398/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 398 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2012
Legislator headnote
AI generated398/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 398 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 398 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καπελλάκη.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Δ. Τ. και 2. Ά. συζ. Δ. Τ. το γένος Σ. Δ., κατοίκων ... . Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Δημάκο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5159/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5743/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 27-9-2006 αίτησή του και τους από 11-10-2007 και 22-4-2008 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 1412/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση ο καλών- αναιρεσείων με την από 7-12-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε τις από 22-10-2007 και 12-5-2008 εκθέσεις του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση των υπ' αριθ. 5743/2006 και 5159/2005 αποφάσεων αντίστοιχα των Εφετείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την απόρριψη των συμπληρωματικών προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. , οι οριζόμενες από το νόμο ή τα δικαστήρια προθεσμίες αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά την συντέλεση του γεγονότος, το οποίο αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν την 7η βραδινή ώρα της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά τον νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας. Από την διάταξη αυτήν συνάγεται, ότι ως προς την λήξη της προθεσμίας την οποία καθιερώνει, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενεργείας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, δηλαδή την 7η βραδινή της επομένης εργάσιμης ημέρας. Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν παρέλθει από την κατάθεση και επίδοση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως μέχρι την ημέρα της συζητήσεως της αναιρέσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30 ή) πριν από την δικάσιμο ημέρα, με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Ως δικάσιμος ημέρα θεωρείται η ημέρα την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τμήματος του Αρείου Πάγου για την συζήτηση της υποθέσεως και όχι η ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της δικασίμου (Ολ.Α.Π. 33/1996, Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 890/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε για την δικάσιμο της 12-11-2007, ότε η συζήτηση ανεβλήθη. Ο αναιρεσείων, την 12-10-2007 κατέθεσε στο παρόν δικαστήριο το με ημερομηνία 11-10-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Από την ημερομηνία της καταθέσεως του δικογράφου και μέχρι την ημέρα της ορισθείσης συζητήσεως (12-11-2007) μεσολαβούν 30 ημέρες ακριβώς, αλλά, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο, η 29η και 30η ημέρα είναι αντιστοίχως Σάββατο και Κυριακή. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η 30ημέρη προθεσμία, παρατεινόμενη, λήγει την 7η βραδινή της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή την 12-11-2007, η οποία είναι και η ορισθείσα δικάσιμος της υποθέσεως, η συζήτηση της οποίας έχει ορισθεί για την 9.30 π.μ. ώραν, μέχρι της οποίας όμως δεν συμπληρώθηκε η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως, γεγονός το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, μετά από την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, και ειδικότερα την 22-4-2008 κατέθεσε και δεύτερο, υπό την ιδίαν ημερομηνίαν, δικόγραφο με προσθέτους λόγους αναιρέσεως. Και οι λόγοι όμως αυτοί, εφόσον κατατέθηκαν μετά από την ορισθείσα, κατά τα ανωτέρω, αρχική δικάσιμο (12-11-2007), είναι, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην αρχή, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.ΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ "πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης". Κατά το σαφές γράμμα της διατάξεως, για την άσκηση των προσθέτων λόγων της εφέσεως απαιτείται να συντελεσθούν και οι δυο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της καταθέσεως δηλαδή του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποιήσεως στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της εφέσεως.
Συνεπώς και η επίδοση του οικείου δικογράφου, με την οποία δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνει εμπροθέσμως, ως ανωτέρω, με την κύρωση του απαραδέκτου αυτών, ως διαδικαστικής πράξεως (άρθρα 111 παρ. 2, 151 ΚΠολΔ), σε περίπτωση παραλείψεως ή εκπροθέσμου. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και προς το πνεύμα των ως άνω διατάξεων, από τις οποίες, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 514, 518, 519, 521, 522, 523, 527, 532, 535 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι συνιστούν συμπλήρωμα του ενδίκου μέσου της εφέσεως και μάλιστα συνεπάγονται, επί των αναγκαίως συνεχόμενων προς τα εκκληθέντα κεφαλαίων, γνήσιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, που παρεμποδίζει την τελεσιδικία.
Συνεπώς, όπως και για την έφεση, η τήρηση της προθεσμίας ασκήσεως των προσθέτων λόγων, που προσδιορίζει το ανώτατο όριο επιτρεπτής προσβολής της αποφάσεως, ανάγεται στο δημόσιο συμφέρον και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και ως προς την κοινοποίηση, ώστε η εκκρεμότητα ισχύος της πρωτόδικης αποφάσεως, ως πολιτειακής πράξεως, να μη εξαρτάται, απεριορίστως, από τη διαθετική εξουσία των διαδίκων, με την παροχή σ' αυτούς της δικονομικής ευχέρειας να επικαλεσθούν ή μη το εκπρόθεσμο (Ολ.Α.Π. 33/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου, πλέον της εφέσεώς του, άσκησε και προσθέτους λόγους εφέσεως. Δικάσιμος για την συζήτηση της εφέσεως είχε ορισθεί η 9-2-2006, ο δε εκκαλών κατέθεσε στο Εφετείο το δικόγραφο των προσθέτων λόγων την 27-1-2006 και αυθημερόν επέδωσε αντίγραφο του δικογράφου αυτού σε κάθε αντίδικό του. Ήτοι, μεταξύ της ασκήσεως των προσθέτων λόγων και της δικασίμου μεσολάβησαν μόνον 12 ημέρες, κατόπιν δε αυτού το Εφετείο απέρριψε αυτεπαγγέλτως τους προσθέτους λόγους ως απαράδεκτους. Έτσι όπως έπραξε το Εφετείο, ορθώς, σύμφωνα με τις εκτεθείσες ανωτέρω σκέψεις, εκήρυξε αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων εφέσεως και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος. Ο Κ.Πολ.Δικονομίας ορίζει α) στο άρθρο 98 περ. β' ότι η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει, εκτός αν αναφέρει ειδικά, την προσβολή εγγράφου ως πλαστού, β) στο άρθρο 460, ότι κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια, γ) στο άρθρο 461 ότι, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά ,όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και δ) στο άρθρο 463 Κ.Πολ.Δικ. ότι, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Ο περιορισμός που τάσσει η διάταξη του άρθρου 463 και το απαράδεκτο δεν ανάγονται στο ουσιαστικό δικαίωμα της προσβολής εγγράφου ως πλαστού με εισαγωγικό δικόγραφο δίκης, αγωγή ή ανακοπή, αλλά έχουν εφαρμογή μόνον όταν ο ισχυρισμός πλαστότητας προβάλλεται στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή (Ολομ.ΑΠ. 23/1999). Σε αμφότερες όμως τις περιπτώσεις απαιτείται για το παραδεκτό η κατά το άρθρο 98 Κ.Πολ.Δικ. ειδική πληρεξουσιότητα προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο. Τέτοια ειδική πληρεξουσιότητα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων πάντοτε υπάρχει αν για την πλαστογραφία έχει ήδη υποβληθεί μήνυση, κατά την δια του άρθρου 461 εδάφ. τελευταίο Κ.Πολ.Δικ. ρητή παραπομπή στις αντίστοιχες διατάξεις του Κ.Ποινικής Δικονομίας, με την οποία παραπομπή εξισώνεται η προβολή του ισχυρισμού πλαστότητας στην πολιτική δίκη με καταμήνυση (ΑΠ. 1266/80). Με το εφαρμοστέο στην περίπτωση αυτή και στην πολιτική δίκη άρθρο 42 παρ.2 Κ.Ποινικής Δικ. ορίζεται ότι η μήνυση γίνεται είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιο, έχοντα τέτοια πληρεξουσιότητα δια ιδιωτικού εγγράφου με βεβαίωση της υπογραφής από αρμόδια αρχή και προσαρτώμενου στην έκθεση καταθέσεως της μηνύσεως (Α.Π. 291/2002). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά την διάταξη του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων παρέστη ενώπιον του Εφετείου δια του δικηγόρου του, ο οποίος κατέθεσε μάλιστα την προβλεπομένη από το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση, το δε Εφετείο, το οποίο έκρινε ένσταση του αναιρεσείοντος, η οποία προβλήθηκε με τις προτάσεις του, για πλαστότητα των εκθέσεων επιδόσεως υπ' αριθμ. 