398/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated398/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εξ' αδιαιρέτου συγκύριος (συγκληρονόμος) για να μπορεί να αντιτάξει χρησικτησία έκτακτη απέναντι στους λοιπούς συγκυρίους πρέπει να εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του και να λάβουν γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι. Δεν απαιτείται γνωστοποίηση στους άλλους συγκοινωνούς όταν αυτοί γνωρίζουν την απόφαση του συγκυρίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 398 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 398/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ποδηματά.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χατζηαθανασίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 12-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικά-σθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-6-2007 αίτησή του και με τους από 8-7-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 11-9-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου της Αρεοπαγίτου, Αιμιλίας Λίτινα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ. προκύπτει ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή) και παρέλευση εικοσαετίας. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Ο εξ' αδιαιρέτου συγκύριος (συγκληρονόμος) για να μπορεί να αντιτάξει χρησικτησία έκτακτη απέναντι στους λοιπούς συγκυρίους πρέπει να εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του και να λάβουν γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι. Δεν απαιτείται γνωστοποίηση στους άλλους συγκοινωνούς όταν αυτοί γνωρίζουν την απόφαση του συγκυρίου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο αποβιώσας χωρίς διαθήκη στις 13-4-1983 Ω είχε κατά το χρόνο του θανάτου του στην κυριότητα, νομή και κατοχή του- καθώς άλλωστε δεν αμφισβητείται- ένα διαμέρισμα εμβαδού 80 τ.μ. που βρίσκεται στον έβδομο όροφο (δεύτερη εσοχή) πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ...
αρ. ... στη ..., άφησε δε μοναδικούς κατά το χρόνο του θανάτου του πλησιέστερους συγγενείς, την ενάγουσα σύζυγο του Ψ, χήρα Ω και την ετεροθαλή αδελφή του ΒΒ. Οι προαναφερόμενες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ω αποδέχθηκαν νομότυπα την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του, η μεν ενάγουσα σύζυγος του με την υπ1 αριθμ. ...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κλεοπάτρας Καρυπίδου-Χειμωνίδου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... τροποποιητική πράξη της Ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν αμφότερες νόμιμα, η δε ΒΒ με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίου Ψωμά, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι απέκτησαν παραγώγως τη συγκυριότητα του επίδικου διαμερίσματος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία.
Ωστόσο η ενάγουσα της πρώτης αγωγής, μετά το θάνατο του κληρονομούμενου συζύγου της, συνέχισε να διαμένει στο επίδικο διαμέρισμα, κατέχοντας και νεμόμενη, επί πλέον του ανήκοντος στην ίδια ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου, και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, όχι μόνον εν γνώσει αλλά και με τη σύμφωνη γνώμη της συγκληρονόμου της ΒΒ, φροντίζοντας, μαζί με την ενάγουσα για την πώληση των αγροτεμαχίων και εισπράττοντας το τίμημα που της αναλογούσε και εισπράττοντας επίσης το μίσθωμα που αναλογούσε στη μερίδα της από το γραφείο, το οποίο (μίσθωμα) μάλιστα, μέχρι το έτος 1985 εισέπραττε και της απέστελλε το μερίδιό της η ίδια η ενάγουσα της πρώτης αγωγής.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η ΒΒ είχε κάνει γνωστό στους ανθρώπους του περιβάλλοντος του κληρονομουμένου ότι θεωρεί σωστό και ηθικό να κρατήσει ολόκληρο το διαμέρισμα η χήρα του κληρονομουμένου, ότι δεν θα διεκδικούσε ποτέ μερίδιο από αυτό και ότι μελλοντικά θα μεταβίβαζε και νομότυπα το μερίδιο της στην ενάγουσα της πρώτης αγωγής.
