στοιχεία με τη διαθήκη, με την αιτιολογία ότι "είναι και ήταν αχάριστοι" και ότι αυτή είναι η τελευταία βούλησή του, την οποία επιθυμούσε να σεβαστούν όλοι.

Κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης εντός του δωματίου της κλινικής, όπου νοσηλευόταν ο διαθέτης , βρισκόταν οι δύο συμβολαιογράφοι και ο προαναφερόμενος μάρτυρας. Δεν αποδείχθηκε ότι παρίσταντο, πλην των προαναφερομένων, και οι εναγόμενοι που ήταν τα τιμώμενα με τη διαθήκη πρόσωπα, τα οποία με την παρουσία τους επηρέαζαν την ελεύθερη έκφραση της βούλησης του διαθέτη, όπως αβάσιμοι ισχυρίζονται οι ενάγοντες- εκκαλούντες.

Οι τελευταίοι για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους, επικαλούνται και προσκομίζουν τις ένορκες βεβαιώσεις των νοσηλευτριών Φ. Π. και Α. Ν., που εκτελούσαν απογευματινή βάρδυα στην κλινική (ώρες 15.00’ - 23.00’ ), οι οποίες κατέθεσαν ότι το απόγευμα της ημέρας εκείνης (30-8-2013) επισκέφθηκαν τον ασθενή πέντε ή έξη άτομα, τα οποία άλλοτε έμπαιναν και άλλοτε έβγαιναν από το θάλαμο νοσηλείας , η πόρτα του οποίου ήταν συνεχώς ανοικτή και ότι στο τέλος παρέμεινε ένας κύριος, ο οποίος είχε δηλώσει στη νοσηλεύτρια Α.

Ν., ότι ήταν φίλος του διαθέτη. Από τις παραπάνω καταθέσεις δεν αποδεικνύεται ότι οι ως άνω μάρτυρες γνώριζαν ότι ο διαθέτης προέβη στη σύνταξη της διαθήκης και ότι αντιλήφθηκαν, κατά το χρόνο της σύνταξης, να παρευρίσκονται στο θάλαμο νοσηλείας οι εναγόμενοι, εκτός από τους δύο συμβολαιογράφους και το μάρτυρα.

Το γεγονός ότι επισκέφθηκαν τον ασθενή πέντε με έξη άτομα εκείνο το απόγευμα, ότι γενικά υπήρχε κινητικότητα των επισκεπτών και ότι η πόρτα του θαλάμου ήταν ανοικτή, δεν ασκούν επιρροή στο κύρος της διαθήκης, καθόσον δεν αποδείχθηκε η παρουσία των εναγομένων κατά το χρόνο σύνταξης αυτής, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1730 ΑΚ, δεν απαιτείται η σύνταξη της διαθήκης να λαμβάνει χώρα κεκλεισμένων των θυρών.

Συνεπώς, στην προσβαλλόμενη διαθήκη, η συμβολαιογράφος αληθώς βεβαίωσε ότι κατά τη σύνταξη αυτής παρίσταντο μόνο ο διαθέτης, η ίδια , ο συνάδελφος της, δεύτερος συμβολαιογράφος, ο μάρτυρας και κανένα άλλο πρόσωπο, με έννομη συνέπεια η προσβαλλόμενη διαθήκη να μην είναι πλαστή και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο τα αντίθετα ισχυρίζονται.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης ο κληρονομούμενος είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν είχε μειωμένες τις διανοητικές του δυνάμεις , ούτε βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε την ελεύθερη έκφραση της βούλησης. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης Π.

Α., απεβίωσε μετά την παρέλευση δύο (2) ημερών από τη σύνταξη της διαθήκης από παθολογικά αίτια , όπως παραπάνω αναφέρεται και δεν έπασχε από πνευματική νόσο. Τις τρείς πρώτες ημέρες της νοσηλείας του στη "...", δηλαδή στις 30-31/8/, 1/9/2013 ο διαθέτης δεν βρισκόταν σε κατάσταση λήθαργου, συνεργαζόταν με το νοσηλευτικό προσωπικό, ούτε εμφάνισε διαταραχές συνείδησης.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φύλλο λογοδοσίας του νοσηλευτικού^ προσωπικού του τετάρτου ορόφου της κλινικής, στο οποίο δεν γίνεται καθόλου αναφορά για ληθαργικό ύπνο και αναγράφεται ότι μέχρι τις απογευματινές ώρες της 1-9-2013 η επικοινωνία ήταν καλή. Το βράδυ της ίδιας ημέρας , ώρα 20.00’ μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ , μετά από συνεννόηση του θεράποντος ιατρού με τον πρώτο ενάγοντα -γιό του.

