397/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated397/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Full text
Απόφαση 397 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 397/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Λαζαρίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και με διακριτικό τίτλο "... Greece", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της "...". Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσιβλήτου και κατά της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και με διακριτικό τίτλο "... Greece", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της "...". Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ημερομηνία κατάθεσης 27-10-2008 και γενικό αριθμό κατάθεσης 196902/2008 ανακοπή και τους από 7-9-2009 προσθέτους λόγους ανακοπής, τις δύο από 11-6-2012 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 12-6-2012 ανακοπή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4986/2013 μη οριστική, 3623/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5337/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (ΑΠ 1697/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 686/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσείουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...." την από 24/10/2008 ανακοπή και τους από 7/9/2009 προσθετους λόγους αυτής, με τους οποίους ζήτησε α) να ακυρωθεί η υπ' αρ. 3085/2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει νομιμοτόκως στην ανωτέρω εταιρεία το ποσό των 691.822,10 ευρώ, με βάση την υπ' αρ. 705/1994 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις εννέα πρόσθετες πράξεις αυξήσεως αυτής, με τις οποίες χορηγήθηκε από την δικαιοπάροχο της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας "...." στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με την εγγύηση της αναιρεσείουσας υπέρ της πιστούχου, πίστωση μέχρι του ποσού των 1.100.000 000 δραχμών (ήδη 3.225.806,45 ευρώ) και β) να ακυρωθούν οι υπ' αρ. 1942/2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ελένης Καραμούζη και η υπ' αρ. 1953/2008 περίληψη της ανωτέρω έκθεσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, που επισπεύδονται από την εκδώσασα την διαταγή πληρωμής προς αναγκαστική εκτέλεση αυτής.
Το ανωτέρω δικαστήριο Α) αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αρ. 4986/2013 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τα ανωτέρω δικόγραφα με τις από 11-6-2012 δύο άλλες ανακοπές της αναιρεσείουσας κατά της ίδιας ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας, που στρέφονταν κατά της έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού των ακινήτων της που επακολούθησε και κατά του συνταχθέντος πίνακα κατάταξης των δανειστών στο εκπλειστηρίασμα, αντιστοίχως, καθώς και με την από 12-6-2012 ανακοπή τρίτου προσώπου, μη διάδικου, που στρεφόταν κατά του ιδίου πίνακα, στη συνέχεια α) απέρριψε την πρώτη ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της διαταγής πληρωμής, μετά την δεύτερη επίδοση αυτής, ως εκπρόθεσμους και γι' αυτό απαράδεκτους, β) απέρριψε όλους τους λοιπούς λόγους αυτών, πλην του δευτέρου λόγου της ανακοπής και του εβδόμου προσθέτου λόγου και γ) ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής απόφασης διατάσσοντας την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και Β) εξέδωσε, ακολούθως, την υπ' αρ. 3623/2019 απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή την πρώτη ανακοπή, κρίνοντας βασίμους το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της ανακοπής και τον έβδομο πρόσθετο λόγο, και ακύρωσε την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και την περίληψη αυτής, ενώ διέταξε την αναβολή της συζήτησης των λοιπών ανακοπών, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής.
Κατά της οριστικής διάταξης της ως άνω εν μέρει οριστικής απόφασης η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της αρχικής καθ' ης η ανακοπή, άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης, ενώ αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, άσκησε ενώπιον του Εφετείου υπέρ αυτής και κατά της εφεσίβλητης- ήδη αναιρεσείουσας η εδρεύουσα στο ...
ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., ειδικής διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης στην επίδικη απαίτηση της κατά της αναιρεσείουσας κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 Ν. 3156/2003.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προσβληθέν με την έφεση μέρος της, ακολούθως απέρριψε, κατά το μέρος αυτό, την από 24/10/2008 ανακοπή και τους από 7/9/20209 προσθετους λόγους αυτής.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της απόφασης αυτής παραδεκτά στρέφεται εκτός της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης υπό την ανωτέρω ιδιότητά της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, αφού αυτή ήταν διάδικος στην δίκη ενώπιον του Εφετείου και, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη και συνεπώς αφού και κατά τα λοιπά αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 2 του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και με την επίδοση αυτής στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της, εφόσον αυτοί διαμένουν στην Ελλάδα, άλλως αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στην δε περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται επίδοσή της, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018).
