Legislator Case Law & Legislation
398/2010 AI generated

398/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 398/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1555/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1066/2006 μη οριστική και 315/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

398/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή.

Keywords

AI generated
road safety concerns accident insurer liability safety regulations violation exposure to danger claim for insurance benefits traffic violations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 398 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ειρήνης Καμνορώκη-Καρρά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1555/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1066/2006 μη οριστική και 315/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 29/10/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της περιπτώσεως με αριθμ 19 του άρθρου 559 β Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, η αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται, μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις ... και περί ώρα 19.30 περίπου, η ενάγουσα οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της και εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της διπλής κατεύθυνσης και με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση Λεωφ. ..., με κατεύθυνση από ...προς ...με ταχύτητα 70 χιλ.

περίπου. Κατά τη χρονική στιγμή που αυτή έφθασε στην περιοχή μετά τους σηματοδότες του ....και συγκεκριμένα στο ύψος του ..., ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη υπ' αριθ. κυκλοφορίας... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, που μόλις είχε εισέλθει από τη μεσαία στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, γιατί είχε λιγότερη κίνηση και αυτός βιαζόταν εξαιτίας έκτακτου ιατρικού περιστατικού για το οποίο ομιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο, λόγω του ότι εκ τούτου διεσπάσθη η προσοχή του από την οδήγηση, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο ξέφυγε προς τα αριστερά με ταχύτητα περίπου 70 χιλ.

και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο, δεξιό τμήμα του προφυλακτήρα του στο οπίσθιο δεξιό πλάγιο μέρος του οχήματος της ενάγουσας. Η τελευταία εξαιτίας της αιφνίδιας πρόσκρουσης που δέχθηκε από το όχημα του εναγομένου, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο εξετράπη προς τα αριστερά κτυπώντας στις μπάρες και στην ανεπιτυχή προσπάθεια της να το επαναφέρει στην ευθεία κτύπησε πρώτα με το εμπρόσθιο και μετά με το οπίσθιο μέρος του στην αριστερή προστατευτική μπάρα ασφαλείας της ως άνω λεωφόρου και τελικά ακινητοποιήθηκε στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας με το διαμήκη άξονα του καθέτως προς τον άξονα της λεωφόρου.

Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου-εφεσιβλήτου οδηγού (όπως άλλωστε και ο ίδιος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ομολόγησε την υπαιτιότητά του, και ως εκ τούτου έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη ως προς αυτόν η αγωγή).

Συνίσταται δε η αμέλεια του στο ότι αυτός δεν οδηγούσε, όπως όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, αφού αυτός απώλεσε τον έλεγχο τούτου, προφανώς γιατί διεσπάσθη η προσοχή του εξαιτίας της προαναφερθείσας συνομιλίας του στο κινητό τηλέφωνο, με αποτέλεσμα να εκτραπεί προς τα αριστερά (προς τη μεσαία λωρίδα) και να προσκρούσει στο οπίσθιο και πλάγιο δεξιό μέρος του εκεί κανονικώς κινουμένου οχήματος της ενάγουσας.

Η εν λόγω δε παραβατική εκ μέρους του εναγομένου συμπεριφορά των διατάξεων του ΚΟΚ των άρθρων 12, 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1) τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παραπάνω πρόσκρουση εξαιτίας της οποίας εξετράπη το όχημα της ενάγουσας με τις επακόλουθες επιζήμιες συνεπείς. Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη αποδείχθηκε ότι υπέχει η ενάγουσα στην ένδικη σύγκρουση, καθόσον αυτή οδηγούσε κανονικά στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 70 χιλ. (το επιτρεπόμενο όριο δεν προκύπτει από το σχετικό δελτίο τροχαίου ατυχήματος, ούτε και το επικαλείται η εναγομένη) και με την προσοχή της στα έμπροσθεν της κινούμενα οχήματα, εξαιτίας δε της εντελώς αιφνίδιας και αναμφισβήτητης πρόσκρουσης που δέχθηκε από το όχημα του εναγομένου δεν είχε άλλη δυνατότητα αντίδρασης από την προεκτεθείσα ανεπιτυχή προσπάθειά της να επαναφέρει το εκτραπέν όχημά της στην ευθεία.

