398/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Α. του Γ., 2. Ε. Μ. του Δ., 3. Γ. Λ. του Ι., 4.Ε. Φ. του Ε., 5. Σ. Κ. του Δ., 6. Β. Σ. του Χ., 7. Χ. Α.-Φ. του Σ., 8.Μ. Δ. του Β., 9. Α. Ζ.-Π. του Κ., 10. Μ. Γ. του Β., 11. Γ. Γ. του Μ., 12. Ε. Γ. του Α., 13. Ε. Γ. του Χ., 14. Α. Γ. του Χ., 15. Ό. Κ. του Ν., 16. Ε. Κ. του Σ., 17. Κ. Κ. του Γ., 18.Χ. Κ. του Κ., 19. Β. Κ. του Δ., 20. Α. Κ. του Γ., 21. Ε. Μ. του Ι., 22. Κ. Μ. του Δ., 23. Έ. Μ. του Κ., 24. Α. Μ. του Μ., 25. Ε. Ν.-Κ. του Ν., 26. Ε. Π. του Ν., 27. Μ. Π. του Ε., 28. Δ. Π. του Θ., 29. Ε. Σ. του Ε., 30. Β. Τ. του Α., 31. Ε. Τ. του Β., 32. Β. Τ. του Σ., όλοι κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου οι με α.α των αναιρεσειόντων 1ος, 4ος, 17ος, και 20ο και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated398/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 398 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 398/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Α. του Γ., 2. Ε. Μ. του Δ., 3. Γ. Λ. του Ι., 4.Ε. Φ. του Ε., 5. Σ. Κ. του Δ., 6. Β. Σ. του Χ., 7. Χ. Α.-Φ. του Σ., 8.Μ. Δ. του Β., 9. Α. Ζ.-Π. του Κ., 10. Μ. Γ. του Β., 11. Γ. Γ. του Μ., 12. Ε. Γ. του Α., 13. Ε. Γ. του Χ., 14. Α. Γ. του Χ., 15. Ό. Κ. του Ν., 16. Ε. Κ. του Σ., 17. Κ. Κ. του Γ., 18.Χ. Κ. του Κ., 19. Β. Κ. του Δ., 20. Α. Κ. του Γ., 21. Ε. Μ. του Ι., 22. Κ. Μ. του Δ., 23. Έ. Μ. του Κ., 24. Α. Μ. του Μ., 25. Ε. Ν.-Κ. του Ν., 26. Ε. Π. του Ν., 27. Μ. Π. του Ε., 28. Δ. Π. του Θ., 29. Ε. Σ. του Ε., 30. Β. Τ. του Α., 31. Ε. Τ. του Β., 32. Β. Τ. του Σ., όλοι κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου οι με α.α των αναιρεσειόντων 1ος, 4ος, 17ος, και 20ο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και Οικονομίας και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του ΝΣΚ, Μυρτώ Γερμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β.Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και Οικονομίας και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του ΝΣΚ, Μυρτώ Γερμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Α. του Γ., 2. Ε. Μ. του Δ., 3. Γ. Λ. του Ι., 4.Ε. Φ. του Ε., 5. Σ. Κ. του Δ., 6. Β. Σ. του Χ., 7. Χ. Α.-Φ. του Σ., 8.Μ. Δ. του Β., 9. Α. Ζ.-Π. του Κ., 10. Μ. Γ. του Β., 11. Γ. Γ. του Μ., 12. Ε. Γ. του Α., 13. Ε. Γ. του Χ., 14. Α. Γ. του Χ., 15. Ν. Κ. του Ν., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αποβιώσασας Ό. Κ. του Ν., 16. Ε. Κ. του Σ., 17. Κ. Κ. του Γ., 18.Χ. Κ. του Κ., 19. Β. Κ. του Δ., 20. Α. Κ. του Γ., 21. Ε. Μ. του Ι., 22. Κ. Μ. του Δ., 23. Έ. Μ. του Κ., 24. Α. Μ. του Μ., 25. Ε. Ν.-Κ. του Ν., 26. Ε. Π. του Ν., 27. Μ. Π. του Ε., 28.α) Β. Π. του Μ., β) Δ. Π. του Μ. και γ) Μ. Π. του Δ., ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας Δ. Π. του Θ., 29. Ε. Σ. του Ε., 30. Β. Τ. του Α., 31. Ε. Τ. του Β., 32. Β. Τ. του Σ., όλοι κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασιλείου Δημήτριο οι με α.α των αναιρεσιβλήτων 1ος, 4ος, 17ος, και 20ο και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό της δίκης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και Β αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβαν τον λόγο διαδοχικά, από τον Πρόεδρο, δήλωσαν στο ακροατήριο ότι: α) η με α/α αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων 15η. Όλγα Καλογήρου, απεβίωσε την 6/6/2013, σύμφωνα με την από 13/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Δήμου Πύλης Τρικάλων, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την συνέχιση της δίκης ζητάει ο νόμιμος κληρονόμος αυτής, Νικόλαος Καλόγηρος. β) η με α/α αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων 28η. Δ. Π. του Θ., απεβίωσε την 20/5/2013, σύμφωνα με την με αρ.