Συνεπώς, όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού των ανωτέρω διατάξεων, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών. Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε έτσι η, υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο, αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 346/2022, ΑΠ 267/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ίδια ανωτέρω εδρεύουσα στο ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.", με το από 14-12-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-12-2023, και επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα και στην πρώτη αναιρεσίβλητη στις 5-1-2024 (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθ.1085/5-1-2024 και 1098/5-1-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κίμωνα Απολλωνάτου αντιστοίχως), ασκεί ενώπιον του Αρείου Πάγου δεύτερη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά της αναιρεσείουσας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία " ...", που εδρεύει στο ..., ειδικής διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης στην ένδικη απαίτηση, αφού η τελευταία, μετά την επαναμεταβίβαση στην ίδια της απαίτησης αυτής από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., την μεταβίβασε και πάλι στην " ..." κατά την διάταξη του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην παρέμβαση.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία, υπό την προηγούμενη επωνυμία της "Ε. F. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.", έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 220/1//13-3-2017 ΦΕΚ Β'880/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ως καθολική διάδοχο της αρχικής καθ' ης η ανακοπή και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αρχική καθ' ης η ανακοπή, αφού η πρώτη αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο τιτλοποίησης τους, δυνάμει της από 13/7/2020 σύμβασηςς πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ.
πρωτοκόλλου 271/14-7-2020 και 292/21-7-2020, είχε μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην ανωτέρω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία " ...", που εδρεύει στο ..., με αριθμό μητρώου 671742, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 13/7/2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ.
πρωτοκόλλου 272/14-7-2020, η οποία ακολούθως άσκησε την ανωτέρω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Εφετείου. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης- υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας κατά της αναιρεσείουσας, που απορρέει από την επίδικη υπ` αριθ. 705/6-5-1994 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό.
Ακολούθως με την από 9-4-2021 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού "..." και της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ. πρωτοκόλλου 120/13-4-2021, η πρώτη αναιρεσίβλητη επαναγόρασε ορισμένες από τις ανωτέρω απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, τις οποίες ακολούθως, δυνάμει της από 25-5-2021 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων κατά το άρθρο 10 Ν. 3156/2003, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ.
πρωτοκόλλου 179/25-5-2021, τις μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία " ...", που εδρεύει στο ..., με αριθμό μητρώου 675767, η οποία με την από 25-5-2021 σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ. πρωτοκόλλου 180/25-5-2021, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και πάλι στην παρεμβαίνουσα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ανώνυμη εταιρεία.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, αφού κοινοποιήθηκε πριν την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κατάθεσή της, την οποία προθεσμία ορίζει το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ για την αγωγή και ισχύει, όπως προαναφέρθηκε και για την παρέμβαση, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου πρώτης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, να δημιουργηθεί νέα σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ), αφού σημειωθεί ότι η πρόσθετη παρέμβαση κατατέθηκε και κοινοποιήθηκε μεν λιγότερες από 60 ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 29-1-2024, κατά την οποία και συζητήθηκε, όμως η παραστάσα αναιρεσείουσα - καθ' ης η παρέμβαση δεν επικαλείται οποιαδήποτε βλάβη από το γεγονός αυτό.
Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.
Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 653/2013) ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).
Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1006/2022). Στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται:
α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό), και 5 του παρόντος άρθρου (που αναφέρεται στις οφειλές των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα)", και β) στην παράγραφο 12 "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... και λοιπές διατάξεις", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, "1.
Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιοσδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το άρθρο 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της §12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο), δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την §12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 780/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015).