Το γεγονός και μόνο ότι στο συνταχθέν από την επιληφθείσα τροχαία δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών γίνεται αναφορά περί πρόσκρουσης και ότι μοναδικό εμπλακέν όχημα φέρεται μόνο αυτό της ενάγουσας και ουδεμία μνεία γίνεται περί εμπλοκής του οχήματος του εναγομένου, για την οποία αυτός πρώτη φορά κάνει λόγο στις 14-4-2003 στη δήλωσή του στην ασφαλιστική του εταιρεία (β' εναγομένη-εφεσίβλητη), καθώς και ότι δεν συντάχθηκε δικογραφία για εγκατάλειψη, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε η κατά τα προαναφερθέντα εμπλοκή του εναγομένου στην ένδικη πρόσκρουση, με συνέπεια η σχετική δήλωση του εναγομένου οδηγού στην εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία του να μην αποτελεί αποκύημα συμπαιγνίας τούτου με την ενάγουσα προς κάλυψη της ζημίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η εναγομένη-εφεσίβλητη.

Διότι δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι εξαιτίας της πρόσκρουσης η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση "σόκ" και σύγχυσης που δεν της επέτρεπε τότε (σύνταξη δελτίου περίπου 30' μετά τη σύγκρουση), να αξιολογήσει την πραγματική κατάσταση των συνθηκών του ατυχήματος, αφού αυτή υπολάμβανε ότι ο εναγόμενος, λόγω του ενδιαφέροντος που επέδειξε για την κατάσταση της υγείας της (και ο οποίος εκ της ιδιότητάς του ως ιατρός, αφού προηγουμένως διαπίστωσε τον μη τραυματισμό της -εκτός από μώλωπα στο γόνατα- και μετά τις διαβεβαιώσεις της ίδιας και την ανταλλαγή στοιχείων, απεχώρησε), δεν είχε εμπλακεί στο ατύχημα, γεγονός που διαπιστώθηκε αργότερα σε τηλεφωνική τους επικοινωνία, όπου της δήλωσε ότι αυτός είχε προκαλέσει την πρόσκρουση.

Επίσης, το ότι ο εναγόμενος στη δήλωσή του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία του εταιρεία αναφέρει ότι εκινείτο στη δεξιά λωρίδα, ενώ στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στη διευκρινιστική στο παρόν δικαστήριο ότι οδηγούσε αρχικά στη μεσαία και μετά κινήθηκε δεξιά, δεν διαφοροποιεί τις συνθήκες περιγραφής του ατυχήματος ούτε περιέχει αντίφαση.

Εξ άλλου, δεν προέκυψε η παραμικρή ένδειξη . ότι μεταξύ της ενάγουσας και του υπαιτίου οδηγού υπήρξε πριν από το ατύχημα οποιαδήποτε ή έστω απλή γνωριμία, που θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό περί συμπαιγνίας μεταξύ των, ώστε να υποχρεωθεί η ασφαλιστική εταιρεία να αναλάβει την αποκατάσταση των ζημιών της ενάγουσας.

Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες από τις οποίες είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και του αιτιώδους συνδέσμου της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτών με το ζημιογόνο αποτέλεσμα . Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ οι ελλείψεις που αποδίδωνται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος την περιγραφή των συγκρουσθέντων μερών των οχημάτων, τις διαστάσεις της οδού τις αποστάσεις μεταξύ των θέσεων που είχαν τα δύο οχήματα κατά την σύγκρουση από το άκρο του οδοστρώματος την πορεία των οχημάτων και την κατεύθυνση αυτών είναι επουσιώδεις ελλείψεις που δεν εμποδίζουν ούτε αναιρούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα για συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών κατά 50% για τον καθένα.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και οι λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν .

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα σα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης διότι έχασε τη δίκη (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2008 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 315/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