Legislator Case Law & Legislation
398/2007 AI generated

398/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 398/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 398 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

398/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 398 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 398 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 398/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντανάκα.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2008/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 962/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 4 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔικ, "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 4 και 19 παρ. 4 του ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986, προκύπτει, ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο για χάρη του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα. Αυτό καταφαίνεται από το μηχανισμό της υποκατάστασης που καθιερώνεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 19 ν. 489/1976, μέσω του οποίου το Επικουρικό Κεφάλαιο μετακυλύει την υποχρέωση για αποζημίωση στον υπόχρεο για το ατύχημα. Κατ΄ εξαίρεση όμως τέτοια δυνατότητα δεν ισχύει όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο, αλλά ο ασφαλιστής πτώχευσε, η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην ειδική αυτή περίπτωση, αν το Επικουρικό Κεφάλαιο ικανοποιήσει τον παθόντα δεν έχει δικαίωμα υποκατάστασης κατά του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Αντίθετα αν ο παθών το ατύχημα τρίτος επιδιώξει και επιτύχει ικανοποίησή του από τον κύριο του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο τελευταίος μπορεί να αναζητήσει το καταβληθέν στον τρίτο ποσό από το Επικουρικό Κεφάλαιο, όπως θα μπορούσε να πράξει το ίδιο υλοποιώντας με τον τρόπο αυτό την αξίωση ελευθέρωσης κατά το ασφαλιστή του. Παρέπεται απ΄ αυτά ότι: α) ο ασφαλισμένος, όταν ενάγεται από το ζημιωθέντα τρίτο ως υπόχρεος σε αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να ασκήσει εδώ προσεπίκληση, ενωμένη με αγωγή, κατά του επικουρικού κεφαλαίου, που υποχρεούται να του παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, δηλαδή να του καταβάλει όσα εκείνο υποχρεωθεί να πληρώσει στο ζημιωθέντα τρίτο και β) ο παθών τρίτος, όταν η ίδια (ευθεία) αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976) έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ΄ αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (άρθρα 195 ΕμπΝ και 10 νόμου 2496/1997 από 17-11-1997). Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο. Δεν αποκλείεται ο παθών τρίτος μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή κύρια την ευθεία αξίωσή του και επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία την ένσταση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976. Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 10-7-2003 αγωγή του, κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου της, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα : Στις 9-4-1994, επιστρέφοντας πεζός στο σπίτι του βρέθηκε στη διαχωριστική των ρευμάτων κυκλοφορίας νησίδα, στη λεωφόρο Αθηνών, στο ύψος περίπου του ανισόπεδου κόμβου αυτής με την οδό .... Εκεί ο οδηγός της ....μοτοσικλέτας...., κινούμενος με ιλιγγιώδη ταχύτητα άνω των 140 χ/ω τον κτύπησε στο αριστερό πόδι, με το αριστερό μασπιέ της μοτοσικλέτας ή με κάποιο άλλο εξάρτημά της, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει βαρύτατα και να του αποκόψει το αριστερό πόδι κάτω από το γόνατό του, με συνέπεια να καταστεί ανάπηρος για όλη τη ζωή και ανίκανος για εργασία. Στην από 2-4-1999 προηγούμενη τρίτη αγωγή του εκδόθηκε τελικά η 1559/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που τη δέχτηκε κατά ένα μέρος, ως προς τον εναγόμενο οδηγό της μοτοσικλέτας, συνυπαίτιο του ατυχήματος και του τραυματισμού του κατά ποσοστό 40%, σύμφωνα με την 8992/1997 αμετάκλητη άλλη απόφαση του ίδιου Εφετείου. Συγκεκριμένα υποχρεώθηκε ο υπαίτιος αυτός οδηγός να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, ως αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε από το ατύχημα αυτό, τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια στο δικόγραφο χρηματικά ποσά. Ακόμη αναγνωρίστηκε, ότι ο ίδιος εναγόμενος οφείλει για την ίδια αιτία και τα μνημονευόμενα με λεπτομέρεια επίσης άλλα χρηματικά ποσά. Τέλος καταδικάστηκε ο οδηγός αυτός και στα αναγραφόμενα έξοδα του αναιρεσείοντος. Η δίκυκλη μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "Μεσόγειος Ζημιών ΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με επακόλουθο την αυτοδίκαιη υπεισέλευση στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου. Στις 6-4-1999 επέδωσε την από 2-4-1999 προγενέστερη αγωγή του στο αναιρεσίβλητο και στις 7-4-1999 στον ..... Στις 13-3-2003 επέδωσε επίσης στον τελευταίο (οδηγό της μοτοσικλέτας) την από 11-3-2003 εξώδικη πρόσκλησή του με την οποία αξίωσε να του καταβάλει τα αναγνωριστικώς επιδικασθέντα ποσά με την ως άνω 1559/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά αυτός αδράνησε μέχρι την κατάθεση της ένδικης από 10-7-2003 αγωγής και είναι βέβαιο ότι θα εξακολουθήσει να αδρανεί και μετά την επίδοση αυτής, να ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου αναγωγή σύμφωνα με τη σύμβαση ασφάλισης. Η ευθεία αξίωσή του (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976) κατά του ασφαλιστή έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/76). Με βάση αυτά και ύστερα από περιορισμό του αιτήματος της πλαγιαστικής αγωγής με τις από 9-12-2003 προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο στην εταιρεία "Μεσόγειος Ζημιών ΑΕ" οδηγό της μοτοσικλέτας ....: Α) όλα εκείνα τα ποσά που επιδίκασε η 1559/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα α) ευρώ 399, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, β) ευρώ 254 το μήνα, για το χρονικό διάστημα από 9-4-1998 έως 8-4-2000, νομιμότοκα των μεν ληξιπρόθεσμων από την επίδοση της αγωγής, των δε λοιπών από την παρέλευση του πρώτου πενθήμερου κάθε μήνα για τον οποίο οφείλονται, γ) ευρώ 26.412, δ) ευρώ 254 κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 9-4-2000 έως 8-4-2003, ε) ευρώ 305 κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 9-4-2003 έως 8-4-2008, στ) ευρώ 352 κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 9-4-2008 έως 8-4-2013 και ζ) ευρώ 1.500 για δικαστικά έξοδα. Και Β) του νόμιμους τόκους των μεν υπό στοιχεία (γ), (δ) και (ζ) ως άνω κονδυλίων από 13-3-2003 (χρονολογία όχλησης), των δε υπό στοιχεία (ε) και (στ) κονδυλίων από την παρέλευση του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα για τον οποίο οφείλονται, αλλιώς από την επίδοση της ένδικης από 10-7-2003 αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η πλαγιαστική αυτή αγωγή, η οποία περιέχει όλα τα αναγκαία για το ορισμένο της στοιχεία, είναι σαφής, ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 70, 72 ΚΠολΔικ, 6 παρ. 1-2, 10 παρ. 2, 19 παρ. 1δ και 4, 25 παρ. 4 ν. 489/1976, σε συνδυασμό με άρθρα 914, 929, 930, 931, 932, 297, 298, 330 εδ. β΄, 340, 346 ΑΚ και 2, 4 και 9 του ν. ΓΠΝ/1911). Όμως η προσβαλλομένη την απέρριψε ως μη νόμιμη, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού και βάσιμου λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου, για "έλλειψη τάχα ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος να εγείρει αγωγή από αναγωγή κατά του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι στις σχέσεις μεταξύ ζημιώσαντος (ασφαλισμένου) και Επικουρικού Κεφαλαίου αποκλείεται αναγωγή από τον υπόχρεο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου". Επομένως παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις επικαλούμενες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 4 και 19 παρ. 1δ και 4 του ν. 489/1976, έτσι υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γι΄ αυτό και ο μοναδικός σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε κατά τ΄ ανωτέρω από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εξέτασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 962/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