Ειδικότερα, όσον αφορά στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής γίνεται με διαφορετικά κριτήρια από αυτά που εφαρμόζονται για τις οφειλές από τοκοχρεωλυτικά δάνεια. Η συνολική οφειλή υπολογίζεται ως το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση, δηλαδή ως το τριπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης.
Η διαφοροποίηση της ρύθμισης στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού οφείλεται στη φύση της πίστωσης αυτής. Στα τοκοχρεολυτικά δάνεια οι καταβολές αποσβένουν τόσο τόκους όσο και χρέος και σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ο λογαριασμός του δανείου εμφανίζει υπόλοιπο, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τους συμβατικούς τόκους όσο και το κεφάλαιο.
Ο αλληλόχρεος λογαριασμός όμως, κατά το τακτικό περιοδικό του κλείσιμο ανά τρίμηνο, εμφανίζει το χρεωστικό του υπόλοιπο, το οποίο αφορά το κεφάλαιο, τους δεδουλευμένους τόκους από την τελευταία κεφαλαιοποίηση των μη καταβληθέντων τόκων, τα έξοδα και κάθε άλλη χρέωση ή πίστωση. Το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου, λογαριασμού είναι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης όλων των χρεώσεων και όλων των πιστώσεων και την αφαίρεση των δεύτερων από τις πρώτες, δηλαδή από την οφειλή έχουν ήδη αφαιρεθεί όλες οι καταβολές ή άλλες πιστώσεις.
Για τον λόγο αυτό ως συνολική οφειλή ορίζεται το τριπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού και όχι το τριπλάσιο του ποσού του κεφαλαίου, ήτοι του ποσού του δανείου που ο πιστούχος έχει αναλάβει. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού από τη συνολική οφειλή θα πρέπει να αφαιρεθούν μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση αφού οι προηγούμενες έχουν ήδη αφαιρεθεί καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα αφαιρούνταν δύο φορές, μια κατά τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου και μία για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής (ΑΠ 696/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004, σκοπός της οποίας ήταν να βελτιώσει τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 προς όφελος των δανειοληπτών, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος σ' αυτή επανακαθορισμός της οφειλής ισχύει, εφόσον συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, και για συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004 (4-8-2004), αλλά κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την ισχύν του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που έκλεισε και καταγγέλθηκε η σύμβαση από την πιστώτρια τράπεζα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου (πρβλ ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 506/2016).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.
Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει (ΑΠ 780/2023, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017), επειδή δε η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως, γι' αυτό η 3η παράγραφος του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω", στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε.
Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού).
Ο οφειλέτης διατηρεί βέβαια τη δυνατότητα, αν εκδοθεί σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, να ισχυριστεί και να αποδείξει, με ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ ή το άρθρο 73 του Ν.Δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την Τράπεζα, δεν είναι το νόμιμο, δηλαδή εκείνο, που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και περαιτέρω ότι ενόψει των καταβολών, που τυχόν επικαλείται, δεν οφείλεται κανένα πλέον ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα.
Για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου της ανακοπής, που συνιστά ένσταση, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή (ΑΠ 780/2023, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1095/2014, ΑΠ 1543/2014). Ο ισχυρισμός του οφειλέτη περί υπαγωγής της οφειλής του στις άνω διατάξεις περί επαναπροσδιορισού της οφειλής εισάγει αμφισβήτηση ως προς το ύψος της απαίτησης, με την έννοια ότι κατά το επί πλέον του επιβαλλόμενου επαναπροσδιορισμού της απαίτησης η απαίτηση θεωρείται εκ του νόμου μερικώς (ή και ολικώς) αποσβεσθείσα, και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να αποτελέσει και λόγο ανακοπής του οφειλέτη κατά των μεταγενεστέρων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1898/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.
Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της πρώτης από 24-10-2008 ανακοπής της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αρχική καθ' ης η ανακοπή κατήγγειλε στις 24-1-2007 την ανωτέρω υπ' αρ 705/1994 σύμβαση πίστωσης, χωρίς να προβεί σε επανακαθορισμό της οφειλής της κατά το άρθρο 39 Ν. 3259/2004 και χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να της κοινοποιήσει αυτόν, καθιστώντας την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη, με συνέπεια την ακυρότητα των ανακοπτομένων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδονται με βάση την διαταγή πληρωμής.