πρωτ. 52/12-1-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του δήμου Καλαμπάκας Τρικάλων, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την συνέχιση της δίκης ζητούν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της: Β. Π. του Μ., Δ. Π. του Μ. και Μ. Π. του Δ., όπως προκύπτει από το υπ' αρ. 490/12-1-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών. Οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τους άνω πληρεξουσίους δικηγόρους τους και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:894/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4807/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 3-12-2013 αίτησή τους και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 6-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε τις από 23-1-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως των υπό στοχείο Α αναιρεσειόντων και β)να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος, ως προς τις 4η, 17η, και 20η των αναιρεσιβλήτων και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης των διαδίκων (με αριθμούς κατάθεσης 135 και 168/2014) κατά της απόφασης 4807/2013 του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και ταχύτερης διεξαγωγής της δίκης (ΚΠολΔ 246).
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος απ' αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 241/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 § § 1 και 4 του Ν. 3320/205 (Σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/204 (που ρυθμίζει τους όρους μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα) κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
Από την ημερομηνία δε έκδοσης της πράξης κατάθεσής τους λαμβάνουν οι κατατασσόμενοι τις αποδοχές της θέσης τους. Ο χρόνος, όμως, των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση έργου λαμβάνεται υπόψη, κατ'αρχήν, ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια, εφόσον αυτή έχει χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 2 § 1, 3 § 1 και 15 § 1α'και ι' Ν. 3205/2003).
Περαιτέρω, δε, λαμβάνεται υπόψη και για όλες τις συναφείς παροχές (επιδόματα εορτών κλπ) που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα, κατά το ποίο εργάστηκαν με συμβάσεις έργου πριν την κατάταξή τους (ΑΠ 694/14, ΑΠ 460/14). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι η ένδικη αγωγή των εναγουσών - αναιρεσειουσών (που είναι καθαρίστριες του Ελληνικού Δημοσίου των οποίων οι συμβάσεις έργου κατέστησαν αορίστου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 11 ΠΔ 164/2004 και κατατάχθηκαν σε κενές οργανικές θέσεις) δεν είναι νόμιμη κατά το αίτημά της να επιδικαστούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα σ'αυτήν ποσά, ως διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους, σε σχέση με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, για το λόγο ότι οι ένδικες συμβάσεις αορίστου χρόνου των εναγουσών έχουν ως χρόνο κατάρτισης την ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των εναγουσών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού.
