397/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Γεσθημανή Τσουλφόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated397/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Full text
Απόφαση 397 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Γεσθημανή Τσουλφόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Ν. Ρ. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καλουτσάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Σταθοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2725/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/6/2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 Α, Β και Γ Κ. ΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 35 παρ. 2 του νόμου 4446/2016, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς επίσης και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει επίσης ότι το ποσό του παραβόλου ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ, όταν με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση του εφετείου. Με βάση τα προαναφερόμενα, η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης. Εφόσον, όμως, ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται αν δεν κατατεθεί το παράβολο από τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της αναίρεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 242/2025, ΑΠ 825/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1189/2021), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 154/2017).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 β του ΚΠολΔ, "στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο".
Με την κρινόμενη από 17-6-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 570/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, εκδοθείσα ερήμην της εφεσίβλητης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθ. 979 παρ.2 , 933 επ. , 937 παρ.3 , 614 επ. ΚΠολΔ , όπως ισχύουν μετά τη τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2725/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 26-9-2019 ανακοπή του.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας κατ' άρθρο 937 παρ. 1 β του ΚΠολΔ , είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Επισημαίνεται ότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αναίρεσης και της επισυναπτόμενης σ' αυτό έκθεσης κατάθεσης προκύπτει, ότι η γραμματέας του Εφετείου Πειραιά στην οποία κατατέθηκε το ένδικο αυτό μέσο στις 25-6-2024, σημείωσε στην έκθεση κατάθεσης ότι δεν προσκομίστηκε παράβολο κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή κατά την κατάθεση του ένδικου αυτού μέσου.
Ωστόσο, το οφειλόμενο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3Β περ. δ' ΚΠολΔ, παράβολο προσκομίσθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος στις 13-11-2025, κατά την κατάθεση των προτάσεων με τα σχετικά έγγραφα στον γραμματέα του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο Δικαστήριο τούτο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και συνεπώς, σύμφωνα με την αντίστοιχη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πληρώθηκε και αυτή η τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα:
Ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 26-9-2019 (αρ. έκθ. κατ. .../2019) ανακοπή κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", με Α.Φ.Μ. ... , με την οποία ζητούσε: α) την αναγνώριση της πλαστότητας και της ακυρότητας της υπ' αριθμ. ...-2019 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Γ.
Κ. , β) την ακύρωση του από 2-7-2019 δικογράφου αναγγελίας της καθ' ης η ανακοπή, όπως νόμιμα εκπροσωπούνταν από την ανώνυμη εταιρία με ην επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και γ) τη μεταρρύθμιση το υπ' αριθμ. ...-2019 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Αρ.
Δράγκου, ώστε να καταταγεί ο ίδιος για το ποσό των 16.200,49 ευρώ, πλέον ποσού 333,36 ευρώ για το οποίο ήδη κατατάχθηκε δυνάμει του ανακοπτόμενου πίνακα σε μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεών του, με ισόποση αποβολή της καθ' ης η ανακοπή. Επί της ανακοπής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθ. 979 παρ.2 , 933 επ. , 937 παρ.3 , 614 επ.
ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2725/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή απορρίφθηκε. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ανακόπτων και νυν αναιρεσείων άσκησε, ως ηττηθείς διάδικος, την από 15-12-2020 (αριθμ.
έκθ. κατ. .../2020) έφεσή του. Στην προμετωπίδα του δικογράφου της έφεσης αναγράφεται ρητά ότι αυτή απευθύνεται κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", με την εξής διατύπωση: "3. Της ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ καταταχθείσης στον νυν προσβαλλόμενο και ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης αναγγελθέντων δανειστών εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νόμιμα εκπροσωπουμένη από την εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ... , νομίμως εκπροσωπούμενης".
Επίσης με το δικόγραφο της έφεσης στρέφεται και " κατά του κύρους, του υποστατού, του υπαρκτού και της νομιμότητας τυπικής και ουσιαστικής τόσο του νυν προσβαλλομένου και πληττομένου από 02-07-2019 δικογράφου αναγγελίας της εταιρίας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", νομίμως εκπροσωπούμενη, που αναγγέλθηκε επ'ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε".
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 570/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού θεώρησε ότι η έφεση στρέφεται κατά της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", δικάζοντας ερήμην αυτής, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η ανωτέρω εταιρεία δεν υπήρξε διάδικος κατά την πρωτοβάθμια δίκη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ "Η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020). Μέσω δε του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκων μέσων, όπως της έφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 1014/2024, ΑΠ 503/2018).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, δεχθέν τα ακόλουθα: "... Η έφεση αυτή στρέφεται κατά της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία όπως προκύπτει, από το επίσημο αντίγραφο της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν υπήρξε διάδικος κατά την πρωτοβάθμια δίκη. Αντίθετα διάδικος και αντίδικος του εκκαλούντος κατά τη δίκη αυτή υπήρξε, όπως προκύπτει από το πιο πάνω αντίγραφο της εκκαλούμενης αποφάσεως, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", με Α.Φ.Μ. ... που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), εναντίον της οποίας δεν στρέφεται η έφεση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, η υπό κρίση έφεση, στρεφόμενη κατά προσώπου, που δεν ήταν διάδικος κατά την πρωτοβάθμια δίκη, είναι κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτη, και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά βασική αρχή του δικονομικού δικαίου δεν μπορεί να διεξαχθεί διαγνωστική δίκη, στην οποία το πρόσωπο εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος άλλου (Κ.Πολ.Δ 62)...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2725/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως απαράδεκτη, δεχόμενο ότι αυτή στρεφόταν κατά της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη, όπου διάδικος ήταν η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" με Α.Φ.Μ. ... , ενώ από την παραδεκτή, κατά τα ανωτέρω, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ο αναιρεσείων άσκησε το ένδικο μέσο στρεφόμενος ρητά και αποκλειστικά κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία ήταν η αντίδικος του και νικήσασα διάδικος στον πρώτο βαθμό, το δε Εφετείο εσφαλμένα εξέλαβε ως εφεσίβλητη την εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", αφού αυτή δεν αναφερόταν ως εφεσίβλητη.
Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο ότι η με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2020 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ενδίκου μέσου .../2023 έφεση του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος στρέφεται κατά της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία δεν ήταν διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη και ακολούθως την απέρριψε ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης (κατά τη δέουσα εκτίμηση του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 570/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου ως άνω Εφετείου που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί εφόσον είναι δυνατόν από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. δ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 570/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