Κατά τη νοσηλεία του στη ΜΕΘ η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, κατέστη μη αναστρέψιμη και πρώτη φορά καταγράφεται στον ιατρικό φάκελλο του διαθέτη πτώση του επιπέδου συνείδησης και ειδικότερα ότι το πρωΐ της 2-9-2013 (ώρα 7’ .00-8.00) δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, παρουσίασε αιμοδυναμική αστάθεια, πολυοργανική ανεπάρκεια, πτώση της αρτηριακής πίεσης 36/29, SP02 45% και απεβίωσε ώρα 9.39’ (βλ.

νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φύλλο νοσηλείας με τον τίτλο "παρούσα κατάσταση"). Από την 24-4-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε κατ’ εντολή των εναγόντων ο ιατροδικαστής Δ. Ψ., καθηγητής ιατρικής και τοξικολογίας, ο οποίος έλαβε υπόψη του τον ιατρικό φάκελλο του διαθέτη, εργαστηριακές εξετάσεις, ΗΚΓ, λογοδοσία της 30-8-2013 με καταγραφή των ζωτικών σημείων τίς ένορκες βεβαιώσεις των νοσηλευτριών Α.

Ν. ,Φ. Π. και του Κ. Τ., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο διαθέτης κατά την ώρα σύνταξης της διαθήκης βρισκόταν σε σηπτική κατάσταση, με πυρετό 38 ο C,ταχυκαρδία με σφίξεις 137- 108, κολπική μαρμαρυγή, αποκλεισμό σκέλους καρδίας, αρχόμενη πνευμονική συμφόρηση, νεφρική ανεπάρκεια με χαμηλό κλάσμα εξωθήσεως και χαμηλή αιμάτωση των οργάνων του, κυρίως του εγκεφάλου και δεν μπορούσε να συντάξει την επίμαχη διαθήκη .

Στο ίδιο πόρισμα καταλήγουν οι ιατροδικαστές Μ. Τ. και Δ. Γ., οι οποίοι συνέταξαν την από 5-1-2016 ιατροδικαστική γνωμάτευση , κατ’ εντολή των εναγόντων στην οποία συμπερασματικά αναφέρουν ότι ο διαθέτης , κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης βρισκόταν σε σηπτικό σοκ, με αποτέλεσμα να μην είχε την απαραίτητη πνευματική και νοητική ικανότητα να υπογράψει τη διαθήκη, καθώς και η ψυχίατρος - ψυχοθεραπεύτρια Δ.

Η. και η ειδική καρδιολόγος Α. Κ. με τις από 13-10-2014 και 14-10-2014 ιατρικές εκθέσεις. Με τις προαναφερόμενες ιατρικές γνωμοδοτήσεις, οι οποίες ελεύθερα εκτιμώνται από το δικαστήριο(άρθρο 390 ΚΠολΔ), οι συντάξαντες αυτές ιατροί, χωρίς να έχουν εξετάσει τον ασθενή, εκφράζουν θεωρητικά την επιστημονική τους άποψη και κρίση , με βάση τον ιατρικό του φάκελο, ότι ο Π.

Α. έπασχε από σηπτική καταπληξία που είχε ως αποτέλεσμα τη σοβαρή έκπτωση των εγκεφαλικών του λειτουργιών (συνείδηση, σκέψη, κρίση , βούληση) και επομένως ήταν ανίκανος να συντάξει και να υπογράψει την προσβαλλόμενη διαθήκη. Από τις προαναφερόμενες όμως ιατρικές γνωμοδοτήσεις δεν αποδεικνύεται κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης ο Π.

Α. δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να περιορίζεται αποφασιστικά η λειτουργία της βούλησής του. Ειδικότερα από το φάκελο νοσηλείας αποδεικνύεται ότι στις 30/8/ (ημέρα σύνταξης της επίμαχης διαθήκης) και στις 31/8/ οι θεράποντες ιατροί της κλινικής δεν διαπίστωσαν σηπτική καταπληξία και διαταραχές του επιπέδου συνείδησης , αλλά και την επομένη ημέρα (1-9-2013) στο φύλλο λογοδοσίας νοσηλευτικού ορόφου της απογευματινής βάρδυας (3-11) αναγράφεται ότι ο ασθενής συνεχίζει να είναι αιμοδυναμικά σταθερός και η επικοινωνία ήταν καλή, γεγονός που αντιφάσκει με τις ως άνω γνωματεύσεις ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε σηπτικό σόκ, με αποτέλεσμα να μην διαθέτει πνευματική και νοητική ικανότητα.

