Legislator Case Law & Legislation
398/2011 AI generated

398/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 398/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 398 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2011

Legislator headnote

AI generated

398/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 398 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2011

Keywords

AI generated
divorce on joint request abandonment of expropriation intention to appropriate established right allocation of family home action for exclusion from co-ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 398 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Δ. Ψ., το γένος Τ. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιρόη Παυλέα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Ψ. του Ι., 2. Α. Ψ. του Ι., νομίμως εκπροσωπούμενης από το δικαστικό συμπαραστάτη, πρώτο αναιρεσίβλητο, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3313/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1684/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην ως άνω διάταξη τονίζεται ο ουσιαστικός χαρακτήρας του κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε, αφενός για να αποκλεισθούν οι τυπικοί νόμοι και αφετέρου, για να υπάρχει αντίθεση προς τους δικονομικούς κανόνες, αφού μόνο η παράβαση ορισμένων δικονομικών κανόνων δημιουργεί λόγους αναιρέσεως. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης, για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς ολικά ή εν μέρει εξαρτάται από την ύπαρξη μιας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, απόκειται στην κυριαρχική και γι' αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 21-11-2006 αγωγή τους, εκθέτοντας, ότι αυτοί και η ήδη αναιρεσείουσα εναγόμενη είναι συγκύριοι των περιγραφόμενων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά και ότι η αναιρεσείουσα δεν συμφωνεί στην εξώδικη διανομή, ζήτησαν δε να διαταχθεί η διά πλειστηριασμού πώληση των επικοίνων. Επίσης, η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2007 αγωγή της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά των εναγομένων-εναγόντων ως συγκληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου της και ετεροθαλούς αδελφού του προαποβιώσαντος πατέρα των εναγομένων, ισχυριζόταν, ότι συνέβαλε στην αύξηση της, κατά τη διάρκεια του γάμου της, κτηθείσας περιουσίας του θανόντος συζύγου της κατά το ποσοστό 50%, ζητούσε δε να αναγνωριστεί, ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της ανέρχεται σε 350.000 ευρώ, άλλως στο ποσό των 116.000 ευρώ και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ως συγκληρονόμοι να της καταβάλουν από 87.000 ευρώ, άλλως από 58.000 ευρώ ο καθένας. Περαιτέρω, ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση επί της ως άνω ένδικης αγωγής διανομής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της πιο πάνω από 15-4-2007 αγωγής της συμμετοχής στα αποκτήματα. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το τελευταίο αυτό αίτημα αναβολής (αναστολής) της συζήτησης, η κρίση του δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, εμπίπτουσα στη δυνητική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για την απόρριψη του άνω αιτήματός της και προσάπτει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η φερομένη ως παραβιασθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ δεν είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομική. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως αιτίαση αναγόμενη στη δυνητική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την αναστολή της δίκης κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού προσβάλλει την κυριαρχική και γι' αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και η ένσταση εκκρεμοδικίας, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση που ερευνάται αυτεπαγγέλτως, εντάσσεται στους προνομιακούς ισχυρισμούς (άρθρο 269 ΚΠολΔ) και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της πρωτόδικης ή κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1716/2009). Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, όμως, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό της που νόμιμα πρότεινε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη την ένστασή της εκκρεμοδικίας, ώστε να ανασταλεί η συζήτηση επί της ένδικης αγωγής διανομής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ασκηθείσας προγενέστερης, κατά την αναιρεσείουσα, από 15-4-2007 αγωγή της συμμετοχής στα αποκτήματα. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αγωγή της αναιρεσείουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα περιέχει ενοχική αξίωση αυτής σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, που δεν επηρεάζει τη κληρονομική μερίδα τους ως κληρονόμων του αποβιώσαντος θείου τους και συνακόλουθα το ποσοστό της συγκυριότητας αυτών επί του επίκοινου ακινήτου, του οποίου ζητείται η διά πλειστηριασμού πώληση. Καταλήγει δε το Εφετείο, απορρίπτοντας τους συναφείς αντίθετους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας ως αβάσιμους, ότι η επί της ένδικης αγωγής διανομής δίκη δεν επηρεάζεται από την έκβαση της δίκης επί της αγωγής της αναιρεσείουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα και ότι δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της ένδικης αγωγής διανομής ούτε λόγος να αναβληθεί η συζήτηση επ' αυτής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής για τα αποκτήματα. Επομένως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση εκκρεμοδικίας και την απέρριψε ρητά.