Ακολούθως με τον έβδομο πρόσθετο λόγο ανακοπής προέβαλε τον επικουρικό ισχυρισμό ότι η απαίτηση είναι μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη και γιατί η αρχική καθ' ης η ανακοπή προέβη μεταγενέστερα σε εσφαλμένο επανακαθορισμό της οφειλής, α) επειδή πολλαπλασίασε το ποσό της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση της πίστωσης, που συνέβη στις 9-6-2005 και ήταν 1.739.783,62 ευρώ, επί συντελεστή 3 αντί επί συντελεστή 2, αφού η σύμβαση καταρτίστηκε το 1994, και βρήκε έτσι γινόμενο ανώτατου ύψους της οφειλής ποσού 5.219.350,86 ευρώ και τελικά ποσού 3.770.677,87 μετ' αφαίρεση των μεταγενέστερων καταβολών της ποσού (5.219.350,86 - 3.770.677,87=) 1.448.672.99 ευρώ και β) επειδή η βάση υπολογισμού δεν είναι το ανωτέρω ποσό των 1.739.783,62 ευρώ, αλλά το ποσό των 214.846 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων 16.254 ευρώ, γιατί στο ποσό της οφειλής της η αρχική καθ' ης η ανακοπή συμπεριέλαβε και παράνομους ανατοκισμούς ποσού 310.308 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 3623/2019 απόφασή του, κρίνοντας βάσιμους τους ανωτέρω δύο λόγους ανακοπής, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και την περίληψη αυτής. Επί της ασκηθείσας κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης έφεσης από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της αρχικής καθ' ης η ανακοπή, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έκρινε ότι οι ως άνω προβαλλόμενοι λόγοι ανακοπής είναι μη νόμιμοι, με την αιτιολογία ότι διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004, σε συνδ.
με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 "καθορίζουν το έδαφος εφαρμογής των ευνοϊκών αυτών ρυθμίσεων για τους δανειολήπτες, των οποίων οι απαιτήσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή η απαίτηση έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη έως τις 31-12-2000, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 ή οι απαιτήσεις έχουν γεννηθεί από συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί και καταγγελθεί προ της έναρξης ισχύος του ν. 3259/2000, δηλαδή έως τις 3-8-2004, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 39 του νόμου αυτού" και ότι, ενόψει αυτού, η ένδικη απαίτηση δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 3259/1984, σε συνδ.
με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, διότι η καταγγελία της ένδικης 705/6-5-1995 (ορθόν: 1994) σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό έλαβε χώρα στις 24-1-2007, δηλαδή σε μεταγενέστερο από τον οριζόμενο στις ανωτέρω διατάξεις χρόνο. Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κρατώντας και δικάζοντας στην υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή και τον πρόσθετο λόγο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο προβλεπόμενος σ' αυτή επανακαθορισμός και περιορισμός της οφειλής ισχύει και για τις συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004 (4-8-2004), αλλά κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την ισχύν αυτού και, συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το εφετείο, κατά την κυριαρχική εκτίμηση από αυτό του περιεχομένου των λόγων ανακοπής, δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό συνήφθη το έτος 1994 και η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία αυτής στις 24-1-2007, μπορούσε, με τη συνδρομή όλων των νομίμων προϋποθέσεων, να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να επανακαθορίσει την οφειλή της αναιρεσείουσας στα όρια και με τον τρόπο που ο νόμος διαγράφει.
Επομένως, ο μοναδικός, κατ' εκτίμηση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες και η πρωσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρεμβάσα, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 180 παρ. 3, 182 παρ. 3, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 31-3-2022 αίτηση της Σ. Μ. για αναίρεση της υπ' αρ. 5337/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) την από 14-12-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.".
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5337/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες και την προσθέτως παρεμβάσα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