Όπως παραπάνω αναφέρεται η έλλειψη επαφής του διαθέτη με το περιβάλλον διαπιστώθηκε τις πρωινές ώρες τις 2-9-2013, κατά τη νοσηλεία του στη ΜΕΘ, ημέρα κατά την οποία απεβίωσε. Επίσης αποδείχθηκε ότι την προηγουμένη ημέρα από την εισαγωγή του στη "..." δηλαδή στις 29-8-2013 και ώρα 10.30 πμ , η ιατρός- ψυχίατρος Ε. Χ., εξέτασε το διαθέτη στο σπίτι του, στην οδό ....

Κατά την εξέταση δεν διαπίστωσε διαταραχές του επιπέδου συνείδησης, ο προσανατολισμός σε τόπο, χρόνο ήταν καλός, γνώριζε τα στοιχεία της ταυτότητάς του, τα οικεία πρόσωπα, αριθμό και βαθμό συγγενείας , είχε γνώση των περιουσιακών του στοιχείων και διατηρούσε την ικανότητα ελεύθερης διαμόρφωσης της κρίσης και βούλησης.

Περαιτέρω η επίμαχη δημόσια διαθήκη συντάχθηκε ενώπιον δύο συμβολαιογράφων και του μάρτυρα δικηγόρου Ο. Τ., που ήταν φίλος και νομικός σύμβουλος του κληρονομουμένου. Ο διαθέτης ενώπιον των προαναφερομένων υπαγόρευσε το κείμενο της διαθήκης προσδιορίζοντας τα περιουσιακά του στοιχεία και τα πρόσωπα στα οποία επιθυμούσε να περιέλθει το καθένα από αυτά Χαρακτήρισε αχάριστη τη συμπεριφορά των μελών της οικογενείας προς το πρόσωπο του και δικαιολόγησε τους λόγους που τον ανάγκασαν να μην επιθυμεί να περιέλθουν περιουσιακά στοιχεία στους ενάγοντες-τέκνα του , περιορίζοντας αυτούς στα ακίνητα που τους παρεχώρησε, όσο ζούσε.

Στην περίπτωση που ο διαθέτης είχε μειωμένες τις πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις , βρισκόταν σε σύγχυση δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί , να κατανοήσει και να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, και δεν εξέφραζε ελεύθερα , χωρίς επηρεασμό , την τελευταία του βούληση για την τύχη της κληρονομιαίας περιουσίας του, η συντάξασα τη διαθήκη συμβολαιογράφος Α.

Σ. και ο συνάδελφος της που συμπαραστάθηκε , Κ. Σ.- Ο., θα διαπίστωναν ευχερώς ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι που εμπόδιζαν τη σύνταξη της διαθήκης και θα αποχωρούσαν, χωρίς να συντάξουν αυτήν. Το γεγονός ότι ο διαθέτης υπαγόρευσε λανθασμένα το δεύτερο κύριο όνομα της κόρης του, δηλαδή ανέφερε στη διαθήκη "Ε.-Α.", αντί του ορθού "Ε.-Μ.", δε σημαίνει ότι βρισκόταν σε διαταραχή και σύγχυση, αφού θυμόταν το πρώτο κύριο όνομα (Ε.) και υπαγόρευσε ορθά και με λεπτομέρεια όλα τα άλλα στοιχεία της διαθήκης (περιγραφή κληρονομιαίων ακινήτων, τιμώμενα πρόσωπα, γονικές παροχές που προέβη όσο ζούσε στα τέκνα του, όνομα πρώην συζύγου του).

