Legislator Case Law & Legislation
398/2017 AI generated

398/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 398/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Στο άρθρο 92Α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (εφαρμοζόμενου λόγω του εν προκειμένω κρίσιμου χρόνου), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/ 1988, ορίζονται τα εξής: "1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

Legislator headnote

AI generated

398/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 6ο μισθολογικό κλιμάκιο. γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις...".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 398 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Πολέμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία Νοσοκομείο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Γυφτάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 215/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2535/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο άρθρο 92Α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (εφαρμοζόμενου λόγω του εν προκειμένω κρίσιμου χρόνου), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/ 1988, ορίζονται τα εξής: "1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 6ο μισθολογικό κλιμάκιο. γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις...".

Εξ άλλου, με τις 2022210/2776/0022/21-4-1997 (ΦΕΚ Β' 319) και 2/8250/0022/18-2-2004 (ΦΕΚ Β' 355) κοινές υπουργικές αποφάσεις (στο εξής: ΚΥΑ), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 24 του ν. 2470/1997 και 21 του ν. 3205/2003, ορίζεται ότι "Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, των οποίων τα κατώτερα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρ. 12 του ν. 1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη ως εξής [...].

Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης των άρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 12 του ν. 3205/2003. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816/1988". Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997 ορίζει ότι, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγείται στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του ΕΚΑΒ νοσοκομειακό επίδομα, οριζόμενο για το "λοιπό προσωπικό" (οι άλλες περιπτώσεις αφορούν το νοσηλευτικό και τεχνικό προσωπικό) σε 5.000 δραχμές.

Το επίδομα αυτό με την 2/27895/0022/3-7-2002 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 833) διαμορφώθηκε από 1-1-2002 έως 30-6-2002 σε 73,37 ευρώ, από 1-7-20002 έως 31-12-2003 σε 146,74 ευρώ και με το άρθρο 8 παρ 5 του ν. 3205/2003 καθορίσθηκε ως ενιαίο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" για το τεχνικό προσωπικό, το προσωπικό που εργάζεται στην εστίαση, καθώς και το λοιπό προσωπικό και διαμορφώθηκε σε διακόσια δέκα ευρώ (210 €).

Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, που συνάγεται από τη διατύπωσή τους, από την ένταξή τους στο όλο σύστημα του μισθολογίου της δημόσιας διοίκησης και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 2470/1997, το ως άνω επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων σε αντικατάσταση διαφόρων άλλων ειδικών επιδομάτων, τα οποία λάμβανε το προσωπικό αυτό στο παρελθόν και τα οποία συνδέονταν με τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας μέσα στα νοσοκομεία (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, προσέλκυσης και παραμονής κλπ).

Οι δικηγόροι που υπηρετούν στα νοσηλευτικά ιδρύματα με πάγια αντιμισθία και κατέχουν οργανική θέση σ' αυτά απασχολούνται κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Γι' αυτό και λαμβάνουν μεν τα εν γένει "επιδόματα που καταβάλλονται στους δημόσιους υπάλληλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις" (πρβλ.

την ΑΠ 675/2015, που εκδόθηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων για την πρόσθετη παροχή των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975), όχι όμως και εκείνα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, όπως το "νοσοκομειακό και τροφής". Το επίδομα αυτό οι έμμισθοι δικηγόροι των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν το δικαιούνται ούτε ευθέως, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ούτε εμμέσως, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), διότι αυτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία σε σχέση με το νοσηλευτικό και το λοιπό προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και, ενόψει του είδους της εργασίας τους, έχουν διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και αποδοχών (ΑΠ 1700/2007).

2. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος με την ένδικη από 4-12-2009 αγωγή ισχυρίστηκε ότι την 14-6-1989 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα (ΝΠΔΔ) σε κενή οργανική θέση με σχέση έμμισθης εντολής και με αμοιβή που καθορίζεται από τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας.

Κατόπιν αυτού, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 23-3-2004 μέχρι 30-11-2005 το ποσό των 4.249 ευρώ, ως αναλογούν στο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" επί των τακτικών αποδοχών του, το οποίο του καταβαλλόταν στο παρελθόν, αλλά διακόπηκε από το Νοέμβριο 2005, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να αποδώσει το εν λόγω ποσό για το ως άνω χρονικό διάστημα.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 215/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η 2535/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται τα επιδόματα αυτά, με την αιτιολογία που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται γιατί το αναιρεσίβλητο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 2535/ 2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