Δηλαδή, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, από του χρόνου εκδόσεως της πράξης κατάταξης συντελείται η ένταξη καθεμιάς ενάγουσας στον οικείο φορέα, οπότε και επέρχεται η μετατροπή της συμβάσεώς της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και ότι έκτοτε η καθεμιά ενάγουσα δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μισθώσεως έργου.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι ενάγουσες κατετάγησαν στο εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο (18ο), ενώ θα έπρεπε, με βάση τον χρόνο προϋπηρεσίας τους, να είχαν καταταγεί σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό ανάλογο της προϋπηρεσίας τους, για το λόγο ότι ο χρόνος προϋπηρεσίας τους ως συμβάσεων έργου διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του νομικού κανόνα του άρθρου 1 § § 1 και 4 του Ν. 3320/2005, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Και τούτο γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας εσφαλμένα την πιο πάνω διάταξη, δέχεται ότι ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση έργου, στις περιπτώσεις των εναγουσών καθαριστριών, λαμβάνεται μεν υπόψη ως υπηρεσία για τη μισθολογική τους εξέλιξη στα αντίστοιχα κλιμάκια, ενώ, αντίθετα, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των αιτουμένων διαφορών αποδοχών τους, για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης που θεμελιώνονται στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αίτηση που άσκησαν οι ενάγουσες καθαρίστριες (αριθ. κατ. 135/2014) και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν. Ενώ, παρέλκει, πλέον, η εξέταση των τρίτου και τετάρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας τους, να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (ΚΠολΔ 183).
ΙΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικό λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του (ΑΠ 1435/2010). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείων (Ελληνικό Δημόσιο) εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης, ότι με την απόφαση 894/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε μερικά δεκτή η αγωγή των εναγουσών, που εργάζονταν ως καθαρίστριες στο ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση έργου και επιδικάστηκαν σ'αυτές διαφορές αποδοχών, κατά τα αιτούμενα σ'αυτήν χρονικά διαστήματα.
Ειδικότερα, με την αγωγή τους, ζητούσαν ν'αναγνωρισθεί ότι αυτές εργάζονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας κατάταξής τους στα μισθολογικά κλιμάκια του εναγομένη Ελληνικού Δημοσίου και για το λόγο αυτό έπρεπε να συνυπολογιστεί και ο χρόνος αυτός προϋπηρεσίας τους στον υπολογισμό των αιτουμένων διαφορών αποδοχών.
Ενόψει αυτών, το εναγόμενο - αναιρεσείων ισχυρίστηκε στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, ότι η αγωγή ήταν αόριστη για το λόγο ότι δεν αναφερόταν στην αγωγή, κατά τρόπο ακριβή, για ποιο χρονικό διάστημα και με ποια σχέση εργαζόταν η καθεμιά ενάγουσα χωριστά. Ο λόγος αυτός αοριστίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος από την προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη.
Το αναιρεσείων επανέρχεται, προβάλλοντας, τη φορά αυτή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι η αγωγή ήταν αόριστη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν αναφερόταν στην αγωγή, σε σχέση με τις αιτούμενες διαφορές δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, κατά τρόπο ακριβή, τα χρηματικά ποσά που έλαβαν οι ενάγουσες χωριστά για κάθε αξίωση κατ'έτος, έτσι ώστε να προκύπτει η αιτούμενη χρηματική διαφορά.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που θεμελιώνεται, κατά τα προαναφερόμενα, στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν'απορριφθεί. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ο πιο πάνω ισχυρισμός για πρόσθετη αοριστία της αγωγής, σε σχέση με τον ακριβή προσδιορισμό των αιτουμένων κονδυλίων, δεν προτάθηκε από το αναιρεσείων στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του.
IV. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου(επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7- 1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής(ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το όρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§1 και 3 του Συντάγματος),το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την από λύση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικό ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης π σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ! αυτή οι δίκαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι α χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ* εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρ.25 §3 και 87 §2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικό περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητο οπό τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠ-Ολ 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται σης εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος α) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και γ) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004,που άρχισε να ισχύ ει από 19-7- 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ ολομ. 7/2011, ΑΠ ολομ. 8/2011). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ενάγουσες (καθαρίστριες) προσλήφθηκαν από το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), αρχικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο χαρακτήριζε μισθώσεις έργου και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του 2006, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και απασχολήθηκαν, επί σειρά ετών.