Το γεγονός ότι η επίμαχη διαθήκη συντάχθηκε ενώπιον δύο συμβολαιογράφων και ενός μάρτυρα, δικηγόρου κατ’ επάγγελμα, καθώς και ότι ο διαθέτης, μία ημέρα, προτού συνταχθεί η διαθήκη, ζήτησε να εξετασθεί στην οικία του από την ψυχίατρο Ε. Χ., όπως παραπάνω αναφέρεται, προκειμένου να διαπιστωθεί η πνευματική του διαύγεια, υποδηλώνει ότι προέβη στις ενέργειες αυτές προκειμένου να εξασφαλίσει το κύρος της διαθήκης που είχε αποφασίσει να συντάξει, φοβούμενος τυχόν προσβολή αυτής από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, στους οποίους δεν επιθυμούσε να περιέλθουν τα προαναφερόμενα περιουσιακά του στοιχεία.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης ο Π. Α. δεν έπασχε από σηπτική καταπληξία, είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ούτε βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Ήταν ικανός και μπορούσε με λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο διαθήκη, έχοντας επίγνωση της σημασίας και του περιεχομένου της και δεν μπορούσε εύκολα να καθοδηγηθεί και να επηρεαστεί από τρίτους στην απόφασή του για τη διάθεση της περιουσίας του και ειδικότερα να επηρεαστεί από τους εναγόμενους και να διαθέσει την περιουσία του κατά τον τρόπο που αυτοί ήθελαν. Με τη διαθήκη υλοποίησε την επιθυμία του να τιμήσει τους εναγόμενους με τους οποίους είχε αναπτύξει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, διότι, όπως ο ίδιος αναφέρει στη διαθήκη του, αυτοί τον φρόντιζαν, τον περιποιούνταν, του συμπαραστάθηκαν στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και συντρόφευαν αυτόν, το χρονικό διάστημα 2000- 2013, κατά τη διάρκεια του οποίου ζούσε μόνος του, αποξενωμένος από την οικογένεια που δημιούργησε.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της προσβαλλόμενης δημόσιας διαθήκης και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια και επικουρική της βάση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση που είχε κρίνει ομοίως, την εξαφάνισε κατά την δεύτερη επικουρική της βάση, που είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά τη βάση της αυτή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ήτοι απέρριψε στο σύνολό της, την αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 1724 1730 παρ 3 και 1719 αρ 3 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού.

Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο ως προς τα παραπάνω ζητήματα, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση,αφού τα πραγματικά περιστατικά, που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την τήρηση των απαιτουμένων κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις προϋποθέσεων για την εγκυρότητα της ένδικης δημοσίας διαθήκης.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι η διαθήκη συντάχθηκε με την παρουσία των αναφερομένων σ’ αυτήν ως συμπραττόντων προσώπων μη προκύψασας ανταποδεικτικά της παρουσίας τρίτων και της εντεύθεν της πλαστότητας της διαθήκης, καθώς και ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ότι οι ασθένειες από τις οποίες έπασχε, δεν του είχαν προκαλέσει ψυχική ή διανοητική διαταραχή που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, ώστε αυτή να μπορούσε εύκολα να καθοδηγηθεί και να επηρρεαστεί, ως προς τη διάθεση της περιουσίας του, κατά τρόπο που ήθελαν τρίτοι και ειδικότερα οι εναγόμενοι.

Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔικ δυο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ακόλουθες αιτιάσεις α) ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς το γιατί ο διαθέτης, που είχε βεβαρημένη κατάσταση υγείας και λόγω επιδεινώσεώς της διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στη "..." Θεσ/κης στις 9:56 της 30.8.2013 ήταν ικανός στις 16.30 της ίδιας ημέρας να συντάξει διαθήκη με ελεύθερη βούληση και να αντισταθεί σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, ενώ η περιγραφόμενη κατάσταση της υγείας, που συνεχώς επιδεινωνόταν είχε ως αποτέλεσμα την κατάληξή του, το πρωί της 2-9-2013, β-δεύτερο μέρος) ότι από τις καταγραφές των φύλλων λογοδοσίας της 30-8-2013, ήτοι της ημέρας συντάξεως της διαθήκης και λίγο πριν από τη σύνταξή της και συγκεκριμένα στις 15:00, ο διαθέτης ήταν εμπύρετος με εξαιρετικά χαμηλή αρτηριακή πίεση, αυξημένες σφίξεις, ενώ η ίδια κατάσταση διατηρήθηκε αναλλοίωτη και σε αμέσως επόμενο της σύνταξης χρόνο, (18:00) και ότι συνακόλουθα και κατά τον κρίσιμο ενδιάμεσο χρόνο της σύνταξης της διαθήκης (16.30) βρισκόταν στην ίδια νοσηρή κατάσταση υγείας που απέκλειε τη χρήση του λογικού, άλλως μετήγε σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως και του νου του διαθέτη, γ)ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες, το Εφετείο δέχεται ότι η συντάξασα τη διαθήκη συμβ/φος, καθώς και ο συμπράξας συνάδελφός της,αν διαπίστωναν λόγους που εμπόδιζαν τη σύνταξη της διαθήκης θα αποχωρούσαν και ότι η σύνταξή της ενώπιον δύο συμβ/φων και ενός μάρτυρα δικηγόρου, καθώς και η εξέταση του διαθέτη μια ημέρα πριν από τη σύνταξη της διαθήκης από ψυχίατρο, υποδηλώνει επιθυμία του διαθέτη προς διασφάλιση του κύρους της διαθήκης του, δ)ότι η παραδοχή της αποφάσεως κατά την οποία ο διαθέτης ήταν ικανός και μπορούσε με λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο, διαθήκη έχοντας επίγνωση της σημασίας και του περιεχομένου της και δε μπορούσε εύκολα να καθοδηγηθεί και να επηρρεαστεί από τρίτους στην απόφασή του για τη διάθεση της περιουσίας του, και ειδικότερα να επηρεαστεί από τους εναγομένους και να διαθέσει την περιουσία του κατά τον τρόπο που αυτοί ήθελαν, είναι ενδοιαστική, συνεπαγομένη μεταβλητή αντιμετώπιση του θέματος, ενώ δεν αιτιολογεί γιατί ο διαθέτης συνέταξε τη διαθήκη δύο ημέρες πριν από το θάνατό του και όχι στη διάρκεια των 13 ετών (2000-2013) που κατά τα γενόμενα δεκτά τον συντρόφευαν και τον περιποιούνταν οι τετιμημένοι με τη διαθήκη εναγόμενοι, ε) ότι η παραδοχή ότι ο διαθέτης δεν είχε επικοινωνία με το οικογενειακό του περιβάλλον, από το οποίο με τα χρόνια αποξενώθηκε και έπαυσαν να υφίστανται συναισθηματικοί δεσμοί, έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι ο ενάγων γιος του το βράδυ της ίδιας ημέρας (30-8-2013) και περί ώρα 20:00 φρόντισε μετά από συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό του να μεταφερθεί στη ΜΕΘ.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες και συγκεκριμένα η πρώτη γιατί αφορά σε αιτιολόγηση των αποδειχθέντων, η οποία δεν στοιχειοθετεί αναιρετική πλημμέλεια, αφού μόνο τι αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε, η δεύτερη (δεύτερο μέρος) γιατί πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔικ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, η τρίτη γιατί αφορά σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, τα οποία κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν συνιστούν αιτιολογίες, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να επιδέχονται μομφή στα πλαίσια της ερευνώμενης διάταξης του αρ 19 του άρθρου 559 ΚπολΔικ, η πέμπτη και κατά το πρώτο μέρος της γιατί η πληττόμενη παραδοχή δεν είναι ενδοιαστική και δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την δικαιοπρακτική και την διανοητική ικανότητα του διαθέτη να προβεί σε σύνταξη της διαθήκης, ενώ η ίδια αιτίαση κατά το δεύτερο μέρος της, είναι απαράδεκτη, αφού αντικείμενο του ερευνώμενου λόγου είναι εκείνα που έγιναν δεκτά και όχι εκείνα για τα οποία το δικαστήριο δεν εξέφερε κρίση και που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν αναιρετική πλημμέλεια του αρ 8 εδ β του ίδιου άρθρου, εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις του και η πέμπτη γιατί δεν αφορά σε ζήτημα του οποίου η μη αιτιολόγηση στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, ήτοι σε ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη του οποίου η απόδειξη θεμελιώνει το καταχθέν σε δίκη αγωγικό δικαίωμα των αναιρεσειόντων.

Εξ ετέρου οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου ως προς την παρουσία ή μη τρίτων προσώπων πέραν τω συμπραξάντων κατά το άρθρο 1724 ΑΚ στη σύνταξη της διαθήκης αφορά σε αξιολόγηση των αποδειχθέντων, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου ως προς την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ενόψει τούτων οι ερευνόμενοι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει, στο σύνολό τους να απορριφθούν. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες είχαν γίνει κοινό κτήμα (Ολ ΑΠ 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν.

Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αρ 1 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην πρασβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αρ 1 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα έπρεπε να δεχθεί ότι ένα άτομο 83 ετών με τα προβλήματα της υγείας του διαθέτη, που εισάγεται σε κλινική λόγω της επιδείνωσης της ήδη βεβαρημένης υγείας του και συμπτώματα αφυδάτωσης και εξάντλησης, το οποίο τη δεύτερη μέρα της νοσηλείας του χρειάζεται μάσκα οξυγόνου και στη συνέχεια μεταφέρεται στη ΜΕΘ όπου την τρίτη ημέρα πεθαίνει από "πολυοργανική ανεπάρκεια, λόγω γενικευμένης καρκινωμάτωσης και από σηπτική καταπληξία" (που επίσης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι δυνατόν να εμφανίσθηκαν τις επόμενες δυο ημέρες από την εισαγωγή του στην κλινική, αλλά υπήρχαν και κατ’ αυτήν), δεν μπορεί να έχει "συνείδηση των πράξεών του" και ανάλογη "διανοητική ηρεμία ή ικανότητα" σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συντάξει διαθήκη, την πρώτη ημέρα της εισαγωγής του στην κλινική....και μάλιστα με τόσο μεγάλο και σύνθετο περιεχόμενο...Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζομένων διαδαγμάτων της κοινής πείρας αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που είναι αντίθετες από εκείνες, που κατά την άποψη των αναιρεσειόντων είναι ορθές και προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ήτοι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚπολΔικ, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ 8 εδ β ΚπολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα " κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τω διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτα ως αμυντικό μέσο.

Επομένως δεν αποτελούν πράγματα με την παραπάνω έννοια οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά την απόδειξη των εκ του άρθρου1719 αρ 3 ΑΚ επικουρικών βάσεων της αγωγής δεν έλαβε υπόψη α)ότι ο πατέρας των διαδίκων κατά τις τρεις ημέρες της νοσηλείας του στην κλινική, αλλά και κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης παρουσίαζε την περιγραφόμενη και στην αγωγή κατάσταση υγείας, που δεν του επέτρεπε να δηλώσει προφορικά τη βούλησή του και να καταλάβει το περιεχόμενο των δηλώσεων που εμφιλοχώρησαν στη διαθήκη, και ότι σε παρόμοια κατάσταση είχε νοσηλευθεί και ένα μήνα ενωρίτερα, β) ότι ενώ ήταν σε τέτοια πνευματική και σωματική αποδιοργάνωση, που κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αδυνατούσε να θυμηθεί το πλήρες όνομα της δεύτερης ενάγουσας θυγατέρας του, εντούτοις εκφώνησε μια εκτενή διαθήκη με πληθώρα αριθμητικών και περιγραφικών στοιχείων, γ) ότι ενώ δηλώνει λανθασμένα τη διεύθυνση της οικογενειακής κατοικίας και δη σε ...

αντί σε ... εν τούτοις θυμάται καθαρά τα τμ και σύνορα των ακινήτων και άλλες λεπτομέρειες που αναφέρονται στη διαθήκη, δ )ότι δεν κάνει καμιά αναφορά στα ακίνητα της ..., πράγμα το οποίο συμβαίνει γιατί οι αντίδικοι δεν γνώριζαν την ύπαρξή τους, ώστε να τον επηρεάσουν να τα γράψει στη διαθήκη, γιατί αυτά δεν ανήκαν στην εντός γάμου κτηθείσα περιουσία του, που αποτέλεσε το αντικείμενο της γνωστής στους τελευταίους (αντιδίκους) δίκης των αποκτημάτων, αλλά σε κληρονομηθείσα περιουσία και ε)ότι οι αντίδικοι κατάφεραν τον πατέρα τους να συντάξει διαθήκη, όταν εκείνος έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον και κατέστη έρμαιο στα χέρια τους και σε πλήρη αδυναμία να συνεννοηθεί και να αντιληφθεί το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψε, ενώ δε γίνεται κατανοητό γιατί δε συνέταξε τη διαθήκη στο διάστημα που μεσολάβησε από την προ μηνός εισαγωγή του στην κλινική,ούτε γιατί ενώ την προηγούμενη της εισαγωγή του στην κλινική κάλεσε ψυχίατρο που φέρεται ότι τον εξέτασε, δεν κάλεσε την ίδια ημέρα και τον συμβολαιογράφο, ώστε να συντάξει κατά την ημέρα αυτή τη διαθήκη.

Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, γιατί οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά είτε συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής (αιτιάσεις α και εν μέρει ε) που λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν, είτε αποτελούν επιχειρήματα των εναγόντων προς στήριξη της ιστορικής αυτής αιτίας (λοιπές αιτιάσεις και εν μέρει ε).