Έτσι η ενάγουσα της πρώτης αγωγής, εν γνώσει και με τη συναίνεση της συγκληρονόμου της ΒΒ, κατείχε και ενέμετο συνεχώς, από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και εντεύθεν, ολόκληρο το διαμέρισμα αποκλειστικά για τον εαυτό της, διαμένοντας μόνη σ' αυτό, φροντίζοντας τη συντήρησή του, επισκευάζοντας και βελτιώνοντας το και πληρώνοντας μόνη αυτή όλους τους σχετικούς λογαριασμούς, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τη συγκληρονόμο ΒΒ.
Επομένως η ενάγουσα της πρώτης αγωγής, με την εν γνώσει της αρχικής συγκληρονόμου, συνεχή υπερεικοσαετή νομή του επίμαχου ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου (πλέον του δικού της ποσοστού) του επίδικου διαμερίσματος, από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (13-4-1983) μέχρι το χρόνο που για πρώτη φορά οχλήθηκε από τον ενάγοντα της δεύτερης αγωγής (10-3-2005), έγινε κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ομοίως με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την επί της εκτάκτου χρησικτησίας στηριζόμενη μοναδική βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης και την αναγνώρισε κυρία του επιδίκου ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου του σ' αυτή περιγραφομένου διαμερίσματος.
Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε με ασαφείς αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε το δικαστήριο την κρίση του ότι η ως άνω ενάγουσα νεμήθηκε με διάνοια κυρίας το επίδικο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί 20ετία, δεχόμενο ως χρόνο έναρξης της διάνοιας κυρίας νομής αυτού, την 13.4.1983, χρόνο αποβιώσεως του συζύγου της, και χρονικό σημείο από το οποίο και δέχθηκε τη γνώση της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και συγκληρονόμου της αναιρεσίβλητης ΒΒ για αντιποίηση της νομής από την τελευταία, την ίδια προαναφερόμενη ημερομηνία.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ως άνω μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
II). Σύμφωνα με την διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει καθώς και αν παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ενώ από εκείνη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι ο εξ αυτής αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα ή αν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.
Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δε είναι τα δημόσια έγγραφα, κατά τα άρθρα 438, 439 και 441 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, τα σ` αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι, καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθ. 11 περ. α και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, για το λόγο ότι το δικαστήριο προσέδωσε, λαμβάνοντας υπόψη, κατά παράβαση του άρθρου 393 παρ.2 του ΚΠολΔ, τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ελαττωμένη αποδεικτική δύναμη, αντί για πλήρη στο περιεχόμενο των ..., ...
και ... πράξεων αποδοχής κληρονομίας των σ/φων Θεσσαλονίκης Κλεοπάτρας Καρυπίδου - Χειμωνίδου και Σωτηρίας Ψωμά, αντιστοίχως, με τις οποίες η αναιρεσίβλητη, ως και η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, δήλωσαν ότι αποδέχονται την κληρονομία του ως άνω Ω επί του επιδίκου διαμερίσματος, κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου η κάθε μία.
Ο λόγοι αυτοί της αιτήσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό, ως προς την δυνατότητα κτήσεως δηλαδή της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και τα περιστατικά ότι η αναιρεσίβλητη και η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος κατέστησαν κληρονόμοι του Ω κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου η καθεμιά και ότι η αναιρεσίβλητη είχε εκδηλώσει την πρόθεσή της από το θάνατο του συζύγου της να νέμεται για τον εαυτό της και το επίδικο ποσοστό, δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438,439, και 441 ΚΠολΔ.
Και τούτο γιατί αυτά εκτιμήθηκαν ως δικαστικά τεκμήρια προς αξιολόγηση του αμφισβητουμένου ισχυρισμού των διαδίκων, σχετικά με τον χρόνο καταλήψεως ολοκλήρου του επιδίκου εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου, αμέσως μετά τον θάνατο του συζύγου της, και της επ' αυτού ασκήσεως φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου με την σύμφωνη γνώμη της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.6.2007 αίτηση, ως και τον από 8.7.2008 πρόσθετο λόγο, του Χ, για αναίρεση της 246/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