όπως αναλυτικά εκθέτουν στην αγωγή τους και δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, μέχρι την κατάταξη τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, αφού όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας 9σχετ.
με αριθμό 12/19-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού / ΚΥΞΔΙΠ - Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) και από το ΑΣΕΠ. Απασχολήθηκαν έκτοτε για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως "μισθώσεις έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δεκάμηνη (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30 Ιουνίου), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης.
Επισημαίνεται σχετικά ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρηση τους κατά τους δύο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα" (σχετικά με αριθμό 13/22-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ΚΥΞΔΙΠ - Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων).
Οι δε εργασίες που εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν και ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Περαιτέρω, εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιες αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων (εργοδότες οι οποίοι γνωρίζουν άριστα τις ανάγκες καθαριότητας της σχολικής μονάδας που διευθύνουν (σχετ.
η προαναφερθείσα με αριθμό 12/19-4-2005 Πράξη). Επρόκειτο δηλαδή για εργασία που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες αποτελούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, όπως κρίθηκε και από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου και το ΑΣΕΠ.
Ενώ, όμως οι ενάγουσες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν ούτε είναι αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και αυτών που λαμβάνουν οι συνάδελφοι τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, παρ' όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.
Ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, οι ενάγουσες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και το ΑΣΕΠ, κατά τα προεκτεθέντα, οπότε με τη με αριθμό 132333/Δ4/7-12-2006 απόφαση ΥΠΕ ΠΘ, όσον αφορά τις λοιπές ενάγουσες κατετάγησαν αυτές σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας έκτοτε βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ.
Πλην όμως, ενώ κατετάγησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπ' όψιν η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κ ατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, όπου ορίζεται ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" και του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι "ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη:
α) Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου [....]. Ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου [....], εφ' όσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου [....] ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης).
Έτσι οι ενάγουσες κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18°) μισθολογικά κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα παρακάτω αναφερόμενα για την καθεμία τους μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, καθώς η προϋπηρεσία τους διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχεται, με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογιών, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, που έγιναν με τον προαναφερόμενο τρόπο, συνιστούν ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και επιδίκασε τα αιτηθέντα ποσά (διαφορές αποδοχών), απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή, δηλαδή, ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως συμβάσεων έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών, περαιτέρω, ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και τέλος, ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τις κατατασσόμενες ενάγουσες στις θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ο χρόνος παροχής υπηρεσίας τους με σύμβαση έργου για τη μισθολογική τους εξέλιξη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 § 3 Ν. 2112/20, που ήταν εφαρμοστέα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στην προκείμενη περίπτωση.
Ο χαρακτηρισμός δε των πιο πάνω συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μετατροπή του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και ειδικότερα, στις περιπτώσεις εκείνες που προβλέπεται από τη νομοθεσία η πρόσληψη εργαζομένων με σύμβαση έργου ή σύμβαση ορισμένου χρόνου (άρθρα 113 § 5 Ν. 1892/90, 21 Ν. 2190/94, 6 § 1 Ν. 2527/97).
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των άρθρων 1 και 19 ΚΠολΔ, δηλαδή, ότι παραβιάσθηκαν, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 § 3 Ν. 2112/1920, 103 § § 7 και 8 του Συντάγματος, 113 § 5 Ν. 1892/1990, 21 Ν. 2190/1994 και 6 § 1 Ν. 2527/1997.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί η δεύτερη αίτηση που άσκησε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (αριθ. κατ. 168/2014) και καταδικασθεί, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζοντας τις αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, με αριθμούς κατάθεσης 135 και 168/2014, κατά της απόφασης 4807/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Α) Δέχεται την πρώτη αίτηση (135/2014).
Αναιρεί την απόφαση 4807/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Β) Απορρίπτει την δεύτερη αίτηση (168/2014) και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