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ απαράδεκτες είναι και οι εν συνεχεία αιτιάσεις του ίδιου λόγου που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, αφού τυχόν τέτοια έλλειψη δεν ιδρύει κάποια αιρετική πλημμέλεια αφού,όπως έχει ήδη αναφερθεί μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός(τέταρτος) πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ β και περ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ/2008)οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων(έγγραφα μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), ενώ στα πλαίσια της ελεύθερης , κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ εκτίμησης των αποδείξεων, το δικαστήριο μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία σε κάποια αποδεικτικά μέσα από ότι σε άλλα, η δε εκτίμησή του αυτή κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ίδιου ‘ κώδικα δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ολ ΑΠ2/2008)ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ολ ΑΠ14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο λόγος του αριθμού 11γ του παραπάνω άρθρου, ενώ η μη νόμιμη προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, ισοδυναμεί με μη προσκομιδή τους στοιχειοθετουμένου εντεύθεν του λόγου του αριθμού 11β του ιδίου άρθρου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την διανοητική ικανότητα του διαθέτη της ένδικης διαθήκης και τη βασιμότητα των επικουρικών και από τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ βάσεων της αγωγής δεν έλαβε υπόψη α)το φύλλο συγκατάθεσης του ασθενούς της "..." Θεσσαλονίκης, β) το "ενημερωτικό σημείωμα" της "...ς" που συντάχθηκε από τον θεράποντα ιατρό του διαθέτη ειδικό παθολόγο Δ.

Φ. γ) την ληφθείσα πριν από την άσκηση της αγωγής υπ’ αριθμ .../23-12-2013 ένορκη βεβαίωση του ιατρού της "..." Κ. Τ., δ) τις υπ’ αριθμ ...2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων και νοσηλευτριών της "..." Θεσσαλονίκης, Φ. Π. και Α. Ν. και ε) το από 2-9-2013 ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του διαθέτη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπου ρητά αναφέρεται η λήψη υπόψη των επίμαχων υπό στοιχεία γ και δ ενόρκων βεβαιώσεων και την περιεχόμενη σ’ αυτήν αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά στο υπό στοιχ ε έγγραφο (σελ 15) και στις υπο στοιχ δ ένορκες βεβαιώσεις (σελ 17) δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς τα παρακάτω ζητήματα, του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο είναι αντίθετο προς εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, ενώ η ειδική αναφορά της απόφασης στις υπό στοιχ δ ένορκες βεβαιώσεις ως προς την απόδειξη της κύριας βάσης της αγωγής, δεν σημαίνει όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την εκτίμηση της βασιμότητας των λοιπών βάσεων, κατά δε τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεν απαιτείται η ειδική μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων, ενώ η αναφορά σε κάποια από αυτά δε σημαίνει ότι τα λοιπά δε λήφθηκαν υπόψη.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι από τα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από τις ένορκες βεβαιώσεις συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ 1ΚΠολΔικ.

Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο για την απόδειξη των αναφερομένων στον προερμηνευθέντα πέμπτο λόγο ζητημάτων έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία δεν είχαν προσκομισθεί με επίκληση νομίμως από καμιά πλευρά των διαδίκων, είναι δε τα έγγραφα αυτά α)τα φύλλα λογοδοσίας του νοσηλευτικού προσωπικού του τετάρτου ορόφου της κλινικής("...ς"), β) ο ιατρικός φάκελλος του διαθέτη , γ) το φύλλο νοσηλείας με τον τίτλο "παρούσα κατάσταση της "...ς" και δ) η από 29-8-2013 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Ε.

Χ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το υπό στοιχ. δ έγγραφο (του άρθρου 390 ΚΠολΔικ) επαναπροσκομίσθηκε, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ, με επίκληση στο Εφετείο (βλ πρωτελευταία σελίδα των πρωτόδικων προτάσεων και τα υπό στοιχ 7 προσκομιζόμενα στο Εφετείο έγγραφα-οι σελίδες δε φέρουν αρίθμηση-) ενώ τα λοιπά έγγραφα που οι αναιρεσίβλητοι, ως τρίτοι δεν είχαν στην κατοχή τους, ρητά προσκομίσθηκαν με επίκληση στο Εφετείο το πρώτον, ως τα αναφερόμενα στην προσκομισθείσα από αυτούς το πρώτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από 10-11-2016 ιατροδικαστική γνωμάτευση των ιατροδικαστών Σ.

Ν. και Α. Α.. Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός(έκτος) να απορριφθεί, καθώς και η ταυτόσημη ως προς τα υπό στοιχ α έγγραφα (φύλλα λογοδοσίας) δεύτερη αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγου.

Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ 20 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου κώδικα ως προς τα αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι οι προβλεπόμενες στην ΚΠολΔικ 390 γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, σε ζητήματα που αφορούν σε εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και εκτιμώνται ελεύθερα (ΑΠ1031/2014 ΑΠ634/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέβδομο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 20 και 11 περ α και περ β του άρθρου 559 ΚπολΔικ, κατά τις οποίες το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 29-8-2013 ιατρικής γνωμάτευσης της ψυχιάτρου Ε.

Χ., που συντάχθηκε μετά από αίτηση του διαθέτη, την προηγούμενη ημέρα της συντάξεως της ένδικης διαθήκης, η οποία προσέτι ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, καθόσον ήταν άκυρη, αφού δεν αναφέρει το σκοπό για τον οποίο προορίζεται και το όνομα του λήπτη του πιστοποιητικού, κατά παράβαση των άρθρων 22 παρ 1 του Ν 1565/1939 περί "Κώδικα ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος" και 5 παρ 2 Ν 3418/2005 "περί κώδικα ιατρικής δεοντολογίας".\ και ότι ακόμα έλαβε υπόψη του (το Εφετείο) χωρίς να έχει νόμιμα προσκομισθεί με επίκληση, τη συνταχθείσα μετά από αίτηση των εναγομένων από 31-10-2016 συμπληρωματική ιατρική γνωμάτευση της ίδιας ψυχιάτρου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του. Ειδικότερα η ιατρική γνωμάτευση ως ιατρικό έγγραφο, με ειδική ρύθμιση κατά το άρθρο 390 ΚπολΔικ, δεν εμπίπτει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, στην κατηγορία των κατά τα άρθρα 338 και 432 εγγράφων και συνακόλουθα δεν πλήττεται αναιρετικά με την ερευνώμενη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚπολΔικ, ενώ οι αφορώσες στην ανεπίτρεπτη λήψη υπόψη της εν λόγω έκθεσης, ως άκυρης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, καθόσον ανεξάρτητα από το ότι οι επικαλούμενες ελλείψεις δεν καθιστούν την έκθεση άκυρη, (αφού η καταλαμβάνουσα την έκθεση αυτή παρ 2 του άρθρου 5 του Ν 3418/20056 αναφέρεται μεν σε υποχρέωση (οφειλή) του γιατρού να περιγράφει το σκοπό για τον οποίο δίδεται η ιατρική γνωμάτευση, καθώς και το όνομα του λήπτη του πιστοποιητικού, πλην όμως δεν ορίζει ως συνέπεια των ελλείψεων αυτών την ακυρότητα του πιστοποιητικού) αυτή (έκθεση) είναι σε κάθε περίπτωση επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αφού κατά το άρθρο 270 παρ 2 ΚπολΔικ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ήτοι λαμβάνει υπόψη αδιακρίτως κάθε είδους έγγραφο, όπως πχ έγγραφα άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή υπέρ του εκδότη τους.

Δε λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δε συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, ούτε και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία-ανυπόστατες-(Ολ ΑΠ 15/2013). Περαιτέρω η από 29-8-2013 ιατρική γνωμάτευση, όπως έχει ήδη αναφερθεί στον πέμπτο λόγο, είχερ με επίκληση προσκομισθεί από τους αναιρεσίβλητους, όπως έχει νόμιμα προσκομισθεί (με επίκληση) και η από 31-10-2016 συμπληρωματική γνωμάτευση για πρώτη φορά στο Εφετείο, όπως τούτο προκύπτει από τις οικείες και μη φέρουσες αρίθμηση προτάσεις των αναιρεσιβλήτων (6η σελίδα κατ’ αυτεπάγγελτη αρίθμηση) δεν ήταν δε απαραίτητη η ιδιαίτερη αναφορά της απόφασης στην νόμιμη προσκομιδή της, αφού η αναφορά της στα νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα καλύπτει και αυτής, η οποία δεν θεωρείται ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση κατά το άρθρο 390 ΚΠολ Δικ (και όχι κατά το 432 όπως έχει ήδη αναφερθεί) (ΑΠ 605/2016).

Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετούνται οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες και ο ερευνώμενος έβδομος λόγος, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔικ),οι οποίοι (αναιρεσείοντες) ως ηττώμενοι διάδικοι πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ 183, 176 και 180 παρ 1 ΚπολΔικ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2017 αίτηση των Χ. Α. του Π. και Ε. - Μ. Α. του Π., κατά των Ε. συζ. Κ. Τ., το γένος Θ. Γ., Κ. Τ. του Ν. και Ε. Τ. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ 559/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