6687/30-3-1989 και 9337/5-2-1993 του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., δέχθηκε τα εξής : "Ως προς την πρώτη έκθεση 6687/30-3-1989 ... απαραδέκτως προτάθηκε από τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο του εκκαλούντος, χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα, αφού δεν είχε υποβληθεί και σχετική σε βάρος του πλαστογράφου μήνυση" και απέρριψε την ένσταση. Έτσι όπως απεφάνθη το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. και καθόσον αφορά το μέρος αυτό, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα και ειδικότερα, ότι η εκ μέρους του προσυπογραφή των υποβληθεισών στο Εφετείο προτάσεών του αναπληρώνει την απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο του για την προβολή της περί πλαστότητος ενστάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Καθόσον δε αφορά την δεύτερη έκθεση επιδόσεως (υπ' αριθ. 9337/5-2-1993), το Εφετείο δέχθηκε ότι "... από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ήδη δεκτά, αποδεικνύεται η ουσιαστική αβασιμότητα αυτής (της ένστασης) χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω αποδείξεις και για την περίπτωση που θεωρηθεί ακόμη, ότι δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, γιατί ασκήθηκε ήδη η ένδικη μήνυση για την νόθευση εγγράφου (ψευδούς βεβαίωσης)". Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Πλέον όμως τούτου, εφόσον η ένσταση του αναιρεσείοντος απερρίφθη ως προς την συγκεκριμένη έκθεση επιδόσεως από το Εφετείο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αλυσιτελώς ο αναιρεσείων υποστηρίζει στην προκειμένη περίπτωση, ότι η εκ του μέρους του προσυπογραφή των προτάσεών του αναπληρώνει την απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα, προκειμένου ο δικηγόρος του να προτείνει την ένσταση περί πλαστότητος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται με τον τρίτον και πέμπτον λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι α)την υπ' αριθμ.1162/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) την υπ' αριθ. 213/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) το υπ' αριθ. 58336/20-12-2005 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και δ) την υπ' αριθ. 9337/5-2-1993 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του πρωτοδικείου Αθηνών .... Από τα αναφερόμενα όμως στην προσβαλλομένη απόφαση καθίσταται βέβαιο χωρίς δισταγμό, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω έγγραφα. Μάλιστα, από τα έγγραφα αυτά μνημονεύονται ειδικώς η υπ' αριθ. 1162/1992 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθ. 9337/5-2-1993 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών .... Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. και όχι εκ του αριθμού 8 όπως αναφέρεται στον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, ούτως ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου, Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται, ότι "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις προκειμένου να αιτιολογήση την κρίσιν της ότι "συστηματικά από την πλευρά των εναγομένων δεν παραλαμβάνονται (έγγραφα) δικόγραφα του ενάγοντος ..." επεκαλέσθη την υπ' αριθμόν 6553/2001 απόφασιν του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σελίδα 16-Γ εν η αναφέρεται ρητώς η υπ' αριθμ. 6687/30-3-89 έκθεσις επιδόσεως ως βάσιμον στοιχείον της καταδικαστικής ταύτης αποφάσεως, κατά πλειοψηφίαν. Όμως η αυτή αναιρεσιβαλλομένη απόφασις προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίσιν της ότι η υπ' αριθμ. 6687/30-9-89 έκθεσις επιδόσεως δεν είναι ουσιώδης δια την διάγνωσιν της διαφοράς δέχεται ότι η έκθεσις αυτή δεν είναι στοιχείον απαραίτητον αναγκαίως. Η αντίφασις αύτη ιδρύει τον εκ της περιπτώσεως 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγον αναιρέσεως, ως περιέχουσα αντιφατικάς διατάξεις, δι' ο και δέον όπως δια τον λόγον αυτόν, βασίμως προβαλλόμενον, αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη".
Η επισήμανση όμως των κατά τον αναιρεσείοντα αντιφάσεων εντοπίζεται όχι στο διατακτικό της αποφάσεως, αλλά στο σκεπτικό της και συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5743/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