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας τους να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, κατά δε το άρθρο 480 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 481 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψη νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή όταν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του, οπότε διατάσσεται από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠολΔ η πώλησή του με πλειστηριασμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1889 εδάφ. 1 ΑΚ, αν υπάρχει στην κληρονομία που πρέπει να διανεμηθεί ακίνητο που χρησίμευε όσο ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του συζύγου του που επιζεί, το δικαστήριο μπορεί κατά την διανομή της κληρονομίας, ύστερα από αίτηση του τελευταίου, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις να επιδικάσει την κυριότητα του ακινήτου αποκλειστικά σ' αυτόν. Όπως είναι φανερό από τη διάταξη αυτή, προϋπόθεση εφαρμογής της είναι μεταξύ των άλλων να πρόκειται για ακίνητο που ανήκε στον κληρονομούμενο και για αγωγή διανομής όλης της κληρονομίας ή μόνο του ακινήτου αυτού. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 532, 533 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο αυτή μεταβιβάζεται με την άσκηση της εφέσεως, κατά τα όρια που καθορίζονται από αυτή (έφεση) και τους πρόσθετους λόγους, διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται α) το παραδεκτό της εφέσεως (άρθρο 532 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) το παραδεκτό καθενός λόγου και γ) το βάσιμο (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το βάσιμο ή μη των λόγων της εφέσεως κρίνεται από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε στο Εφετείο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και εκείνο που για πρώτη φορά προσκομίζεται στην κατ' έφεση δίκη κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, όμως, δεν κωλύεται, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται το αντίθετο, για την, κατά την κρίση του, ολοκλήρωση της έρευνάς του σε σχέση με τη βασιμότητα των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, έτσι ώστε μετά τη συνεκτίμηση των αποδείξεων αυτών που θα διεξαχθούν και εκείνων που η εκκαλουμένη εκτίμησε, να κρίνει αν είναι εσφαλμένη ή μη η απόφαση που προσβλήθηκε με την έφεση, και σε καταφατική περίπτωση να αποφανθεί για τη βασιμότητα του λόγου εφέσεως και εκ τούτου, κατά την επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον, κατά την ορθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση της εξαφανίσεως είναι η προηγούμενη διάγνωση από το εφετείο της βασιμότητας του λόγου εφέσεως, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται κυριαρχικώς από το εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (Ολ.ΑΠ 1285/82). Για να συμβεί όμως τούτο, πρέπει με την άσκηση της έφεσης να έχει μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης σχετικό προσβαλλόμενο κεφάλαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι η επί της ένδικης αγωγής διανομής εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, αφού έκρινε ότι η αυτούσια διανομή των αναφερόμενων επίκοινων οριζόντιων ιδιοκτησιών είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη, δέχτηκε κατ' ουσία την αγωγή και διέταξε την διά πλειστηριασμού πώληση των κοινών ακινήτων. Η αναιρεσείουσα, με την ασκηθείσα έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν προσέβαλε με λόγο έφεσης το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο δέχτηκε ότι η αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη και διέταξε τη πώληση των επικοίνων με πλειστηριασμό, ούτε παραπονέθηκε για απόρριψη αιτήματός της να επιδικαστεί σ' αυτήν η κυριότητα του επίκοινου διαμερίσματος για το λόγο ότι τούτο αποτελούσε το κύριο τόπο διαμονής αυτής και του αποβιώσαντος συζύγου της, αίτημα το οποίο μάλιστα ουδέποτε πρόβαλε. Ειδικότερα, η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης παραπονέθηκε μόνο για την απόρριψη των αιτημάτων της αναβολής της δίκης με το άρθρο 249 ΚΠολΔ και λόγω της επικαλούμενης εκκρεμοδικίας, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής της συμμετοχής στα αποκτήματα, ενώ με τον τρίτο λόγο έφεσης παραπονέθηκε για την απόρριψη της ένστασής της περί αοριστίας της ένδικης αγωγής διανομής. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 480Α ΚΠολΔ, 1889 ΑΚ και των νόμων 1562/1985 και 2207/1994, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή, η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επίδραση όμως δεν ασκεί ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο αόριστος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σε αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ και, επομένως, για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, επί πλέον δε να γίνει και επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και αφετέρου να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής και για την αιτία αυτή.

Συνεπώς, η μη προβολή, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της κατάχρησης του δικαιώματος που προκύπτει από αυτή και διατύπωση αιτήματος απόρριψης και για την αιτία αυτή της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ένστασης αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (Ολ. ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει, ότι, αν και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου είχε προτείνει ένσταση από το άρθρ. 281 του ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη αγωγή διανομής ασκείται καταχρηστικά και είχε εκθέσει πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένστασή της, το Δικαστήριο της ουσίας αγνόησε πλήρως την ένσταση αυτή, της οποίας η παραδοχή θα συνεπαγόταν την αναβολή της υπόθεσης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ασκηθείσας αγωγής της περί συμμετοχής στα αποκτήματα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, η επίμαχη ένσταση δεν προτάθηκε παραδεκτώς, αφού η αναιρεσείουσα το πρώτον με τις από 8-1-2008 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και χωρίς την επίκληση δικαιολογημένης αιτίας για τη βραδεία προβολή, υπέβαλε την τελευταία και, έτσι, η μη λήψη υπόψη της εν λόγω ένστασης από το Εφετείο δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2009 αίτηση της Ε. χήρας Δ. Ψ. για αναίρεση της 1684/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